Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Ελληνική λογοτεχνία: Όχθος

 

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΟΧΤΟΣ»

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΤΗΡΗ

(εκδόσεις Βαγονέτο, 2026)

 

Στα όρια της εκθηρίωσης

 

Ο Δημήτρης Στατήρης στην ενδιαφέρουσα νουβέλα του «Όχτος» κατάφερε να χωρέσει πολλά θέματα σε 95 μόλις σελίδες. Τη σκληρή ζωή της υπαίθρου σε κάποιο χωριό του θεσσαλικού κάμπου, περασμένων δεκαετιών. Τη σκληρή πατριαρχία που τσαλαπατούσε τη γυναικεία αξιοπρέπεια. Τα λογής μυστικά του χωριού που λίμναζαν επί χρόνια στη σιωπή ή και στην άγνοια. Τα αταβιστικά ένστικτα του βασικού ήρωα του στόρι, του Στρατή Ξούγκου, μιας μορφής αλλόκοτης που ζει σαν σκιά στο χωριό, κυνηγημένος πρωτίστως από τον εαυτό του και τα τραυματικά παιδικά του βιώματα. Την απατηλή εντύπωση του τι θεωρείτο κάποτε ανδρισμός. Την καταγραφή της λιτής και φτωχικής ζωής των ανθρώπων. Τα παιχνίδια της τύχης και του απρόοπτου. Κι εντέλει τη ζωοποίηση των ανθρώπων, που φτάνουν, κάποιες φορές, στα όρια της εκθηρίωσης. Η καταγραφή και η αποτύπωση, δηλαδή, μιας κοινωνίας που χάνει κάθε ηθικό φραγμό, κάθε πολιτισμικό εχέγγυο και μεταλλάσσεται σε αγέλη θηρίων.

Η νατουραλιστική αυτή νουβέλα είναι πολυφωνική. Η αφήγηση μοιράζεται σε 4 ανισομερή κεφάλαια. Στο πρώτο, που είναι τριτοπρόσωπο και έχει τη μεγαλύτερη έκταση, έχουμε την αποκάλυψη ενός μυστικού αλλά και τη σκιαγράφηση του συνολικού πορτρέτου του Στρατή. Στο δεύτερο, μιλά η Ρένα, που απέκτησε γιο με τον Στρατή, δίχως να το γνωρίζει ο άντρας της. Στο τρίτο κεφάλαιο μιλά ο Πέτρος, ο γιος του Στρατή. Τέλος στο τελευταίο κεφάλαιο −υποβλητική η τελευταία παράγραφος, όπου μέσα στην εκθηρίωση του ήρωα, λάμπει ακόμη μια ελάχιστη αχτίδα ανθρωπιάς− ο Στρατής ζει και περιφέρεται σαν αγρίμι στα βουνά, όπως η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη στην αξεπέραστη «Φόνισσα».

Η γλώσσα του Στατήρη είναι κοφτή, σπινταριστή και το βλέμμα του άκρως σκηνοθετικό. Φαίνεται πως ο συγγραφέας κρατά αποστάσεις από τα γεγονότα, μη έχοντας ο ίδιος, ως αφηγητής, καμία συναισθηματική εμπλοκή. Δεν τον ενδιαφέρει να νιώσει, αλλά να δείξει. Όλο το πρώτο κεφάλαιο μπορεί να εκληφθεί ως ένα παρατεταμένο, εν εξελίξει και αναπτύξει, πλάνο, που αποτυπώνει εύγλωττα τη σκληρή πραγματικότητα ενός χωριού.

Παντού, σε κάθε κίνηση του βασικού ήρωα, υπερτερεί η βία (κληρονομούμενη από γενιά σε γενιά), η αποκτήνωση, η συνειδησιακή εξαθλίωση, αλλά και η φτώχεια και η ανέχεια (άγνοια) των χωριανών απέναντι σε δυσάρεστες καταστάσεις που τους υπερβαίνουν δραματικά. Ο όχτος, η κατεβασιά σε ένα ποτάμι, λίγο έξω από το χωριό, που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο και που καταφεύγουν τα πρόσωπα της νουβέλας, είναι ένας αφηγηματικός τόπος που λειτουργεί ως σκοτεινή και ανελέητη δίνη που ρουφά τους ανθρώπους στα αδηφάγα σπλάχνα της.

Φαίνεται πως ο ιδιαίτερος αυτός πεζογράφος συνεχίζει μια παράδοση καταγραφής της σκληρής ελληνικής επαρχίας προηγούμενων δεκαετιών, με τα κρυφά μυστικά της, τα σκληρά της ήθη κι έθιμα, τις δεισιδαιμονίες της, τη βία, τη γυναικεία υποτίμηση, τον κακώς εννοούμενο ανδρισμό και την αναξιοπρέπειά της. Ακολουθεί δηλαδή τη ροή σημαντικών αφηγήσεων του παρελθόντος, όπως «Η φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, το «Ο ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα ή «Το τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή, φτάνοντας μέχρι το «Ντιάλιθ’ μ Χριστάκη» του Σωτήρη Δημητρίου και τη «Λυκοχαβιά» του Κώστα Μπαρμπάτση (ενδεικτικοί οι τίτλοι). Με τους δύο τελευταίους ο Στατήρης συγγενεύει και στον τομέα της ντοπιολαλιάς, που την αποτυπώνει εξαιρετικά στα τρία πρωτοπρόσωπα και εξομολογητικά κεφάλαια, αυτά της Ρένας, του Πέτρου και του Στρατή.

Το ζητούμενο, μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Στατήρη, είναι η απάντηση στις εξής αναρωτήσεις: Πόσο έχει αλλάξει σήμερα η ελληνική επαρχία (η ελληνική κοινωνία εν γένει) από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, που αναφέρεται ο συγγραφέας; Έχουν καλυτερέψει αισθητά τα πράγματα ή θα συναντήσουμε ακόμη παραδείγματα αταβισμού και ζωοποίησης των ανθρώπων της; Φοβάμαι πως οι απαντήσεις δεν είναι καθόλου καθησυχαστικές. Οι συχνές γυναικοκτονίες, για τις οποίες συχνά κάνουν λόγο τα μέσα ενημέρωσης, μάλλον μαρτυρούν το αντίθετο.

 

Π. Γ.

 

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «περί ου». Στις 24 Οκτωβρίου 2026, στη στήλη «Βιβλία που εντοπίσαμε»)