Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (2)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 

             



ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (2)

 

 

Θολές εποχές

 

 

Καλοκαίρι του 1990, ακριβώς τριάντα χρόνια πριν. Έχει προηγηθεί το «βρόμικο ’89», το χρηματοπιστωτικό σκάνδαλο Κοσκωτά, η αποπομπή του Παπανδρέου στο Ειδικό δικαστήριο. Τα μακρυμάνικα πουκάμισά μας – το δικό μου και του Νίκου – οφείλονται όχι σε τερτίπια του καιρού και της φύσης, αλλά για λόγους ευπρέπειας. Βρισκόμαστε στον περίβολο της Μονής Γρηγορίου, στη μία και μοναδική έως τώρα επίσκεψή μας στο Περιβόλι της Παναγίας. Τα πρόσωπα φρέσκα και ξεκούραστα, τα μαλλιά μαύρα και πυκνά. Δεν υπάρχουν ίχνη προσωπικής, επαγγελματικής ή οικογενειακής φθοράς επάνω μας. Το δισάκι με τα αναγκαία – κονσέρβες, φωτογραφική μηχανή, χαρτομάντιλα, μπουκαλάκια με νερό – το έχω εναποθέσει σ’ εκείνον και έχω ξεμπερδέψει. Δεν θυμάμαι ποιος μας απαθανάτισε σ’ αυτήν τη στάση: προσκυνητής ή μοναχός;

Την προηγούμενη μέρα, στον ίδιο χώρο, ένας μοναχός μάς είχε αραδιάσει ένα τσουβάλι πατάτες για να τις καθαρίσουμε, κάτι που αρχικά μάς δυσαρέστησε αφού το στρατιωτικό μας με όλα τα συμπαρομαρτούντα μάς ήταν σχετικά πρόσφατο. Στην τράπεζα, στο απόδειπνο και στο αρχονταρίκι της μονής αποζημιωθήκαμε. Η μυσταγωγία των λειτουργιών, οι διά Χριστόν σαλοί, τα πολλά μορφωμένα καλογέρια που πιάσαμε κουβέντα μαζί τους, το κύμα που έσκαζε στον αρσανά όλο το βράδυ και μας γαλήνευε σύγκορμους, νωπά στη μνήμη μου. Ήμασταν έτοιμοι να πάμε στις Καρυές, και κατόπιν σε μια κοντινή καλύβα, έξω από το Κουτλουμούσι, για να γνωρίσουμε τον γέροντα Παΐσιο, που, τότε, ήταν κάτι σαν θρύλος και σήμερα έχει ανακηρυχτεί άγιος. Η αναμονή στην αυλή, οι κουβέντες του, το ανήσυχο βλέμμα του, η καταληκτική του φράση όταν μας ξεπροβόδησε –πάρτε φάρμακα, παλικαρόπουλα!–, βάζοντας στο χέρι μας λουκούμια, ακόμη φεγγοβολούν μέσα μου. Όλο αυτό στάθηκε η αιτία να γράψω κι ένα μικρό διήγημα, το μόνο θεολογικού ενδιαφέροντος που έχω γράψει, και που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο: Επίσκεψις οσίου Παϊσίου (εκδ. Αλτιντζής, 2017)

Τριάντα χρόνια μετά ζούμε και πάλι μια θολή εποχή. Το «βρόμικο 2020». Ηχητικές υποκλοπές συνδιαλέξεων πολιτικών με επιχειρηματίες, το «παρακράτος» που οργιάζει, το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς που ξεπουπουλιάστηκε, το δικό μας «μαγαζί», οι δικοί μας εισαγγελείς, εμείς και οι άλλοι, οι ηθικοί και οι ανήθικοι. Οι «έντιμοι» της υπόθεσης οραματίζονται και πάλι διώξεις και ειδικά δικαστήρια. Το σκηνικό περίπου το ίδιο. Μόνο που εμείς έχουμε αλλάξει. Τριάντα επιπλέον χρόνια στις πλάτες μας, άσπρα, αραιωμένα μαλλιά, ρυτίδες και ανασφάλειες. Είναι και η πανδημία στη μέση που κάνει πιο άχαρο, πιο αβέβαιο το παρόν μας. Όμως τα παιδιά και των δυο μας, τα μοναχοπαίδια μας που στην εν λόγω φωτογραφία είναι ακόμη αγέννητα, μας δίνουν το στίγμα, χαράσσουν τη ρότα της μελλοντικής μας πορείας. Ο Δημητράκης, που τελειώνει στην Κοζάνη τη Σχολή των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, και η Χρύσα, που εργάζεται ειδικευόμενη γιατρός στο «Γεννηματάς», σπάζοντας το πρωί τα μπλόκα «παιδαγωγών» που κλείνουν τους δρόμους αρνούμενοι την αξιολόγηση, για να φτάσει στον χώρο εργασίας της. Βρόμικα παιχνίδια, θολές εποχές, ευσεβείς γέροντες που από ψηλά μάς ραίνουν λουκουμόσκονη, πανδημίες και, στο φόντο, μια πατρίδα απτόητη, φτωχή, εκκωφαντικά ασυνείδητη, ακατάβλητη από κάθε ιό και ανεπίδεκτη εξέλιξης. Η αιώνια Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.

 

(το κείμενο γράφτηκε το 2020 και δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην book press)


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

"Ο αετός"-Αφήγημα

 


[Καθαρά Δευτέρα σήμερα, και, επ’ αφορμή της ημέρας, αναδημοσιεύω ένα αφήγημα, γραμμένο πριν από 25 χρόνια, που συγκαταλέγεται στη δεύτερη συλλογή αφηγημάτων μου Το ίδιο έργο της ζωής μου (Αλεξάνδρεια, 2002)]

 

֎

 

 

Ο ΑΕΤΟΣ

 

 

Σαν σε σελιλόιντ όλα ξετυλίγονται μπροστά μου. Πιτσιρικάδες, στην αρχή, παίρνουμε μάτι τα ζευγαράκια που χαϊδεύονται στα πίσω δεντράκια, κρατώντας την ανάσα μας έξω απ’ τα συρματοπλέγματα, για να μην προδοθούμε. Οι εκδρομές με το δημοτικό κι η μπάλα η ατέλειωτη στο χώμα της, ανάμεσα στα πεύκα. Γιορτή κρασιού με χορούς και τραγούδια − ο παππούς κι η θεία μου σκνίπα και το μπρούσκο να ρέει άφθονο από τις νταμιτζάνες. Κάποια φεστιβάλ αριστερών νεολαιών, με κόκκινες σημαίες και τραγούδια, κι εγώ, δειλά, να χώνομαι στο πλήθος, πάντα με τον φόβο μη με πάρει κάνα μάτι γνωστό και με καρφώσει στους δικούς μου. Μετά, εκδρομές με το γυμνάσιο, συζητήσεις για ροκ συγκροτήματα στα ξεβαμμένα παγκάκια της. Τα πρώτα φλερτ, παλάμες ιδρωμένες από την αγωνία και σπυριά της ηλικίας. Ένα ξεμονάχιασμα, λίγο πριν το στρατιωτικό, υγρασία στα χείλη κι ανάμεσα στα σκέλια. Μια υπόσχεση για αιώνια αφοσίωση, ένας σπασμός, μια τύψη. Κι η εξομολόγηση του φίλου μου, του Στάθη, ένα πνιγηρό αυγουστιάτικο απόγευμα, με κουτάκια μπίρες κατάχαμα, για κάποια Σόνια που δεν μπορούσε να ξεχάσει.

Καθαρά Δευτέρα, λιακάδα και εξόρμηση. Όλα γυρίζουν, πάλι, στο μυαλό μου, όλα, στο ίδιο πάντα αλσάκι το γνωστό, τ’ αγαπημένο.

―Άντε, μπαμπά, να τον πετάξουμε επιτέλους!, αδημονεί η κόρη μου τραβώντας το μανίκι.

Το παίρνω απόφαση εντέλει, λίγη φόρα απαραίτητη, τρέχω, τεντώνω τον σπάγκο κι αφήνω απότομα τον αετό. Κάνει εκείνος να πετάξει, ίπταται προσωρινά, όμως γρήγορα παίρνει την κατιούσα. Πέφτει με ορμή, γειώνεται στο άλσος της Νέας Ελβετίας όπως το παρελθόν και οι εφηβικές μου αναμνήσεις. Που όλο, λέω, να τις πετάξω μακριά, να τις ξεφορτωθώ κι όλο εκείνες πεισματικά επιστρέφουν στη σκέψη και την καρδιά μου.

(2001)

 

Π. Γ.


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (5)-Σαραμπάντα

 

 


 

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (5)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη, Σαραμπάντα, μικροϊστορίες ημερολογίου, Νησίδες, 2025

 

 

Όλα τα μέχρι τώρα πεζογραφικά κείμενα της Αρχοντούλας Διαβάτη, που η ίδια, ανάλογα της περίστασης, τα χαρακτηρίζει είτε διηγήματα είτε μικρά πεζά, μυθιστορίες, χρονογραφήματα ή ημερολογιακές μικροϊστορίες, συναποτελούν  ένα μικτό είδος γραφής, κάτι μεταξύ όλων των παραπάνω ή και όλα τα παραπάνω μαζί. Το γεγονός αυτό κάνει τα εν λόγω κείμενα πρωτότυπα, γοητευτικά και προσεγγίσιμα από τον αναγνώστη, ακριβώς λόγω του μη ακριβούς υφολογικού και λογοτεχνικού προσδιορισμού τους. (Ο ουδέτερος όρος πεζογραφήματα, που ευφυέστατα, κάποτε, είχε επιλέξει ο Γιώργος Ιωάννου για να προσδιορίσει τα δικά του πεζά, θα ήταν μια κάποια λύση, που ωστόσο, καλώς ή κακώς, η Διαβάτη δεν αποφάσισε ν’ ακολουθήσει.). Όπως και να έχει, το νέο πεζογραφικό βιβλίο της Δ., το Σαραμπάντα, έχει όλα τα πλεονεκτήματα των παλαιότερων βιβλίων της. Στρωτή αφήγηση, μνήμες παλιάς Θεσσαλονίκης, καθημερινότητα, προσωπικά βιώματα και τραύματα ζωής, σκηνές σύγχρονου αστικού παραλογισμού, καταγραφή πολιτιστικών εκδηλώσεων, μέχρι και κριτικές βιβλίων.

Η Δ. είναι ειλικρινής και συνεπής μ’ αυτό που καταγίνεται εδώ και χρόνια. Αναδεικνύει με τα κείμενά της το ελάχιστο και το καθημερινό σε ουσιώδες και μείζον. Τα αφηγηματικά της υλικά απλά (όχι απλοϊκά) και κατανοητά και όχι δυσνόητα και πομπώδη. Διαβάζοντας κάποιος τα βιβλία της έχει την αίσθηση ότι γράφει όχι για τον εαυτό της αλλά για μια ομάδα ανθρώπων, μια συλλογικότητα, που η κοινή συνισταμένη των μελών της είναι η αγάπη γι’ αυτήν την πόλη και μια αισθητικού τύπου κοινή αντίληψη για τα πράγματα.

Στα πρόσφατα βιβλία της ο θάνατος του αγαπημένου συζύγου της, εμφιλοχωρώντας σε αρκετά της πεζά (και ποιήματα) κάνουν τη γραφή της πιο μεστή και κατασταλαγμένη. Εδώ, ας θυμηθούμε και τη ρήση του αείμνηστου Καρόλου Τσίζεκ: «Με φόντο το μαύρο παραπέτασμα του θανάτου, τα χρώματα της αγάπης φαντάζουν πιο μεστά». Αυτό συνέβη και με τη Διαβάτη. Η αγάπη για τον σύντροφό της και η οδύνη της απώλειάς του αποτυπώθηκαν (και αποτυπώνονται) εύγλωττα στα κείμενά της, προκαλώντας στον αναγνώστη πηγαία συγκίνηση, κάτι που, ας μην το ξεχνάμε, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της καλής λογοτεχνίας.

Οι ημερολογιακού τύπου μικροϊστορίες, όπως αυτές του βιβλίου της Δ., ακόμη και οι ημερολογιακές σημειώσεις των συγγραφέων, δεν είναι υποδεέστερο είδος γραφής. Πολλοί διάσημοι συγγραφείς (Καβάφης, Όσκαρ Ουάιλντ, Ντοστογιέφσκι κ. ά.) κατέφυγαν στο ημερολόγιό τους με εκπληκτικά αποτελέσματα. Αυτό το είδος γραφής, απαλλαγμένο εν μέρει από τη συγγραφική αυθεντία, δείχνει γυμνές τις σκέψεις και τις προθέσεις του δημιουργού. Συχνά προκύπτουν λογοτεχνικά διαμαντάκια, κάποιες φορές ακατέργαστα, όμως διόλου αμελητέας αξίας, όπως συμβαίνει και με το βιβλίο Σαραμπάντα της Διαβάτη.

Από τα εννέα ως τώρα βιβλία της συγγραφέως (πεζογραφικά ή ποιητικά) τα οκτώ τελευταία εκδόθηκαν από τις ποιοτικές θεσσαλονικιώτικες εκδόσεις «Νησίδες». Η τύπωση είναι αισθητικά άρτια. Όσο για τον τίτλο: «Σαραμπάντα» είναι το όνομα χορού, που ενώ αρχικά (1583) είχε απαγορευτεί γιατί είχε θεωρηθεί άσεμνος, στην εποχή του Μπαρόκ έγινε εξαιρετικά δημοφιλής, προσλαμβάνοντας τη θέση του στη σουίτα.

 

Δείγμα γραφής (σς. 24-25)

 

Ντύνονταν κι έφευγαν ο ένας μετά τον άλλο, ορίζοντας το πρόγραμμα της επόμενης συνεδρίας, γεμάτοι συμπόνια ίσως όπως αυτή για τον διπλανό τους στο δρόμο, θέλοντας κι αυτοί να αγκαλιάσουν τους αγνώστους που περπατούσαν ανήξεροι δίπλα τους.

Και δεν ήταν η εξάρτηση κι η ανημπόρια του πόνου, εκείνη η προδοσία ήταν, όταν άρχιζε να ανεβαίνει μέσα τους το κύμα του πόνου σαν οργασμός που όμως δεν τους απίθωνε κάτω με ένα χαμόγελο χαμένους και ηττημένους, αλλά ένα χταπόδι τούς άφηνε που το χτύπησαν στο βράχο ξανά και ξανά να μαλακώσει.

 

Π. Γ.







Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Personal zoo (5)-Στον τόπο

 


PERSONAL ZOO (5)

 


Στη στήλη αυτή θα βρίσκετε δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα αναφορικά με τα ζώα. Σκυλιά, γάτες, αμνοερίφια, τσούχτρες, κουνούπια, φίδια, πουλιά, μυρμήγκια και άλλα ζωντανά θα παρελάσουν στις οθόνες σας. Και ας θυμόμαστε πάντα τη φράση του Μίλαν Κούντερα, που θέτει τα ζώα σε ανώτερη θέση σε σχέση με τον άνθρωπο: Τα ζώα δεν διώχθηκαν ποτέ από τον Παράδεισο.           

֎

 

Στον τόπο

 

Κατηφορίζοντας, το πρωί, το στενό, πίσω από το Ιπποκράτειο, για να πάω στη δουλειά μου, βρέθηκα απέναντι σ’ ένα αποτρόπαιο θέαμα. Καταμεσής του δρόμου, ένα γατί, με λιωμένο κεφάλι, χυμένα μυαλά κι εντόσθια, κείτονταν στην άσφαλτο νεκρό. Μια μικρή λιμνούλα αίματος είχε αρχίσει να ξεραίνεται και μόνο τρεις τέσσερις μύγες γυρόφερναν σαδιστικά πάνω απ' το κουφάρι του.

Ανατρίχιασα. Αντικρίζοντας τα ορθάνοιχτα μάτια του −άραγε ακόμα θυμούνταν; κατά τη ρήση του ποιητή*− προσπαθούσα να εικάσω τις φρικτές λεπτομέρειες. Έγιναν τάχα όλα στα σκοτεινά ή μόλις είχε χαράξει; Έτρεχε πολύ ο οδηγός και δεν το είδε; Ή τρόμαξε η γάτα από κάποιο  θόρυβο, πήδηξε από παρακείμενο κάδο σκουπιδιών και βρέθηκε στις φονικές ρόδες που την έλιωσαν;

Ακαριαία, μου ήρθε στον νου ένας παιδικός μου φίλος, ο Πάρης. Μας μάζευε όλους στην παλιά γειτονιά και μας έλεγε σοβαρά σοβαρά πως, αν βλέπαμε ποτέ νεκρό γατί στον δρόμο, έπρεπε να γυρίσουμε το κεφάλι αλλού, να φτύσουμε τρεις φορές στη γη και να τραβήξουμε για λίγο τα μαλλιά μας. Οι περισσότεροι γελούσαν μ’ αυτά τα αφελή και παιδιάστικα ξόρκια. Ανάμεσά τους κι εγώ, που τον κορόιδευα. «Ναι, ρε, έτσι γίνεται, μου το είπε η γιαγιά μου..», επέμενε εκείνος, βέβαιος για την αξία αυτών των ενεργειών. Μεγάλος, κάπου διάβασα πως αυτές οι ενέργειες είναι έθιμα που βασίζονται στον «ανιμισμό» και χάρις σ’ αυτά −όπως πιστεύουν μερικοί− οι ψυχές των πεθαμένων ζώων βρίσκουν γαλήνη κι ηρεμία.

Για μεγάλο διάστημα ξέκοψα από τον Πάρη. Στο λύκειο που τον αντάμωσα και κάναμε σποραδικά παρέα, μου είπε πως το παλεύει να περάσει στο Φυσικομαθηματικό με πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν τα κατάφερε εντέλει και πήγε στα καράβια. Ένας κοινός παιδικός φίλος, χρόνια μετά, με ενημέρωσε πως χάθηκε σε ναυάγιο στον Ειρηνικό. «Τον φάγανε οι καρχαρίες!», μου είπε με μια ωμότητα που με σόκαρε.

Κατάφερα να τραβήξω το βλέμμα μου από το πεθαμένο γατί. Ασυναίσθητα γυρίζω το κεφάλι μου στην αντίθετη κατεύθυνση και φτύνω κάτω τρεις φορές. Ταυτόχρονα πιάνω με το δεξί μου χέρι λίγες τρίχες από το κοντοκουρεμένο κεφάλι μου και τις τραβώ. Τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου, αν όλα αυτά τα έκανα για την ψυχή της πεθαμένης γάτας ή σαν μνημόσυνο στον παιδικό μου φίλο.

(αδημοσίευτο διήγημα γραμμένο το 2004)

 

* «Μάτια σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται», στίχος του Αλέξη Ασλάνογλου.

 

 


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Εκδόσεις "Βαγονέτο"-Η βόλτα με το φτυάρι

 


«Η βόλτα με το φτυάρι» του Δημοσθένη Καμπούρη (κριτική) – Άντρες αβέβαιοι και αναποφάσιστοι, ιστορίες απλές και καλογραμμένες

 

Υποδεχόμαστε τον νεότευκτο εκδοτικό οίκο της πόλης μας, το «Βαγονέτο», που διευθύνει ο καλός πεζογράφος Γιώργος Γκόζης (διατηρεί σε καλαίσθητο χώρο της Ανατολικής Θεσσαλονίκης και το βιβλιοπωλείο «Μεσιέ Σαρλό»), σχολιάζοντας το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο Έλληνα συγγραφέα που εκδίδει. Πρόκειται για τη συλλογή επτά διηγημάτων Η βόλτα με το φτυάρι τού πεζογράφου Δημοσθένη Καμπούρη, που έχει τυπώσει στο παρελθόν δύο ακόμη συλλογές διηγημάτων, το Στη βροχή με μηχανάκι (Ελληνικά Γράμματα, 2001) και το Ο έρωτας στην κωλοτσέπη (Ενύπνιο, 2021). Έκδοση τυπογραφικά άψογη, με λιτό, καλλιτεχνικό εξώφυλλο, σε διχρωμία, που παραπέμπει σε εποχές όπου πλεόναζε η ποιότητα και υπολείπονταν οι χρωματικές ποικιλίες και οι ιλουστρασιόν εντυπωσιασμοί. Ας περιτρέξουμε όμως, κάπως συνοπτικά, στα επτά διηγήματα του βιβλίου. Σε όλες τις ιστορίες ο ήρωας είναι ένας άνδρας, με όνομα πότε Δημήτρης, Τάκης ή Γιάννης.

(για να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου πατήστε στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο:

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/25019-i-volta-me-to-ftyari-tou-dimostheni-kampoyri-kritiki-antres-avevaioi-kai-anapofasistoi-istories-aples-kai-kalogrammenes  )

 


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (1)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 


                           

                                                          Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης-Άγιον Όρος



 

ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1)

 

 

Καρυές

 

1

 

Ο γέροντας Ιωσήφ, ο Κατουνακιώτης, πουλάει στις Καρυές μικροτεχνήματα και μετράει το άχρονο παρόν βαρώντας κομποσκοίνι. Μ’ αφήνει να τον φωτογραφίσω μέσα στη ζέστη του Ιούλη με το φθαρμένο του ζωστικό και τα χέρια ενωμένα στην κοιλιά του με παπαδιαμαντική ευλάβεια. Χείλη μονίμως σφραγιστά, μαθημένα στη σιωπή· βλέμμα καθάριο κι ανυπόκριτο.

Βλέπω τη μορφή του, Φλεβάρη μήνα, στην πόλη, και μια αιώρα με λικνίζει ηδονικά μες στης ζωής τον λίβα τον καυτό. Ένα πολύχρωμο καράβι στα βαθιά της ψυχής και του νου μ’ αρμενίζει.

 

 

2

 

Το πανδοχείο βρόμικο και ταπεινό. Δύο μονά σιδερένια κρεβάτια, ένας νιπτήρας, κάτω η αίθουσα του φαγητού. Μια αυτοκόλλητη μυγοσκοτώστρα, κρεμασμένη από την οροφή, παγιδεύει έντομα. Καύσωνας στο Όρος, ιδρώτας και λαχανιάσματα στις μετακινήσεις μας από Μονή σε Μονή. Δίπλα μας πάμπλουτοι μοναχοί με τσακισμένο το εγώ, δίχως δεκάρα στην τσέπη, καβάλα σε γαϊδούρια μάς προσπερνάνε χαιρετώντας μας. Αεράκι ελευθερίας και ταπείνωσης μάς δροσίζει. Ειρηνικό μελτέμι απ’ των γερόντων τις μορφές και του τοπίου τη γαλήνη φυσά στις ψυχές μας.

 

 

Παΐσιος

 

Μιλούσε γι’ αυτόν με θέρμη ένας καθηγητής μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία, κεντρίζοντάς μου την περιέργεια να τον γνωρίσω από κοντά. Πηγαίνοντας το 1992 στο Όρος, δεν έχασα την ευκαιρία.

Περίμενα καρτερικά ένα δίωρο έξω από την καλύβα του, μαζί με εφτά οχτώ ακόμα επισκέπτες. Έλεγαν πως είσαι πολύ τυχερός εάν συναντήσεις τον Γέροντα, έστω να συζητήσεις για λίγο μαζί του. Ήταν, λέει, ένας Άγιος εν ζωή.

Με το που άνοιξε την πόρτα, έπεσα από τα σύννεφα. Ένα απλό, ταπεινό γεροντάκι με μαύρο σκούφο με κεντημένο σταυρό στο κεφάλι, και κάτι παλιά παπούτσια δίχως φτέρνες, ξεπρόβαλε εμπρός μου. Τον κοίταξα καχύποπτα, δεν τον έκοψα για Άγιο, μάλλον τα παραλέγανε οι πιστοί. Ίσως λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά σε μία μερίδα ανθρώπων προκαλώντας τους μαζική υστερία. Ο Έριχ Φρομ κι ο Σίγμουντ Φρόιντ, μέσα μου, τον είχαν υποσκελίσει. Τον ξανακοίταξα προσεχτικότερα. Κρατούσε ένα πιάτο με λουκούμια.

―Πάρτε, φάρμακα, παλικαρόπουλα…, είπε χαμηλόφωνα.

Ύστερα μάς έφερε καμιά δεκαριά κορμούς δέντρων για να καθίσουμε γύρω του.

Άνοιξε κουβέντα με το πλήθος που τον περίμενε. Ενημερωμένος για όλα. Το Ειδικό Δικαστήριο, τον Παπανδρέου, τον δικαστή Κόκκινο. Ύστερα άρχισε να μιλά για τον Χριστό και την Παναγία. Ένας θεολόγος από την Αθήνα ρώτησε αν υπάρχει ακόμα ελπίδα να σωθεί ο κόσμος.

―Πόσες φορές δίνουμε εξετάσεις σ’ όλη μας τη ζωή; του απάντησε με νόημα.

Φεύγοντας, όλοι τον πλησίαζαν να του εξομολογηθούν κάποιο πρόβλημά τους. Δεν είχα τι να του πω, όμως πλησίασα κι εγώ.

―Εσύ, πώς από 'δω; με ρώτησε διαβάζοντας πάνω μου την έλλειψη σοβαρού λόγου για να τον συναντήσω, ίσως και τη δυσπιστία μου απέναντι στο πρόσωπό του.

―Ευλόγησον, γέροντα, του είπα, επιχειρώντας να ασπαστώ το χέρι του.

Το τράβηξε απότομα και δεν πρόλαβα.

―Βρες έναν πνευματικό, βρε αγόρι μου, να μην παιδεύεσαι. Η Παναγιά μαζί σου…, με ξεπροβόδισε.

Ούτε μάγος ήταν ούτε θαυματοποιός. Η ζωή μου δεν άλλαξε που τον συνάντησα. Δεν ξέρω αν κέρδισα απ’ αυτό το πλησίασμα, αν έγινα καλύτερος. Όμως την ηρεμία του προσώπου του και το ανυπόκριτο βλέμμα του τα κράτησα βαθιά μέσα μου σαν φυλαχτό.

 

͌⃰

Πέρασαν χρόνια από εκείνο το μεσημέρι, ο Γέροντας κοιμήθηκε, κι εγώ ψάχνω ακόμα απεγνωσμένα για το θαύμα του. Τα άγχη, οι φιλοδοξίες και τα αδιέξοδα μού χτυπούν τον ώμο ανησυχητικά, ώρες ώρες ανυπόφορα. Ένα βάρος αφόρητο με πιέζει κάποιες στιγμές, με καθηλώνει, μου κόβει τα γόνατα. Ο Φρομ και ο Φρόιντ, παρότι τους έφαγα με το κουτάλι, δεν μου δίνουν, πλέον, λύσεις. Και πώς να προσμένω το θαύμα, όταν η επαφή μου με τα Θεία και την Εκκλησία εξακολουθεί να παραμένει χλομή, σχεδόν αναιμική; Ίσως αν προλάβαινα τότε να του φιλήσω το χέρι… Ίσως αν τον έβλεπα διαφορετικά…

Κλείνω τα μάτια και φέρνω στον νου το παλιό προσκύνημά μου στο Περιβόλι της Παναγίας. Το δύσβατο μονοπάτι, την πυκνή βλάστηση. Την αγωνία και τη λαχτάρα εκείνων που ήθελαν να συναντήσουν τον Γέροντα. Τα βάσανα του κόσμου. Και το πορτάκι ανοίγει. Η μαυροφορεμένη σιλουέτα γλιστρά αθόρυβα με τα λουκούμια στο χέρι. Λόγια ιαματικά, φάρμακα και βάλσαμο ψυχής για τους λαβωμένους των στασιδιών. Η παράξενη λάμψη στα μάτια του Γέροντα. Η ελπίδα στα μάτια των προσκυνητών. Κάτι είχε γίνει εκείνη τη στιγμή στην καλύβα του Γέροντα που δεν είχα, τότε, αντιληφθεί. Κάποια Θεία Κοινωνία συντελέστηκε. Κάτι δύσκολο και απροσδιόριστο στο να εξηγηθεί. Κάτι που έχει να κάνει με τις ψυχές και τα βλέμματα.

Γαληνεύω και μόνο με την ανάμνηση εκείνου του μεσημεριού. Το μυαλό ξεθολώνει, η ψυχή απαλύνεται. Δεκαέξι χρόνια μετά, η αναπόληση, και μόνο, μιας στιγμής μού προκαλεί ανεξήγητη ευφορία. Δεκαέξι χρόνια μετά, το θαύμα επιτέλους ζυγώνει.

1995, 2008

 

[Το αφήγημά μου «Παΐσιος» περιλαμβάνεται στο βιβλίο Από το τραπέζι του Γέροντα Παϊσίου (ανθολόγηση-επιμέλεια Αναστάσιου Ομ. Πολυχρονιάδη), εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη, 2η έκδοση, 2010]


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (2)-Μεταφρασμένη λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 επιλογές)

 

Από τα βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση τα παρακάτω:

 

Patrick Modiano, Η χορεύτρια (νουβέλα, εκδ. Πόλις, 2025, μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη)

Η γραφή της νουβέλας είναι αφαιρετική και λεπτεπίλεπτη. Ο φωτισμός χαμηλός, νυχτερινός. Η γοητεία μιας άλλης εποχής, ο κόσμος του χορού στο Παρίσι του ’60, η σκληρή πειθαρχία των χορευτών, το σκοτεινό παρελθόν των καλλιτεχνών, όλα μεταφέρονται από τον Μοντιανό με αριστουργηματικό τρόπο στο βιβλίο. Η λογοτεχνία και ο χορός σε αγαστή σύζευξη.

(μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου για το βιβλίο στον παρακάτω σύνδεσμο: https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/24040-i-xoreytria-tou-patrik-montiano-kritiki-morfes-pou-paramenoun-aneksitiles-me-ta-xronia )

 

James Joyce, Οι νεκροί (εκδ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ Μεταίχμιο, 2025, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

Ο έρωτας, ο θάνατος, η δυσκολία επικοινωνίας σ’ ένα ζευγάρι αλλά και η κατ’ επίφαση ζωή ανθρώπων που σπαταλούν την ύπαρξή τους σε κοινοτοπίες και στερεότυπα, όλα τα παραπάνω μπόρεσαν να χωρέσουν αριστουργηματικά στο διήγημα-κομψοτέχνημα του Τζόις, Οι νεκροί, μια καθαρά «ιρλανδική» ιστορία που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του Ιρλανδού συγγραφέα Δουβλινέζοι (1914) – προάγγελος του μυθιστορήματός του Οδυσσέας (1922), που απετέλεσε τομή στην μοντερνιστική πεζογραφία της εποχής του.

J. M. Goetzee, Ο Πολωνός (7η χιλιάδα, επανακυκλοφορία 2025, μυθιστόρημα, εκδ. Διόπτρα, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου)

Ένας Πολωνός πιανίστας, ο Βίτλοντ Βαλτσικιέβιτς, ερωτεύεται την Μπεατρίθ, μία κατά πολύ νεότερή του γυναίκα, σύζυγο τραπεζίτη, όταν τον καλεί σ’ ένα ρεσιτάλ στη Βαρκελώνη, στην οργάνωση του οποίου βοηθάει η ίδια. Στο βιβλίο εντυπωσιάζει πως ενώ η σχέση ξεκινά περίπου ως αδικαίωτος έρωτας του Πολωνού προς την Ισπανίδα γυναίκα, αφού η τελευταία δεν έχει εντυπωσιαστεί από την πολιορκία που της γίνεται, στο τέλος το ερωτικό παιχνίδι οδηγείται στην ανατροπή και εξελίσσεται από παιχνίδι εξουσίας και επιβολής σε μια μικρή ερωτική περιπέτεια, με αναπάντεχα, απτά αποτελέσματα. Ο Goetzee μάς αποδεικνύει πως καλή λογοτεχνία δεν είναι μόνο τα μεγάλα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε στο παρελθόν, και που του χάρισαν κι ένα Νόμπελ (2003), αλλά και ο καθημερινός μικρόκοσμος, που κρύβει τόσα αισθήματα, ματαιώσεις, ανατροπές και ερωτικά σκιρτήματα.

 

Georgi Gospodinov, Ο κηπουρός και ο θάνατος (μυθιστόρημα, εκδ. Ίκαρος, 2025, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου)

Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν κηπουρός. Παιώνιες και πατάτες, τριαντάφυλλα και κερασιές ήταν ένα μέρος από τη ζωντανή κληρονομιά του. Και μαζί με αυτά, ατέλειωτες ιστορίες που αφηγούνταν ο καπνιστής πατέρας στον γιο του. Ο αφηγητής-γιος κάθεται δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου πατέρα καταγράφοντας τη ζωή του. Ένα βιβλίο για τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου. Για τη ζωή που σβήνει. Προκαλεί πηγαία συγκίνηση η αφήγηση του βραβευμένου Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (1968), θυμίζοντάς μας (κυρίως ως προς τη θεματογραφία του και όχι ως προς το ύφος γραφής του) τον Φίλιπ Ροθ, στο ανυπέρβλητο αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Πατρική κληρονομιά (Πόλις, 2012, μτφρ. Τάκης Κίρκης).

 

Satoshi Yagisavva, Οι μέρες στο Βιβλιοπωλείο Μορισάκι (μυθιστόρημα, εκδ. Ελληνικά γράμματα, 12η έκδ. 2025, μτφρ. Άρης Σφακιανάκης)

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Σατόσι Γιαγκισάβα (1977) έγραψε ένα απλό (όχι απλοϊκό) και μικρής έκτασης μυθιστόρημα τύπου «feelgood» (αναγνώσματα που μας φτιάχνουν τη διάθεση), που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ. Μια εικοσιπεντάχρονη, η Τακάκο, βιώνοντας μια ερωτική αποτυχία καταφεύγει στο παλαιοβιβλιοπωλείο του θείου της, Σατόρου, όπου διαμένει στον επάνω όροφο βοηθώντας τις καθημερινές ως υπάλληλος. Το βιβλιοφιλικό σύμπαν και οι πελάτες του χώρου θα της αλλάξουν σταδιακά τη ζωή, και η κοπέλα θα δει τον κόσμο με θετικό βλέμμα. Με διαυγή και ήρεμη αφήγηση ο Γιαγκισάβα στήνει ένα συμπαθητικό και ευκολοδιάβαστο στόρι για τη ζωή, την αγάπη και την ιαματική δύναμη των βιβλίων, που λειτουργεί στον αναγνώστη ως άσκηση ζεν.

Είναι φανερό πως τη χρονιά που μας πέρασε οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις μετατοπίστηκαν από τα ογκώδη, πολυσέλιδα μυθιστορήματα, στα μικρής έκτασης μυθιστορήματα, στις ολιγοσέλιδες νουβέλες και στα διηγήματα. Για κάποιο ή για κάποια από τα βιβλία που σας προανέφερα, ίσως δείτε, μελλοντικά, στις σελίδες του blog αναλυτικότερους σχολιασμούς.

Π. Γ.

 

 


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (1)-Ελληνική λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 +1 επιλογές)

 

Από τα βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση δύο επανεκδόσεις μυθιστορημάτων, τρία πεζογραφικά βιβλία και μία αυτοβιογραφία.

 

Επανεκδόσεις

Κώστας Χατζηαντωνίου, Αγκριτζέντο (μυθιστόρημα, νέα έκδοση, επιμελημένη, 2024, Καστανιώτης)

Ένα βιβλίο όπου η φιλοσοφία, η περιπλάνηση και το ιστορικό μυθιστόρημα συναντιούνται και περιπλέκονται αρμονικά. Ένας ύμνος για τις Χαμένες πατρίδες της Κάτω Ιταλίας. Παράλληλα και μια επιστροφή στους πρώτους έρωτες προσώπων και στην αλλοτινή αγνότητα τόπων, που δεν γνωρίσαμε όπως θα τους άρμοζε. Ο Χατζηαντωνίου περιδιαβαίνει με ιστορική γνώση και ευαισθησία κομμάτια του Ελληνισμού, που δεν προβλήθηκαν αρκετά διά της λογοτεχνίας. Το βιβλίο έλαβε το 2011 το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεταφράστηκε έως σήμερα σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

Περικλής Σφυρίδης, Μεταμόσχευση νεφρού και Τηλεοπτικός κανιβαλισμός (μυθιστόρημα, Εστία, 2024)

Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα από το μακρινό 2000, οπότε πρωτοκυκλοφόρησε, το μυθιστόρημα του Π. Σ. επανεκδίδεται εμπλουτισμένο με τη νουβέλα Τηλεοπτικός κανιβαλισμός. Στο βιβλίο καταγράφεται η εμπειρία του συγγραφέα ενός ταξιδιού του στην Ινδία μαζί με την αδελφή του προς αναζήτηση δότη νεφρού, για να σωθεί η άρρωστη γυναίκα. Ένα οικουμενικό μυθιστόρημα, γραμμένο με τέχνη και ενάργεια, που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές του κοινωνικού προβλήματος των μεταμοσχεύσεων ζωτικών οργάνων σε ασθενείς − κάτι που, μόλις τα τελευταία χρόνια, έχει ως πράξη αποενοχοποιηθεί.

 

Πεζογραφία

 

Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2025)

Ο καλός Βολιώτης πεζογράφος έχει καταθέσει και στο παρελθόν, μεταξύ άλλων, και βιβλία γραμμένα με την τεχνική της μυθιστορηματικής βιογραφίας, σ’ ένα, κατά κανόνα, μεταμοντέρνο πλαίσιο γραφής. Αναδεικνύει, έτσι, και προβάλλει στο αναγνωστικό του κοινό σχετικά άγνωστες (ή και περισσότερες γνωστές), όμως σημαντικές προσωπικότητες της πατρίδας (Αλφόνς Χοχάουζερ, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Στρατής Δούκας). Στο παρόν βιβλίο ασχολείται με τη ζωή του Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, ο βίος και η πολιτεία του οποίου (βασανισμένη παιδική ηλικία, μόχθος επιβίωσης, ταξίδια, φιλίες, έρωτες κ. ά.) έχουν από μόνα τους μυθιστορηματική υφή. Οι ήρωες που ο Ακρίβος επιλέγει να υφάνει μυθοπλαστικά τη βιογραφία τους, εμπεριέχουν πάντα κάτι το τραγικό αλλά και το μεγαλειώδες.

 

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Ο ελεγκτής και άλλες ιστορίες βιοποριστικού έρωτα (διηγήματα, εκδ. ΑΩ, 2024)

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ύστερα από σαραντάχρονη πορεία στην ποίηση, αποφάσισε να εκτεθεί και στην πεζογραφία με την πρώτη συλλογή διηγημάτων του. Το ερωτικό στοιχείο διατρέχει το σύνολο των 13 ιστοριών, ενώ στην πλειονότητα των κειμένων κάποια επαγγελματίας του έρωτα ή, απλώς, κάποια ερωτική γυναίκα στηρίζει, ικανοποιεί ή αναγεννά με τις ερωτικές της υπηρεσίες κάποιον εξουθενωμένο από τη ζωή άντρα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και ενθαρρυντική εκκίνηση στον χώρο της πεζογραφίας (διηγηματογραφίας) από τον έμπειρο και καταξιωμένο ποιητή, που πετυχαίνει να διοχετεύσει αβίαστα το ποιητικό του υπόβαθρο και στον πεζό λόγο.

 

Γιώτα Ιωαννίδου, Coffee time (νουβέλα, εκδ. Βακχικόν, 2025)

Το βιβλίο είναι γραμμένο από τη γυναικεία οπτική, ωστόσο η συγγραφέας, μέσα σε λίγες σελίδες, κατορθώνει να θίξει με άμεσο και καίριο τρόπο ζητήματα που άπτονται των ανθρώπινων σχέσεων και του ερωτικού παιχνιδιού. Σκηνοθετικό ντεκόρ της νουβέλας ένα κοινότοπο, καθημερινό, σχεδόν παρακμιακό καφέ της πρωτεύουσας. Ένα κομψό βιβλίο για τους έρωτες που δεν υλοποιούνται, με ισορροπημένη εκ μέρους της συγγραφέως αντιμετώπιση του αντρικού και του γυναικείου ρόλου σε μία σχέση, κάτι που σπανίζει στη σημερινή ερωτική βιβλιοπαραγωγή.

 

Συν μία επιλογή

 

Γιώργος Χρονάς, Το όνομά μου είναι Γιώργος Χρονάς (αυτοβιογραφία, Οδός Πανός, 2024)

Πρόκειται για μια άκρως ενδιαφέρουσα, σχετικά ολιγοσέλιδη, κομψή και περιεκτική αυτοβιογραφία, μοιρασμένη σε 36 σύντομα κεφάλαια, όπου καταγράφονται πρωτίστως τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του ποιητή. Το βιβλίο, στο τέλος, καταλήγει ως ένα είδος πνευματικού και υλικού αντίδωρου, μια απόδοση ευγνωμοσύνης εκ μέρους του ποιητή για την ύπαρξή τους. Η πόλη της Θεσσαλονίκης παίζει σημαντικό ρόλο στις μνήμες και εξομολογήσεις του Χρονά, αφού, ως σημείο αναφοράς ή πεδίο γεγονότων και καταστάσεων, καταλαμβάνει σημαντικό αριθμό κειμένων στη συνολική αυτοβιογραφία.

Π. Γ.