Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Τσιγάρο με τον Καραϊσκάκη

 


 

 

[Με αφορμή τη σημερινή επέτειο της 25ης Μαρτίου αναδημοσιεύω ένα διήγημά μου, που περιλαμβάνεται στη συλλογή μου Η εγγύτητα των πραγμάτων (Νησίδες, 2021). Θα το βρείτε και στην επετειακή συλλογή 1821 μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (24γράμματα, 2020, επιμέλεια Ελ. Ιντζέμπελης)]

 

 

֎

 

 

ΤΣΙΓΑΡΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑÏΣΚΑΚΗ

 

 

 

Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτό το καμαράκι. Αυτή η αραχνιασμένη αποθηκούλα στο υπόγειο του Γυμνασίου, τιγκαρισμένη από ανθρώπινα ομοιώματα για την Ανθρωπολογία, χαλασμένες υδρόγειες σφαίρες δίχως άξονα και βάση, σκουριασμένες ζυγαριές πειραμάτων Φυσικής, σκοροφαγωμένο εποπτικό υλικό και τα πορτρέτα έξι-επτά αγωνιστών της επανάστασης, να περιμένουν κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη ημερομηνία για ν’ αποκαθηλωθούν στο γυμναστήριο, στην επέτειο του ’21. Εδώ χώνομαι σε κάποια διαλείμματα και καπνίζω. Άτυπο καπνιστήριο το καθιερώσαμε οι θεριακλήδες καθηγητές, με τη σύμφωνη γνώμη του γυμνασιάρχη. Ο οποίος στην αρχή ήταν αρνητικός με την ιδέα, φοβούμενος τις συνέπειες του Γραφείου, αλλά μετά υπαναχώρησε – ας όψεται το δικό του πάθος με τη νικοτίνη.

Ο χώρος είναι τρία επί τρία –σωστό κελί– και δεν χωρά παραπάνω από έναν καπνιστή, οπότε όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. Ο επόμενος θα καπνίσει σε άλλο κενό ή σε άλλο διάλειμμα ή αφού αποχωρήσει ο προηγούμενος θεριακλής. Τώρα, μάλιστα, με τον κορωνοϊό δόθηκε εντολή από τον γυμνασιάρχη να μπαίνουμε με μάσκα. Και στο τέλος να απολυμαίνουμε τα πάντα. Αφού δεν υπάρχει καν παραθυράκι για εξαερισμό, αναγκαζόμαστε εμείς να τα κάνουμε όλα λαμπίκο. Σ’ αυτόν τον χώρο είμαστε καθηγητές, καπνιστές και καθαριστές ταυτόχρονα. Εγώ, τελευταία, συχνάζω εδώ και για έναν ακόμη λόγο. Αποφεύγω να συναντώ στο γραφείο τη Δήμητρα. Όχι για τήρηση αποστάσεων, μέτρα προφύλαξης και τέτοια υποχονδριακά. Αλλά πώς ν’ αντικρίσεις ένα πρόσωπο που είχες μαζί του σχέση εδώ και τέσσερις μήνες, και στην τελευταία επαφή σου μαζί της σού αποκάλυψε πως σκέφτεται ακόμη, κάποιες φορές, τον πρώην της; Και πως δεν είναι σίγουρη αν η σχέση μαζί σου οδηγεί πουθενά. Ανασφαλείς γυναικείοι χαρακτήρες, τι να πεις… Δυσερμήνευτα πλάσματα. Ή όπως το θέτει ποιητικότερα ένας κολλητός μου από τον στρατό: «η αθέατη όψη του φεγγαριού».

Τελειώνοντας το μάθημα με το Α2 –τους έχω κάνει σαΐνια στην κλίμακα του ντο, ακόμη και τους πιο άμουσους– τρυπώνω πάλι στην αποθηκούλα για να καπνίσω. Ρυθμίζω τη μάσκα κάτω από το στόμα κι ανάβω τσιγάρο. Έξω, στην πόρτα, είναι αναρτημένο το ταμπελάκι «Κατειλημμένη», οπότε ο επόμενος θεριακλής θα καταλάβει και θα κρατηθεί για αργότερα. Περιμένω πώς και πώς να τελειώσει αυτή η δίσεκτη σχολική χρονιά, να κατέβω στα μέρη μου, στον θεσσαλικό κάμπο, ν’ ανταμώσω με γονείς και φίλους, γιατί η πανδημία με έχει τρεις μήνες τώρα καθηλωμένο στη Θεσσαλονίκη. Ίσως ξεκόψω κι από κείνη, και σκεφτώ καθαρότερα για τη σχέση μας. Γιατί όσο συναντιόμαστε καθημερινά, όσο χώνεται ο ένας στα πόδια του άλλου, πάντα θα βρίσκεται κάποια αιτία αυτού που ονομάζω «υποτροπή στη συνέχιση της αδιέξοδης σχέσης». Κι αυτός που συνήθως υποτροπιάζει, που άγεται και φέρεται και σέρνεται πίσω της σαν σκυλάκι, είμαι εγώ.

Ασυναίσθητα αγγίζω τα πορτρέτα των αγωνιστών του εικοσιένα που νιώθω να ασφυκτιούν σ’ αυτό το στενόχωρο μέρος. Τέτοια λαμπρά πνεύματα, τέτοιες αδούλωτες ψυχές, τέτοιους γενναίους πολεμιστές και να τους ντουμανιάζουν ασύστολα καθηγητές και καθηγήτριες ή κάτι ψυχάκηδες σαν και ελλόγου μου, τι κρίμα… Σκέφτομαι πως θα άξιζαν οπωσδήποτε καλύτερης μεταχείρισης, έναν τοίχο φέρ’ ειπείν για μια μόνιμη διά βίου ανάρτηση ως ένδειξη αναγνώρισης των ανδραγαθημάτων τους. Όταν φτάνω στην εικόνα του Καραϊσκάκη κοκαλώνω. Το βλέμμα του δεν έχει καμία σχέση με το πράο και ήπιο βλέμμα του Κωνσταντίνου Κανάρη, το κιμπάρικο της Μαντώς Μαυγογένους ή το γοητευτικά υπερήφανο του Αθανασίου Διάκου. Επικεντρώνεται πάνω μου κάπως αδιάκριτα, θαρρείς τρυπά το τζαμάκι του κάδρου του και με καρφώνει ανελέητα. Τα καλυμμένα από μαύρα μουστάκια χείλη του αρχίζουν να σαλεύουν. Στην αρχή αργά, με κανονικό ρυθμό κατόπιν.

–Τι γίνεται εδώ, ρε παλληκάρι;

Χάνω το χρώμα μου, τη μιλιά μου, όμως οφείλω να του απαντήσω. Κοτζάμ Καραϊσκάκης μού απευθύνει τον λόγο και θα μείνει αναπάντητος; Το λιγότερο, δεν είναι τιμητικό για το πρόσωπό του. Ούτε και ευγενικό.

–Τι εννοείτε; Αποθήκη είναι εδώ. Καπνιστήριο γυμνασίου.

–Α, έτσι… Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί δεν μας βγάλατε φέτος στη γιορτή που κάνετε κάθε χρόνο;

–Πού να σας εξηγώ… Υπάρχει μια επικίνδυνη πανδημία αυτόν τον καιρό στον πλανήτη, και είχαν κλείσει τα σχολεία. Πεθαίνει κόσμος σε όλη τη γη, πολλές χιλιάδες άνθρωποι. Ακόμα βασανιζόμαστε…

–Τι μου λες;

–Ναι, και γι’ αυτό τον λόγο, φέτος, ακυρώθηκε δυστυχώς η επέτειός σας. Του χρόνου όμως…

–Τι θα γίνει του χρόνου;

–Κλείνουν διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821. Θα σας γιορτάσουμε όλους με μεγαλοπρέπεια. Θα σας τιμήσουμε δεόντως.

Σαν να σηκώθηκε το χέρι από το σπαθί του και έσιαξε τις μουστάκες του – έτσι μού φάνηκε.

–Πολύ σκεφτικό σε βλέπω τελευταία. Κι όλο καπνίζεις. Έχεις κάτι;

–Ε, αναποδιές. Πού να σας εξηγώ τώρα, κύριε Καραϊσκάκη;

–Μίλησέ μου. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου και θα σε καταλάβω.

Του είπα για το σαράκι που μ’ έτρωγε με τη Δήμητρα, τη βιολόγο του γυμνασίου. Για το διπλό παιχνίδι που ήμουν σίγουρος πως έπαιζε μαζί μου. Τον τρόπο που κινούσε τα νήματα κι εγώ έτρεχα πίσω της σαν μαριονέτα.

–Γι’ αυτά χολοσκάς, μωρέ; Αυτά, εμείς, τότε, δεν είχαμε χρόνο να τα σκεφτούμε. Εμένα καλόγρια ήταν η μάνα μου – τώρα σε μοναστήρι γεννήθηκα, σε σπηλιά, θα σε γελάσω. Η φυματίωση με ταλαιπώρησε από μικρό μέχρι τα υστερνά μου. Πήγα και στα Επτάνησα σε καλούς γιατρούς, γνώρισα εκεί και τη Μαριώ που ήταν τουρκοκόρη, τα φτιάξαμε ένα φεγγάρι, την είχα νοσοκόμα. Νοσοκόμα και ερωμένη. Οι Τζαβελαίοι ήταν φίλοι μου, χρυσά παιδιά! Εκείνος ο Μαυροκορδάτος μονάχα μού στάθηκε στο στομάχι…

–Σας πολέμησε πολύ, έτσι γράφει η Ιστορία.

–Μόνο με πολέμησε… Πρέπει να γνωρίζεις πως είχα πολύ τραγικό τέλος…

–Ναι, το γνωρίζω αυτό από τα σχολικά εγχειρίδια…

–Τίποτα δεν γνωρίζεις…

Σαν να χάιδεψε πάλι τις μουστάκες του, το ύφος του έγινε ακόμη πιο μαύρο και άγριο, τα λόγια έφευγαν από τα χείλη σαν καρφιά.

–Στις 23 του Απρίλη του 1827 ήμουν πολύ άρρωστος. Στο Κερατσίνι ήμασταν, εκεί είχαμε στρατοπεδεύσει, από απέναντι οι Τούρκοι μάς προκαλούσαν ως συνήθως. Ακούστηκαν φωνές, απειλές, κατάρες. Βγήκα να δω τι συνέβαινε…

–Και δεχτήκατε τη σφαίρα κατάστηθα, συμπλήρωσα.

–Βιάζεσαι. Εκτός από αδέξιος και δειλός με τις γυναίκες είσαι και πολύ βιαστικός. Και πιστεύεις πολύ σε ό,τι γράφει ο ένας και ο άλλος…

–Τι συνέβη δηλαδή;

–Πράγματι έφαγα σφαίρα. Και απ’ αυτήν σκοτώθηκα. Και πράγματι οι Τούρκοι απέναντι με είχαν πάρει χαμπάρι και με σημάδευαν. Όμως, προτού σβήσω, τους είδα να έρχονται σαν σκιές. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Τους αναγνώρισα. Ήταν άνθρωποι του Μαυροκορδάτου, εκείνου του σκύλου, κρυμμένοι στον χώρο του στρατοπέδου. Δεν ξέρω αν πυροβόλησαν εκείνοι ή οι Τούρκοι. Έφυγα μ’ αυτήν την απορία ζωγραφισμένη στα χείλη. Οι παλιότουρκοι με έφαγαν ή οι υποτακτικοί, οι τζουτζέδες εκείνου του σκύλου; Ακόμη και στη μετέπειτα ζωή μου απ’ αυτό βασανίζομαι. Εσείς τώρα με δαφνοστεφανώνετε, με τραγουδάτε, λέτε ποιήματα για χάρη μου, τιμάτε το όνομα και τον αγώνα μου, αλλά εμένα με τρώει ακόμη η αμφιβολία. Πάντα θα με τρώει…

Γέμισα σκέψεις. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως ολόκληρος Καραϊσκάκης θα ταλανιζόταν μετά θάνατον από τέτοια ζητήματα, όπως κι εκείνος ποτέ του δεν θα φανταζόταν ότι ένας σύγχρονος, ελεύθερος, νέος και σχετικά εμφανίσιμος Έλληνας θα ταλανιζόταν και θα υπέφερε από κάποια Δήμητρα.

Τίναξα προσεκτικά τη στάχτη σε ένα πλαστικό ποτηράκι με κατακάθια του καφέ και τον κοίταξα. Εκείνος με ρώτησε:

–Θέλεις να της μιλήσω εγώ όταν έρθει να καπνίσει; Να φύγει η αμφιβολία από το πρόσωπό σου…

Δίστασα αλλά του το είπα:

–Αφήστε, καλύτερα. Εσείς ήσασταν και αθυρόστομος…

Σαν να χαμογέλασε. Ύστερα, απρόσμενα, άρχισε να τα βάζει μαζί μου.

–Ζωήρεψε, μωρέ! Φέρσου σαν άντρας. Εδώ διώξαμε την Τουρκιά και ελευθερώσαμε την Ελλάδα για να ’χετε σήμερα εσείς οι νέοι τέτοια μούτρα; Πιάσ’ την και μίλα της σταράτα. Το και το. Τι φοβάσαι; Γαμώ τα πρέκια σας, μέσα! Άντρες είστε εσείς ή κλανιάρηδες;

Άρχισε πάλι να βρίζει. Έκρινα πως έπρεπε να σταματήσω την κουβέντα μαζί του. Δεν ανεχόμουν να με βρίζουν ούτε για το καλό μου.  Ακόμα κι αν αυτός που με έβριζε λεγόταν Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ταχτοποίησα το πορτρέτο του στην πίσω σειρά μαζί με τα υπόλοιπα, πέταξα τα αποτσίγαρα στο καλάθι, καθάρισα με απολυμαντικό το τραπέζι και το πόμολο της πόρτας κατά το πρόσταγμα του γυμνασιάρχη, φόρεσα τη μάσκα μου και κατευθύνθηκα στο γραφείο. Είχα μισή ώρα στη διάθεσή μου μέχρι να ανέβω στη δεύτερη τάξη για το μάθημα της Μουσικής. Σαββόπουλο θα τους έπαιζα σήμερα με το ακορντεόν, το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη».

Μπήκε αθόρυβα σαν τη γάτα στο γραφείο κι αμέσως οδηγήθηκε στον ψύκτη για να βάλει νερό. Ένιωθε σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, ούτε μάσκα στο πρόσωπο ούτε τίποτα. Είχε ζέψει τον γάιδαρό της για τα καλά. Μόλις με είδε, ένα πονηρό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. Έκανε να με αποφύγει, κάνοντας πάλι τα νεύρα μου τσατάλια.

Δεν ξέρω από πού, από ποιον ένδοξο αέρα ποιας ηρωικής εποχής φούσκωσε το στήθος μου. Ένιωθα να ψηλώνω. Δεν άντεχα να ζω με την αμφιβολία. Άφησα το ακορντεόν στο γραφείο κι έτρεξα να την προλάβω προτού μπει στην τάξη της για την επόμενη ώρα.

Τη σταμάτησα στη μέση του διαδρόμου.

–Κοίτα να δεις, Δήμητρα, της είπα μ’ ένα θάρρος πρωτόγνωρο για την ψυχοσύνθεσή μου. Νομίζω πως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μεταξύ μας κάποια πράγματα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Ή συνεχίζεις μαζί μου ή μαζί του. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει… Διάλεξε!

Όταν, το επόμενο διάλειμμα, ξαναχώθηκα στην αποθηκούλα για να καπνίσω, ήμουν πιο ήρεμος με τον εαυτό μου. Είχα πετάξει το μπαλάκι προς το μέρος της, ας αποφάσιζε εκείνη κι ας μου έλεγε. Παραδίπλα, ο γιος της καλόγριας, μέσα από το κάδρο του, επιδοκίμαζε τη στάση μου χαμογελώντας.

Π. Γ.


Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (2)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 

             



ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (2)

 

 

Θολές εποχές

 

 

Καλοκαίρι του 1990, ακριβώς τριάντα χρόνια πριν. Έχει προηγηθεί το «βρόμικο ’89», το χρηματοπιστωτικό σκάνδαλο Κοσκωτά, η αποπομπή του Παπανδρέου στο Ειδικό δικαστήριο. Τα μακρυμάνικα πουκάμισά μας – το δικό μου και του Νίκου – οφείλονται όχι σε τερτίπια του καιρού και της φύσης, αλλά για λόγους ευπρέπειας. Βρισκόμαστε στον περίβολο της Μονής Γρηγορίου, στη μία και μοναδική έως τώρα επίσκεψή μας στο Περιβόλι της Παναγίας. Τα πρόσωπα φρέσκα και ξεκούραστα, τα μαλλιά μαύρα και πυκνά. Δεν υπάρχουν ίχνη προσωπικής, επαγγελματικής ή οικογενειακής φθοράς επάνω μας. Το δισάκι με τα αναγκαία – κονσέρβες, φωτογραφική μηχανή, χαρτομάντιλα, μπουκαλάκια με νερό – το έχω εναποθέσει σ’ εκείνον και έχω ξεμπερδέψει. Δεν θυμάμαι ποιος μας απαθανάτισε σ’ αυτήν τη στάση: προσκυνητής ή μοναχός;

Την προηγούμενη μέρα, στον ίδιο χώρο, ένας μοναχός μάς είχε αραδιάσει ένα τσουβάλι πατάτες για να τις καθαρίσουμε, κάτι που αρχικά μάς δυσαρέστησε αφού το στρατιωτικό μας με όλα τα συμπαρομαρτούντα μάς ήταν σχετικά πρόσφατο. Στην τράπεζα, στο απόδειπνο και στο αρχονταρίκι της μονής αποζημιωθήκαμε. Η μυσταγωγία των λειτουργιών, οι διά Χριστόν σαλοί, τα πολλά μορφωμένα καλογέρια που πιάσαμε κουβέντα μαζί τους, το κύμα που έσκαζε στον αρσανά όλο το βράδυ και μας γαλήνευε σύγκορμους, νωπά στη μνήμη μου. Ήμασταν έτοιμοι να πάμε στις Καρυές, και κατόπιν σε μια κοντινή καλύβα, έξω από το Κουτλουμούσι, για να γνωρίσουμε τον γέροντα Παΐσιο, που, τότε, ήταν κάτι σαν θρύλος και σήμερα έχει ανακηρυχτεί άγιος. Η αναμονή στην αυλή, οι κουβέντες του, το ανήσυχο βλέμμα του, η καταληκτική του φράση όταν μας ξεπροβόδησε –πάρτε φάρμακα, παλικαρόπουλα!–, βάζοντας στο χέρι μας λουκούμια, ακόμη φεγγοβολούν μέσα μου. Όλο αυτό στάθηκε η αιτία να γράψω κι ένα μικρό διήγημα, το μόνο θεολογικού ενδιαφέροντος που έχω γράψει, και που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο: Επίσκεψις οσίου Παϊσίου (εκδ. Αλτιντζής, 2017)

Τριάντα χρόνια μετά ζούμε και πάλι μια θολή εποχή. Το «βρόμικο 2020». Ηχητικές υποκλοπές συνδιαλέξεων πολιτικών με επιχειρηματίες, το «παρακράτος» που οργιάζει, το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς που ξεπουπουλιάστηκε, το δικό μας «μαγαζί», οι δικοί μας εισαγγελείς, εμείς και οι άλλοι, οι ηθικοί και οι ανήθικοι. Οι «έντιμοι» της υπόθεσης οραματίζονται και πάλι διώξεις και ειδικά δικαστήρια. Το σκηνικό περίπου το ίδιο. Μόνο που εμείς έχουμε αλλάξει. Τριάντα επιπλέον χρόνια στις πλάτες μας, άσπρα, αραιωμένα μαλλιά, ρυτίδες και ανασφάλειες. Είναι και η πανδημία στη μέση που κάνει πιο άχαρο, πιο αβέβαιο το παρόν μας. Όμως τα παιδιά και των δυο μας, τα μοναχοπαίδια μας που στην εν λόγω φωτογραφία είναι ακόμη αγέννητα, μας δίνουν το στίγμα, χαράσσουν τη ρότα της μελλοντικής μας πορείας. Ο Δημητράκης, που τελειώνει στην Κοζάνη τη Σχολή των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, και η Χρύσα, που εργάζεται ειδικευόμενη γιατρός στο «Γεννηματάς», σπάζοντας το πρωί τα μπλόκα «παιδαγωγών» που κλείνουν τους δρόμους αρνούμενοι την αξιολόγηση, για να φτάσει στον χώρο εργασίας της. Βρόμικα παιχνίδια, θολές εποχές, ευσεβείς γέροντες που από ψηλά μάς ραίνουν λουκουμόσκονη, πανδημίες και, στο φόντο, μια πατρίδα απτόητη, φτωχή, εκκωφαντικά ασυνείδητη, ακατάβλητη από κάθε ιό και ανεπίδεκτη εξέλιξης. Η αιώνια Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.

 

(το κείμενο γράφτηκε το 2020 και δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην book press)


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

"Ο αετός"-Αφήγημα

 


[Καθαρά Δευτέρα σήμερα, και, επ’ αφορμή της ημέρας, αναδημοσιεύω ένα αφήγημα, γραμμένο πριν από 25 χρόνια, που συγκαταλέγεται στη δεύτερη συλλογή αφηγημάτων μου Το ίδιο έργο της ζωής μου (Αλεξάνδρεια, 2002)]

 

֎

 

 

Ο ΑΕΤΟΣ

 

 

Σαν σε σελιλόιντ όλα ξετυλίγονται μπροστά μου. Πιτσιρικάδες, στην αρχή, παίρνουμε μάτι τα ζευγαράκια που χαϊδεύονται στα πίσω δεντράκια, κρατώντας την ανάσα μας έξω απ’ τα συρματοπλέγματα, για να μην προδοθούμε. Οι εκδρομές με το δημοτικό κι η μπάλα η ατέλειωτη στο χώμα της, ανάμεσα στα πεύκα. Γιορτή κρασιού με χορούς και τραγούδια − ο παππούς κι η θεία μου σκνίπα και το μπρούσκο να ρέει άφθονο από τις νταμιτζάνες. Κάποια φεστιβάλ αριστερών νεολαιών, με κόκκινες σημαίες και τραγούδια, κι εγώ, δειλά, να χώνομαι στο πλήθος, πάντα με τον φόβο μη με πάρει κάνα μάτι γνωστό και με καρφώσει στους δικούς μου. Μετά, εκδρομές με το γυμνάσιο, συζητήσεις για ροκ συγκροτήματα στα ξεβαμμένα παγκάκια της. Τα πρώτα φλερτ, παλάμες ιδρωμένες από την αγωνία και σπυριά της ηλικίας. Ένα ξεμονάχιασμα, λίγο πριν το στρατιωτικό, υγρασία στα χείλη κι ανάμεσα στα σκέλια. Μια υπόσχεση για αιώνια αφοσίωση, ένας σπασμός, μια τύψη. Κι η εξομολόγηση του φίλου μου, του Στάθη, ένα πνιγηρό αυγουστιάτικο απόγευμα, με κουτάκια μπίρες κατάχαμα, για κάποια Σόνια που δεν μπορούσε να ξεχάσει.

Καθαρά Δευτέρα, λιακάδα και εξόρμηση. Όλα γυρίζουν, πάλι, στο μυαλό μου, όλα, στο ίδιο πάντα αλσάκι το γνωστό, τ’ αγαπημένο.

―Άντε, μπαμπά, να τον πετάξουμε επιτέλους!, αδημονεί η κόρη μου τραβώντας το μανίκι.

Το παίρνω απόφαση εντέλει, λίγη φόρα απαραίτητη, τρέχω, τεντώνω τον σπάγκο κι αφήνω απότομα τον αετό. Κάνει εκείνος να πετάξει, ίπταται προσωρινά, όμως γρήγορα παίρνει την κατιούσα. Πέφτει με ορμή, γειώνεται στο άλσος της Νέας Ελβετίας όπως το παρελθόν και οι εφηβικές μου αναμνήσεις. Που όλο, λέω, να τις πετάξω μακριά, να τις ξεφορτωθώ κι όλο εκείνες πεισματικά επιστρέφουν στη σκέψη και την καρδιά μου.

(2001)

 

Π. Γ.


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (5)-Σαραμπάντα

 

 


 

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (5)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη, Σαραμπάντα, μικροϊστορίες ημερολογίου, Νησίδες, 2025

 

 

Όλα τα μέχρι τώρα πεζογραφικά κείμενα της Αρχοντούλας Διαβάτη, που η ίδια, ανάλογα της περίστασης, τα χαρακτηρίζει είτε διηγήματα είτε μικρά πεζά, μυθιστορίες, χρονογραφήματα ή ημερολογιακές μικροϊστορίες, συναποτελούν  ένα μικτό είδος γραφής, κάτι μεταξύ όλων των παραπάνω ή και όλα τα παραπάνω μαζί. Το γεγονός αυτό κάνει τα εν λόγω κείμενα πρωτότυπα, γοητευτικά και προσεγγίσιμα από τον αναγνώστη, ακριβώς λόγω του μη ακριβούς υφολογικού και λογοτεχνικού προσδιορισμού τους. (Ο ουδέτερος όρος πεζογραφήματα, που ευφυέστατα, κάποτε, είχε επιλέξει ο Γιώργος Ιωάννου για να προσδιορίσει τα δικά του πεζά, θα ήταν μια κάποια λύση, που ωστόσο, καλώς ή κακώς, η Διαβάτη δεν αποφάσισε ν’ ακολουθήσει.). Όπως και να έχει, το νέο πεζογραφικό βιβλίο της Δ., το Σαραμπάντα, έχει όλα τα πλεονεκτήματα των παλαιότερων βιβλίων της. Στρωτή αφήγηση, μνήμες παλιάς Θεσσαλονίκης, καθημερινότητα, προσωπικά βιώματα και τραύματα ζωής, σκηνές σύγχρονου αστικού παραλογισμού, καταγραφή πολιτιστικών εκδηλώσεων, μέχρι και κριτικές βιβλίων.

Η Δ. είναι ειλικρινής και συνεπής μ’ αυτό που καταγίνεται εδώ και χρόνια. Αναδεικνύει με τα κείμενά της το ελάχιστο και το καθημερινό σε ουσιώδες και μείζον. Τα αφηγηματικά της υλικά απλά (όχι απλοϊκά) και κατανοητά και όχι δυσνόητα και πομπώδη. Διαβάζοντας κάποιος τα βιβλία της έχει την αίσθηση ότι γράφει όχι για τον εαυτό της αλλά για μια ομάδα ανθρώπων, μια συλλογικότητα, που η κοινή συνισταμένη των μελών της είναι η αγάπη γι’ αυτήν την πόλη και μια αισθητικού τύπου κοινή αντίληψη για τα πράγματα.

Στα πρόσφατα βιβλία της ο θάνατος του αγαπημένου συζύγου της, εμφιλοχωρώντας σε αρκετά της πεζά (και ποιήματα) κάνουν τη γραφή της πιο μεστή και κατασταλαγμένη. Εδώ, ας θυμηθούμε και τη ρήση του αείμνηστου Καρόλου Τσίζεκ: «Με φόντο το μαύρο παραπέτασμα του θανάτου, τα χρώματα της αγάπης φαντάζουν πιο μεστά». Αυτό συνέβη και με τη Διαβάτη. Η αγάπη για τον σύντροφό της και η οδύνη της απώλειάς του αποτυπώθηκαν (και αποτυπώνονται) εύγλωττα στα κείμενά της, προκαλώντας στον αναγνώστη πηγαία συγκίνηση, κάτι που, ας μην το ξεχνάμε, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της καλής λογοτεχνίας.

Οι ημερολογιακού τύπου μικροϊστορίες, όπως αυτές του βιβλίου της Δ., ακόμη και οι ημερολογιακές σημειώσεις των συγγραφέων, δεν είναι υποδεέστερο είδος γραφής. Πολλοί διάσημοι συγγραφείς (Καβάφης, Όσκαρ Ουάιλντ, Ντοστογιέφσκι κ. ά.) κατέφυγαν στο ημερολόγιό τους με εκπληκτικά αποτελέσματα. Αυτό το είδος γραφής, απαλλαγμένο εν μέρει από τη συγγραφική αυθεντία, δείχνει γυμνές τις σκέψεις και τις προθέσεις του δημιουργού. Συχνά προκύπτουν λογοτεχνικά διαμαντάκια, κάποιες φορές ακατέργαστα, όμως διόλου αμελητέας αξίας, όπως συμβαίνει και με το βιβλίο Σαραμπάντα της Διαβάτη.

Από τα εννέα ως τώρα βιβλία της συγγραφέως (πεζογραφικά ή ποιητικά) τα οκτώ τελευταία εκδόθηκαν από τις ποιοτικές θεσσαλονικιώτικες εκδόσεις «Νησίδες». Η τύπωση είναι αισθητικά άρτια. Όσο για τον τίτλο: «Σαραμπάντα» είναι το όνομα χορού, που ενώ αρχικά (1583) είχε απαγορευτεί γιατί είχε θεωρηθεί άσεμνος, στην εποχή του Μπαρόκ έγινε εξαιρετικά δημοφιλής, προσλαμβάνοντας τη θέση του στη σουίτα.

 

Δείγμα γραφής (σς. 24-25)

 

Ντύνονταν κι έφευγαν ο ένας μετά τον άλλο, ορίζοντας το πρόγραμμα της επόμενης συνεδρίας, γεμάτοι συμπόνια ίσως όπως αυτή για τον διπλανό τους στο δρόμο, θέλοντας κι αυτοί να αγκαλιάσουν τους αγνώστους που περπατούσαν ανήξεροι δίπλα τους.

Και δεν ήταν η εξάρτηση κι η ανημπόρια του πόνου, εκείνη η προδοσία ήταν, όταν άρχιζε να ανεβαίνει μέσα τους το κύμα του πόνου σαν οργασμός που όμως δεν τους απίθωνε κάτω με ένα χαμόγελο χαμένους και ηττημένους, αλλά ένα χταπόδι τούς άφηνε που το χτύπησαν στο βράχο ξανά και ξανά να μαλακώσει.

 

Π. Γ.







Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Personal zoo (5)-Στον τόπο

 


PERSONAL ZOO (5)

 


Στη στήλη αυτή θα βρίσκετε δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα αναφορικά με τα ζώα. Σκυλιά, γάτες, αμνοερίφια, τσούχτρες, κουνούπια, φίδια, πουλιά, μυρμήγκια και άλλα ζωντανά θα παρελάσουν στις οθόνες σας. Και ας θυμόμαστε πάντα τη φράση του Μίλαν Κούντερα, που θέτει τα ζώα σε ανώτερη θέση σε σχέση με τον άνθρωπο: Τα ζώα δεν διώχθηκαν ποτέ από τον Παράδεισο.           

֎

 

Στον τόπο

 

Κατηφορίζοντας, το πρωί, το στενό, πίσω από το Ιπποκράτειο, για να πάω στη δουλειά μου, βρέθηκα απέναντι σ’ ένα αποτρόπαιο θέαμα. Καταμεσής του δρόμου, ένα γατί, με λιωμένο κεφάλι, χυμένα μυαλά κι εντόσθια, κείτονταν στην άσφαλτο νεκρό. Μια μικρή λιμνούλα αίματος είχε αρχίσει να ξεραίνεται και μόνο τρεις τέσσερις μύγες γυρόφερναν σαδιστικά πάνω απ' το κουφάρι του.

Ανατρίχιασα. Αντικρίζοντας τα ορθάνοιχτα μάτια του −άραγε ακόμα θυμούνταν; κατά τη ρήση του ποιητή*− προσπαθούσα να εικάσω τις φρικτές λεπτομέρειες. Έγιναν τάχα όλα στα σκοτεινά ή μόλις είχε χαράξει; Έτρεχε πολύ ο οδηγός και δεν το είδε; Ή τρόμαξε η γάτα από κάποιο  θόρυβο, πήδηξε από παρακείμενο κάδο σκουπιδιών και βρέθηκε στις φονικές ρόδες που την έλιωσαν;

Ακαριαία, μου ήρθε στον νου ένας παιδικός μου φίλος, ο Πάρης. Μας μάζευε όλους στην παλιά γειτονιά και μας έλεγε σοβαρά σοβαρά πως, αν βλέπαμε ποτέ νεκρό γατί στον δρόμο, έπρεπε να γυρίσουμε το κεφάλι αλλού, να φτύσουμε τρεις φορές στη γη και να τραβήξουμε για λίγο τα μαλλιά μας. Οι περισσότεροι γελούσαν μ’ αυτά τα αφελή και παιδιάστικα ξόρκια. Ανάμεσά τους κι εγώ, που τον κορόιδευα. «Ναι, ρε, έτσι γίνεται, μου το είπε η γιαγιά μου..», επέμενε εκείνος, βέβαιος για την αξία αυτών των ενεργειών. Μεγάλος, κάπου διάβασα πως αυτές οι ενέργειες είναι έθιμα που βασίζονται στον «ανιμισμό» και χάρις σ’ αυτά −όπως πιστεύουν μερικοί− οι ψυχές των πεθαμένων ζώων βρίσκουν γαλήνη κι ηρεμία.

Για μεγάλο διάστημα ξέκοψα από τον Πάρη. Στο λύκειο που τον αντάμωσα και κάναμε σποραδικά παρέα, μου είπε πως το παλεύει να περάσει στο Φυσικομαθηματικό με πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν τα κατάφερε εντέλει και πήγε στα καράβια. Ένας κοινός παιδικός φίλος, χρόνια μετά, με ενημέρωσε πως χάθηκε σε ναυάγιο στον Ειρηνικό. «Τον φάγανε οι καρχαρίες!», μου είπε με μια ωμότητα που με σόκαρε.

Κατάφερα να τραβήξω το βλέμμα μου από το πεθαμένο γατί. Ασυναίσθητα γυρίζω το κεφάλι μου στην αντίθετη κατεύθυνση και φτύνω κάτω τρεις φορές. Ταυτόχρονα πιάνω με το δεξί μου χέρι λίγες τρίχες από το κοντοκουρεμένο κεφάλι μου και τις τραβώ. Τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου, αν όλα αυτά τα έκανα για την ψυχή της πεθαμένης γάτας ή σαν μνημόσυνο στον παιδικό μου φίλο.

(αδημοσίευτο διήγημα γραμμένο το 2004)

 

* «Μάτια σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται», στίχος του Αλέξη Ασλάνογλου.

 

 


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Εκδόσεις "Βαγονέτο"-Η βόλτα με το φτυάρι

 


«Η βόλτα με το φτυάρι» του Δημοσθένη Καμπούρη (κριτική) – Άντρες αβέβαιοι και αναποφάσιστοι, ιστορίες απλές και καλογραμμένες

 

Υποδεχόμαστε τον νεότευκτο εκδοτικό οίκο της πόλης μας, το «Βαγονέτο», που διευθύνει ο καλός πεζογράφος Γιώργος Γκόζης (διατηρεί σε καλαίσθητο χώρο της Ανατολικής Θεσσαλονίκης και το βιβλιοπωλείο «Μεσιέ Σαρλό»), σχολιάζοντας το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο Έλληνα συγγραφέα που εκδίδει. Πρόκειται για τη συλλογή επτά διηγημάτων Η βόλτα με το φτυάρι τού πεζογράφου Δημοσθένη Καμπούρη, που έχει τυπώσει στο παρελθόν δύο ακόμη συλλογές διηγημάτων, το Στη βροχή με μηχανάκι (Ελληνικά Γράμματα, 2001) και το Ο έρωτας στην κωλοτσέπη (Ενύπνιο, 2021). Έκδοση τυπογραφικά άψογη, με λιτό, καλλιτεχνικό εξώφυλλο, σε διχρωμία, που παραπέμπει σε εποχές όπου πλεόναζε η ποιότητα και υπολείπονταν οι χρωματικές ποικιλίες και οι ιλουστρασιόν εντυπωσιασμοί. Ας περιτρέξουμε όμως, κάπως συνοπτικά, στα επτά διηγήματα του βιβλίου. Σε όλες τις ιστορίες ο ήρωας είναι ένας άνδρας, με όνομα πότε Δημήτρης, Τάκης ή Γιάννης.

(για να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου πατήστε στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο:

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/25019-i-volta-me-to-ftyari-tou-dimostheni-kampoyri-kritiki-antres-avevaioi-kai-anapofasistoi-istories-aples-kai-kalogrammenes  )

 


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (1)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 


                           

                                                          Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης-Άγιον Όρος



 

ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1)

 

 

Καρυές

 

1

 

Ο γέροντας Ιωσήφ, ο Κατουνακιώτης, πουλάει στις Καρυές μικροτεχνήματα και μετράει το άχρονο παρόν βαρώντας κομποσκοίνι. Μ’ αφήνει να τον φωτογραφίσω μέσα στη ζέστη του Ιούλη με το φθαρμένο του ζωστικό και τα χέρια ενωμένα στην κοιλιά του με παπαδιαμαντική ευλάβεια. Χείλη μονίμως σφραγιστά, μαθημένα στη σιωπή· βλέμμα καθάριο κι ανυπόκριτο.

Βλέπω τη μορφή του, Φλεβάρη μήνα, στην πόλη, και μια αιώρα με λικνίζει ηδονικά μες στης ζωής τον λίβα τον καυτό. Ένα πολύχρωμο καράβι στα βαθιά της ψυχής και του νου μ’ αρμενίζει.

 

 

2

 

Το πανδοχείο βρόμικο και ταπεινό. Δύο μονά σιδερένια κρεβάτια, ένας νιπτήρας, κάτω η αίθουσα του φαγητού. Μια αυτοκόλλητη μυγοσκοτώστρα, κρεμασμένη από την οροφή, παγιδεύει έντομα. Καύσωνας στο Όρος, ιδρώτας και λαχανιάσματα στις μετακινήσεις μας από Μονή σε Μονή. Δίπλα μας πάμπλουτοι μοναχοί με τσακισμένο το εγώ, δίχως δεκάρα στην τσέπη, καβάλα σε γαϊδούρια μάς προσπερνάνε χαιρετώντας μας. Αεράκι ελευθερίας και ταπείνωσης μάς δροσίζει. Ειρηνικό μελτέμι απ’ των γερόντων τις μορφές και του τοπίου τη γαλήνη φυσά στις ψυχές μας.

 

 

Παΐσιος

 

Μιλούσε γι’ αυτόν με θέρμη ένας καθηγητής μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία, κεντρίζοντάς μου την περιέργεια να τον γνωρίσω από κοντά. Πηγαίνοντας το 1992 στο Όρος, δεν έχασα την ευκαιρία.

Περίμενα καρτερικά ένα δίωρο έξω από την καλύβα του, μαζί με εφτά οχτώ ακόμα επισκέπτες. Έλεγαν πως είσαι πολύ τυχερός εάν συναντήσεις τον Γέροντα, έστω να συζητήσεις για λίγο μαζί του. Ήταν, λέει, ένας Άγιος εν ζωή.

Με το που άνοιξε την πόρτα, έπεσα από τα σύννεφα. Ένα απλό, ταπεινό γεροντάκι με μαύρο σκούφο με κεντημένο σταυρό στο κεφάλι, και κάτι παλιά παπούτσια δίχως φτέρνες, ξεπρόβαλε εμπρός μου. Τον κοίταξα καχύποπτα, δεν τον έκοψα για Άγιο, μάλλον τα παραλέγανε οι πιστοί. Ίσως λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά σε μία μερίδα ανθρώπων προκαλώντας τους μαζική υστερία. Ο Έριχ Φρομ κι ο Σίγμουντ Φρόιντ, μέσα μου, τον είχαν υποσκελίσει. Τον ξανακοίταξα προσεχτικότερα. Κρατούσε ένα πιάτο με λουκούμια.

―Πάρτε, φάρμακα, παλικαρόπουλα…, είπε χαμηλόφωνα.

Ύστερα μάς έφερε καμιά δεκαριά κορμούς δέντρων για να καθίσουμε γύρω του.

Άνοιξε κουβέντα με το πλήθος που τον περίμενε. Ενημερωμένος για όλα. Το Ειδικό Δικαστήριο, τον Παπανδρέου, τον δικαστή Κόκκινο. Ύστερα άρχισε να μιλά για τον Χριστό και την Παναγία. Ένας θεολόγος από την Αθήνα ρώτησε αν υπάρχει ακόμα ελπίδα να σωθεί ο κόσμος.

―Πόσες φορές δίνουμε εξετάσεις σ’ όλη μας τη ζωή; του απάντησε με νόημα.

Φεύγοντας, όλοι τον πλησίαζαν να του εξομολογηθούν κάποιο πρόβλημά τους. Δεν είχα τι να του πω, όμως πλησίασα κι εγώ.

―Εσύ, πώς από 'δω; με ρώτησε διαβάζοντας πάνω μου την έλλειψη σοβαρού λόγου για να τον συναντήσω, ίσως και τη δυσπιστία μου απέναντι στο πρόσωπό του.

―Ευλόγησον, γέροντα, του είπα, επιχειρώντας να ασπαστώ το χέρι του.

Το τράβηξε απότομα και δεν πρόλαβα.

―Βρες έναν πνευματικό, βρε αγόρι μου, να μην παιδεύεσαι. Η Παναγιά μαζί σου…, με ξεπροβόδισε.

Ούτε μάγος ήταν ούτε θαυματοποιός. Η ζωή μου δεν άλλαξε που τον συνάντησα. Δεν ξέρω αν κέρδισα απ’ αυτό το πλησίασμα, αν έγινα καλύτερος. Όμως την ηρεμία του προσώπου του και το ανυπόκριτο βλέμμα του τα κράτησα βαθιά μέσα μου σαν φυλαχτό.

 

͌⃰

Πέρασαν χρόνια από εκείνο το μεσημέρι, ο Γέροντας κοιμήθηκε, κι εγώ ψάχνω ακόμα απεγνωσμένα για το θαύμα του. Τα άγχη, οι φιλοδοξίες και τα αδιέξοδα μού χτυπούν τον ώμο ανησυχητικά, ώρες ώρες ανυπόφορα. Ένα βάρος αφόρητο με πιέζει κάποιες στιγμές, με καθηλώνει, μου κόβει τα γόνατα. Ο Φρομ και ο Φρόιντ, παρότι τους έφαγα με το κουτάλι, δεν μου δίνουν, πλέον, λύσεις. Και πώς να προσμένω το θαύμα, όταν η επαφή μου με τα Θεία και την Εκκλησία εξακολουθεί να παραμένει χλομή, σχεδόν αναιμική; Ίσως αν προλάβαινα τότε να του φιλήσω το χέρι… Ίσως αν τον έβλεπα διαφορετικά…

Κλείνω τα μάτια και φέρνω στον νου το παλιό προσκύνημά μου στο Περιβόλι της Παναγίας. Το δύσβατο μονοπάτι, την πυκνή βλάστηση. Την αγωνία και τη λαχτάρα εκείνων που ήθελαν να συναντήσουν τον Γέροντα. Τα βάσανα του κόσμου. Και το πορτάκι ανοίγει. Η μαυροφορεμένη σιλουέτα γλιστρά αθόρυβα με τα λουκούμια στο χέρι. Λόγια ιαματικά, φάρμακα και βάλσαμο ψυχής για τους λαβωμένους των στασιδιών. Η παράξενη λάμψη στα μάτια του Γέροντα. Η ελπίδα στα μάτια των προσκυνητών. Κάτι είχε γίνει εκείνη τη στιγμή στην καλύβα του Γέροντα που δεν είχα, τότε, αντιληφθεί. Κάποια Θεία Κοινωνία συντελέστηκε. Κάτι δύσκολο και απροσδιόριστο στο να εξηγηθεί. Κάτι που έχει να κάνει με τις ψυχές και τα βλέμματα.

Γαληνεύω και μόνο με την ανάμνηση εκείνου του μεσημεριού. Το μυαλό ξεθολώνει, η ψυχή απαλύνεται. Δεκαέξι χρόνια μετά, η αναπόληση, και μόνο, μιας στιγμής μού προκαλεί ανεξήγητη ευφορία. Δεκαέξι χρόνια μετά, το θαύμα επιτέλους ζυγώνει.

1995, 2008

 

[Το αφήγημά μου «Παΐσιος» περιλαμβάνεται στο βιβλίο Από το τραπέζι του Γέροντα Παϊσίου (ανθολόγηση-επιμέλεια Αναστάσιου Ομ. Πολυχρονιάδη), εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη, 2η έκδοση, 2010]