Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Τζόναθαν Κόου

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας ως αναγνωστική πρόταση. Για αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων (Πόλις, 2026, μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη)]


 


Το πρώιμο αυτό μυθιστόρημα του Κόου είναι ένα λεπταίσθητο ψυχογράφημα μιας ηρωίδας, κάπως κλειστής και μελαγχολικής, που, κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο, προκαλεί συνήθως δυσάρεστες καταστάσεις στον εαυτό της και στους γύρω της. Καταστάσεις που οδηγούν σε διαψεύσεις και απογοητεύσεις. Ο Κόου υπεραναλύει τον χαρακτήρα της Μαρίας, ο οποίος ωστόσο, παρά την υφιστάμενη υπερανάλυση, παραμένει αρκετά μυστηριώδης και αλλόκοτος. Αρκετά σημεία του βιβλίου θυμίζουν ιλαροτραγωδία ή μαύρη κωμωδία χάρη στο λεπτό, διαβρωτικό χιούμορ του συγγραφέα, που διακωμωδεί πρόσωπα και καταστάσεις

Το βιβλίο του Κόου μού θύμισε αρκετά ένα, επίσης πρώιμο, μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, το Τότε που ήταν καλό κορίτσι (Πόλις, 2026, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), το μοναδικό βιβλίο του Ροθ με βασική πρωταγωνίστρια μία γυναίκα. Εκεί, η Λούσι Νέλσον, προσπαθώντας πάντα στη ζωή της να κάνει το καλό, συντρίβει ολοκληρωτικά όλους όσους στέκονται εμπόδιο στον δρόμο της. Η Μαρία του Κόου δεν έχει ακριβώς τέτοιες βλέψεις-προθέσεις, όμως η αύρα της, ο τρόπος της, η άγρια μοναχικότητά της απωθεί τους ανθρώπους από τη ζωή της.

 

Δείγμα γραφής (σ. 158)

 

Αυτοί οι άνθρωποι, πρώην φίλοι, πρώην σύζυγοι, πρώην συνάδελφοι, αδέλφια και μητέρες και πατέρες και γιοι, απλώς δεν άφηναν τη Μαρία στην ησυχία της και μάλιστα ποτέ, ειδικά όταν ήταν μόνη από κάθε άλλη άποψη. Οι φωνές και τα πρόσωπά τους, μερικές φορές ακόμα και τα κορμιά τους, γέμιζαν τις σκέψεις της, κυριαρχούσαν στα συναισθήματά της και νάρκωναν τις αισθήσεις της. Είχαν προσκολληθεί τόσο σφιχτά πάνω της, που ήταν αναγκασμένη να τους κουβαλάει μαζί της όπου κι αν πήγαινε, παρόλο που ζύγιζαν έναν τόνο και τίποτα δεν θα της έδινε μεγαλύτερη χαρά από το να καταφέρει να τους ξεφορτωθεί στην άκρη του δρόμου.



 

(οι φωτογραφίες είναι από την επίσκεψη του Κόου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στις 26 Απριλίου του 2023)

 

Π. Γ.


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Λογοτεχνία και εργασιακός χώρος

 


Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

 

Ο εργασιακός χώρος ως θεματική και λογοτεχνικό πεδίο έχει αξιοποιηθεί στο παρελθόν (αλλά και στην πρόσφατη συγκομιδή βιβλίων) από συγγραφείς, κατά βάση μέσα από ρεαλιστικά και βιωματικά κείμενα. Η θεματολογία αυτή πιστεύω πως παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί, μέσα από τις αναφορές των συγγραφέων στους εργασιακούς τους χώρους, φωτίζονται οι παθογένειες αυτών των χώρων και, κατ’ επέκταση, οι παθογένειες μιας ολόκληρης χώρας αλλά και μιας ολόκληρης κοινωνίας ή και μιας ολόκληρης εποχής. Επειδή αυτή η λογοτεχνική θεματική ταυτίζεται συνήθως με βιωματική (έως αυτοβιογραφική) προσέγγιση, σήμερα θεωρείται −κακώς, κατά τη γνώμη μου− κάπως ξεπερασμένη, ωστόσο μπορεί κανείς να διακρίνει βιβλία-διαμάντια, γραμμένα από τολμηρούς συγγραφείς που  αποκάλυψαν τι συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα μιας υπηρεσίας, ενός γραφείου, ενός ιατρείου ή μιας σχολικής ή πανεπιστημιακής αίθουσας. Βιβλία που θέλουν θάρρος ψυχής πάνω απ’ όλα για να γραφτούν, αφού συχνά οι συγγραφείς τους, στο παρελθόν, πλήρωσαν σκληρό αντίτιμο των εξομολογήσεων και των αποκαλύψεών τους. Η επιλογή των 29 συνολικά βιβλίων αυτής της μικρής μελέτης είναι ενδεικτική. Θα μπορούσε φυσικά να εμπλουτιστεί και με επιπλέον τίτλους άλλων συγγραφέων, Ελλήνων ή μη.

 

 

Λογοτεχνία και εργασιακός χώρος (επιλογή 18 βιβλίων)

 

Αναφορικά με τον γενικότερο εργασιακό χώρο ανασύρω στη μνήμη μου κάποιους τίτλους και κάποιους συγγραφείς, που, στο παρελθόν, έχω διαβάσει και που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη μου:  

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Ταχυδρομείο (Μεταίχμιο, 2019). Ο πότης και γυναικάς Χένρι Τσινάσκι, λογοτεχνικό προσωπείο του Μπουκόβσκι, εργάζεται ως ταχυδρομικός υπάλληλος για τα προς το ζην. Το επάγγελμα του ταχυδρομικού διανομέα στέκεται η αφορμή να διεισδύσουμε στη σκληρή πραγματικότητα της Αμερικής του καιρού του, με την ανέχεια, τις πάσης φύσης ανισότητες και τα ευτράπελα μιας κοινωνίας που ακροβατεί μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Ο Primo Levi στο βιβλίο του Το περιοδικό σύστημα (Καστανιώτης 1990) αναφέρεται στην αυτοβιογραφία ενός χημικού, που διαμέσου των χημικών στοιχείων (δηλ. 21 συναντήσεις με την ύλη) κατορθώνει να μιλήσει για την ιστορία μιας γενιάς, για την περιπέτεια του φασισμού και τον πόλεμο που ακολούθησε.

Ο Αιγύπτιος Χάλεντ Ελ Χαμίσι στα αφηγήματά του Ταξί στους δρόμους του Καΐρου (Μεταίχμιο, 2009) συζητά από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα με ταξιτζήδες του Καΐρου[1] κατανοώντας τις αφηγήσεις τους, ενώ όλες οι εξομολογήσεις των ταξιτζήδων, πέρα από την καταγραφή των δυσκολιών του επαγγέλματός τους, συνθέτουν ένα πολιτικοκοινωνικό ψηφιδωτό της τότε αιγυπτιακής κοινωνίας.

Κάτι παρόμοιο είχε κάνει κάποια χρόνια νωρίτερα και η Ελένη Σαραντίτη στο βιβλίο της Καρδιά από πέτρα (12 ιστορίες με ταξίμετρο) (Καστανιώτης, 1995) μέσα από τις περιπλανήσεις μιας γυναίκας στην Αθήνα, πρωί βράδυ, με ταξί, φανερώνοντάς μας μεταξύ άλλων, πέραν της μοναξιάς της πρωτεύουσας, και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του ταξιτζή.

Ο Περικλής Σφυρίδης στις συλλογές διηγημάτων του Μισθός ανθυπιάτρου (Υάκινθος, 1987) και Από πρώτο χέρι (Καστανιώτης, 1989) καταθέτει τις εμπειρίες του ως γιατρού καρδιολόγου αλλά, παράλληλα, αποκαλύπτει και παθογένειες του συστήματος υγείας της χώρας μας, που ακόμη χρονίζουν.

Ο Αλέκος Δαμιανίδης στο βιβλίο του Η καινούρια κλίκα (Τα τραμάκια, 1990) αξιοποιεί τις εμπειρίες του στον εργασιακό του χώρο, ως γεωπόνος. Σχέσεις υπαλλήλων και διεύθυνσης σε κάποια δημόσια υπηρεσία, πισώπλατα μαχαιρώματα, επιθεωρήσεις, κλίκες υπαλλήλων, υπόγειες ύπουλες συγκρούσεις και άλλα τινά συνθέτουν έναν αφηγηματικό καμβά 21 βιωματικών ενσταντανέ, γραμμένων με μεγάλη γλωσσική και υφολογική λιτότητα.

Από τα πιο πρόσφατα βιβλία θα σταθώ στο βιβλίο του Θόδωρου Κόλλια Φως, λευκό, σταθερό (εκδ. Πηγή, 2023). Εδώ θίγεται το επάγγελμα του φαροφύλακα και η αντικατάστασή του από αυτόματους φάρους, παράλληλα όμως και οι συναισθηματικές και υπαρξιακές ανακατατάξεις που φέρνουν στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση αυτές οι αλλαγές.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο μυθιστόρημά του Υπουργός της νύχτας (Πατάκης, 2026) μέσω του βασικού ήρωά του Γιάννη Μπεχτσή (ή αλλιώς Πρίμο) παρωδεί το επάγγελμα του ιδιοκτήτη γραφείου τελετών, ο οποίος διατηρώντας το «καθωσπρέπει» προφίλ του εργαζόμενου (Οίκος τελετών «Η έσχατη φροντίδα») καλύπτει παράνομες δραστηριότητες. Το βιβλίο φυσικά είναι μυθοπλαστικό και όχι βιωματικό, όμως ο νεκροθάφτης ήρωας του Σκ. προσδίδει στο κείμενο νουάρ αισθητική, παρωδεί το σύστημα θεσμών, ενώ καταδεικνύει με γλυκόπικρο τρόπο πόσο κοντά είναι, στην Ελλάδα, το υπουργιλίκι με τις παρανομίες και την ηθική σήψη.

Για το επάγγελμα του ναυτικού αλλά και γενικότερα του εργαζόμενου στη θάλασσα υπάρχουν οι συλλογές του Νίκου Καββαδία Μαραμπού (1933), Πούσι (1947) και Τραβέρσο (1975). Ο κόσμος των λιμανιών, οι κίνδυνοι της θάλασσας, η καθημερινότητα των ναυτικών, η απόλαυση αλλά και η μελαγχολία των μεγάλων ταξιδιών, μεταφέρθηκαν από τον ποιητή με άκρως βιωματικό τρόπο στο χαρτί και έγιναν εξαίσια ποιήματα.

Όμως και το κλασικό μυθιστόρημα Μπόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, που ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ το κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων αμερικανικών μυθιστορημάτων όλων των εποχών, βασίζεται στις εμπειρίες του συγγραφέα του ως εργαζόμενου σε φαλαινοθηρικά και εμπορικά πλοία.

Το επάγγελμα του ναυτικού έχει μεταφερθεί βιωματικά και στο έργο του Τζόζεφ Κόνραντ (Ο Λόρδος Τζιμ, Το κτήνος κ.τλ)[2], ασχέτως αν αυτό εμπεριέχει και πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία.

Δύο μυθιστορηματικοί ήρωες του Φίλιπ Ροθ τώρα, οι δράσεις των οποίων και ο βίος και η πολιτεία τους, κάνουν δύο μυθιστορήματα του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα να μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία «λογοτεχνία και εργασιακός χώρος». Πρόκειται για τον ηθοποιό Σάιμον Άξλερ του Η ταπείνωση (Πόλις, 2010)[3] και τον λάγνο μαριονετίστα Μίκι Σάμπαθ από Το θέατρο του Σάμπαθ (Πόλις, 2013). Στον πρώτο, που αδυνατεί, λόγω κατάθλιψης, να ανταποκριθεί στα εργασιακά του καθήκοντα και να ερμηνεύσει ρόλους, έχουμε την επαγγελματική αλλά και την προσωπική του πτώση. Στον Σάμπαθ, η καριέρα του ως μαριονετίστα καταστρέφεται λόγω αρθρίτιδας αλλά και προσωπικών σκανδάλων. Και στις δύο περιπτώσεις η αδυναμία τους να εργαστούν συνεπάγεται την περιθωριοποίησή τους στην κοινωνία αλλά και την κατάρρευσή τους συνολικά ως ανθρώπινων υπάρξεων.

Τέλος, ας αναφερθεί και το βιβλίο Επειγόντως στη μαμή (Κλειδάριθμος, 2013) της Βρετανίδας Jenifer Worth, ένα βιωματικό σπονδυλωτό κείμενο που διαδραματίζεται στο 1950 σε μια φτωχική συνοικία, κοντά στο λιμάνι του Λονδίνου. Η συγγραφέας κλήθηκε σε ηλικία μόλις 22 ετών να ασκήσει το επάγγελμα της μαίας και τις εμπειρίες της (κάποιες αστείες, κάποιες συγκινητικές) τις μεταποίησε σε λογοτεχνία.

 

 

Λογοτεχνία και εκπαίδευση (επιλογή 10+1 βιβλίων)

 

Δεν είναι ανεξήγητο ότι, απ’ όλα τα επαγγέλματα, εκείνο που εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς για τη σύνθεση εξομολογήσεων,  αναμνήσεων ή την καταγραφή βιωμάτων είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού (δασκάλου ή καθηγητή). Ως προς αυτό έχω δύο πρόχειρες εξηγήσεις: Η πρώτη έχει να κάνει με το ζωντανό (σε αντίθεση με άλλα επαγγέλματα) υλικό του επαγγέλματος, τους μαθητές, που δίνουν παλμό, ζωντάνια και έμπνευση στους εκπαιδευτικούς-συγγραφείς να καταγράψουν τις εμπειρίες τους στις αίθουσες. Η δεύτερη εξήγηση έχει να κάνει με τον χειρισμό της γλώσσας. Δάσκαλοι και καθηγητές (ιδίως φιλόλογοι) είναι εξοικειωμένοι σε μεγαλύτερο βαθμό με τη χρήση της γλώσσα από εργαζόμενους σε άλλους χώρους, και, παράλληλα με τη διδασκαλία λογοτεχνικών κειμένων στους μαθητές τους, μπαίνουν συχνά κι οι ίδιοι στον πειρασμό να εκτεθούν λογοτεχνικά και να δημιουργήσουν. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως ό,τι εκδίδεται σ’ αυτόν τον τομέα είναι απαραίτητα καλή λογοτεχνία, όμως αρκετά βιβλία εκπαιδευτικών είναι αξιοπρόσεκτα κι ενδιαφέροντα, κυρίως όταν οι συγγραφείς τους καταθέτουν εν συνόλω την εκπαιδευτική διαδρομή τους, όχι με στείρα και γλυκερή νοσταλγία ούτε εν είδει στεγνού ημερολογίου, αλλά κυρίως με χιούμορ και έντονη διάθεση αυτοκριτικής.

Βιβλία που ξεχωρίζω σ’ αυτήν την κατηγορία:

Το Όταν  ήμουν δάσκαλος (Εμπειρία Εκδοτική, 2009) του Ιωάννη Κονδυλάκη, που αποτελεί ένα πρώιμο δείγμα αυτού του είδους στην ελληνική γραμματεία. Ένα βιβλίο βαθιά βιωματικό, η εμπειρία του συγγραφέα ως δασκάλου στο χωριό Μόδι της Κρήτης του 19ου αιώνα. Απομυθοποίηση επαγγέλματος, ρεαλιστική απεικόνιση και αυτοβιογραφικός πυρήνας, το τρίπτυχο στο οποίο βασίζεται το βιβλίο του Κονδυλάκη.

Το Γ΄ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο (Καστανιώτης, 2010) είναι, όπως και το προηγούμενο, ένα κλασικό έργο της ελληνικής γραμματείας, γραμμένο από τη δασκάλα και συγγραφέα Έλλη Αλεξίου (1894-1988). Εδώ, ο εργασιακός χώρος του βιβλίου συμπίπτει με τον εργασιακό χώρο της συγγραφέως στην πραγματική ζωή, αφού εκεί διορίστηκε η Αλεξίου ως δασκάλα το 1914. Το βιβλίο θεωρείται σημαντικό (και εμβληματικό της κατηγορίας που μας ενδιαφέρει) γιατί εδώ ο εργασιακός χώρος χρησιμοποιείται ως πεδίο κοινωνικής κριτικής αλλά και ανάδειξης της γυναικείας χειραφέτησης.

Η νουβέλα Ο δάσκαλος (Scripta, 2006) του Φρανκ Μακ Κορτ (1931-2009) είναι επίσης βιβλίο αυτής της κατηγορίας. Ο Αμερικανοϊρλανδός συγγραφέας με τόλμη και σπαρακτική ειλικρίνεια αλλά και άφθονο χιούμορ κατέγραψε τις εμπειρίες του στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Το ότι κέρδισε τον σεβασμό και την προσοχή αδιάφορων κι ανάγωγων μαθητών, ο ίδιος το θεωρεί προσωπικό άθλο.

Στα χνάρια του Κορτ ο Αντώνης Καρτσάκης κάνει έναν απολογισμό της εκπαιδευτικής του διαδρομής με αυτοκριτική διάθεση και συναίσθημα στη γραφή του, στο βιβλίο του Στον ανήσυχο μαθητή μου (Εστία, 2015).

Το διήγημα του Δημήτρη Χατζή «Η διαθήκη του καθηγητή», που περιλαμβάνεται στην εμβληματική συλλογή του Το τέλος της μικρής μας πόλης (Κείμενα, 1979), έχει ως πρωταγωνιστή τον καθηγητή Ραλλίδη, έναν λόγιο της παλιάς σχολής, συντηρητικό, περιθωριοποιημένο, φορέα ενός κόσμου που χάνεται όπως η παλιά επαρχιακή κοινωνία (εν προκειμένω, τότε, τα Γιάννενα).

Ο Ναπολιτάνος συγγραφέας και δάσκαλος Μαρτσέλο Ντ’ Όρτα συγκέντρωσε εκθέσεις μαθητών του στο βιβλίο του Εγώ ελπίζω να τη βολέψω (εκδ. Γνώση, 1995)[4]. Ωραίο το εύρημα του, ευχάριστο και διασκεδαστικό, αν αναλογιστεί κανείς το υποβαθμισμένο περιβάλλον, τον τρόπο ζωής και τη φτωχή γλωσσική έκφραση των μαθητών του, όμως, τυπώνοντας κατόπιν αρκετά βιβλία με το ίδιο θέμα και με το ίδιο πνεύμα, έπεσε μοιραία στην παγίδα της επανάληψης, υπονομεύοντας την πρωτοτυπία του πρώτου του βιβλίου.

Κείμενα ανάμεσα σε δοκίμιο και βιωματική λογοτεχνία έγραψε και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, που εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, στο βιβλίο του Για το σχολείο (Πόλις, 2017)[5].

Επίσης, ας θυμηθούμε και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του E. R. Braitwaite Στον κύριό μας με αγάπη (εκδ. Παπαδόπουλος), που εξιστορεί τις δυσκολίες ενός έγχρωμου δασκάλου σ’ ένα υποβαθμισμένο σχολείο του Λονδίνου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (το βιβλίο μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη).

Για να επανέλθουμε στον Ροθ, ο κεντρικός ήρωας Κόλμαν Σιλκ από το μυθιστόρημά του Το ανθρώπινο στίγμα (Πόλις, 2003), μια χαρακτηριστική περίπτωση εκπαιδευτικού (διακεκριμένος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και πρώην κοσμήτορας πανεπιστημίου), «δολοφονείται» τόσο επαγγελματικά όσο και ως χαρακτήρας από μία και μόνο λέξη που απηύθυνε σε μαθητή του, και που εκλήφθη ως ρατσιστική. Αν στο Η Ταπείνωση έχουμε την απώλεια μιας ικανότητας εργαζομένου, στο Το θέατρο του Σάμπαθ απώλεια του οργάνου της εργασίας (αρθρίτιδα), εδώ έχουμε την κηλίδωση (αν όχι τον αφανισμό) της υπόληψης του κεντρικού ήρωα αναφορικά με την εργασία του, κάτι στο οποίο θα στηθεί το στόρι του εν λόγω βιβλίου. Φυσικά μιλάμε στην προκείμενη περίπτωση για μυθοπλασία, ποιος όμως μας διαβεβαιώνει πως δεν έζησε κάτι ανάλογο και ο ίδιος ο Ροθ, σε άλλο βέβαια επίπεδο, ως καθηγητής λογοτεχνίας, παγιδευμένος από τη woke ατζέντα της εποχής του;

Κρατώ για το τέλος «Το σφραγιδάκι» από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Ιωάννου Η μόνη κληρονομιά (1974). Η ρουτίνα του εργασιακού περιβάλλοντος, η αίσθηση του πνιγμού, η ανελέητη γραφειοκρατία και τυπολατρία των δημόσιων οργανισμών την περίοδο της επταετίας, όλα παρμένα από την εμπειρία του Ιωάννου ως φιλολόγου, μεταφέρονται αριστοτεχνικά από τον μεγάλο πεζογράφο σε ένα κείμενο μόλις τριών σελίδων, από την πρώιμη συγγραφική του περίοδο.

 

 

«Κλειώ». Η περιπέτεια μιας καθηγήτριας μαθηματικών.

 

Σαν προέκταση της προηγούμενης κατηγορίας βιβλίων, δηλαδή λογοτεχνικά βιβλία εκπαιδευτικών για σχολεία και μαθητές, θα σταθώ σε ένα πρόσφατα τυπωμένο μυθιστόρημα των εκδόσεων Βακχικόν, που μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του. Πρόκειται για το Κλειώ της Λένας Χ. Δημητριάδου. Βρισκόμαστε στο 1985. Η εικοσιεννιάχρονη Κλειώ, πτυχιούχος μαθηματικών και με μάστερ διοίκησης επιχειρήσεων στο Λονδίνο (με άριστα και τα δύο πτυχία), δεν έχει την αντιμετώπιση που, βάσει των προσόντων της, φανταζόταν πως θα είχε στην επιχείρηση της Θεσσαλονίκης όπου εργαζόταν. Παραιτείται και διορίζεται ως μαθηματικός στη μέση εκπαίδευση στην κωμόπολη Γραμματικό. Στην αρχή νιώθει τελείως έξω από τα νερά της. Οι κτηριακές υποδομές του γυμνασίου άθλιες (ένα λεπτό κόντρα πλακέ χώριζε τις αίθουσες των μαθητών Α΄ και Β΄ δέσμης), ένα ζεύγος εκπαιδευτικών τής κάνει πόλεμο επειδή αναλαμβάνει έξτρα δραστηριότητες για να καλυτερέψει τους μαθητές της, «χαλώντας» έτσι την πιάτσα. Ο διευθυντής, αυστηρός και άκαμπτος, τη βάζει συχνά στη θέση της. Η σπιτονοικοκυρά της συμφεροντολόγα και κουτσομπόλα. Και μέσα σ’ όλα αυτά, τα παιδιά να μισούν, ως είθισται, τα μαθηματικά λέγοντάς τα «αναθεματικά». Παράλληλα οι φορτικοί γονείς της, που δεν ήθελαν η καλομαθημένη κόρη τους να ξενιτευτεί στην επαρχία για να διδάσκει χωριατόπαιδα, της κρατάνε μούτρα για την επιλογή της. Όμως η Κλειώ χάρη στην επιμονή και στη θέλησή της επιβιώνει, ζει κάτι σαν μια νέα φοιτητική ζωή στην επαρχία (κάτι που είχε στερηθεί λόγω των εντατικών σπουδών της) και βρίσκει τρόπους προσέγγισης των μαθητών της, καλυτερεύοντας τις επιδόσεις τους στο μάθημα που διδάσκει.

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και είναι αποκαλυπτικό των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένας πρωτοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός στην επαρχία. Η συγγραφέας, δίχως να διεκδικεί δάφνες θεματικής ή και υφολογικής πρωτοτυπίας, βαδίζοντας στα χνάρια του Μακ Κορτ (οι απόφοιτοι του Λυκείου του Γραμματικού θα τη θυμηθούν στα τριαντάχρονα της αποφοίτησής τους, στην απόληξη του βιβλίου), μας θυμίζει το «άδεια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία» του τραγουδιού του Σαββόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το βιβλίο προφανώς είναι βιωματικό (τους ίδιους ακριβώς ακαδημαϊκούς τίτλους της Κλειούς τούς διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, στο βιογραφικό της συγγραφέως, ενώ και οι λεπτομέρειες της σχολικής ζωής φανερώνουν άνθρωπο που εργάστηκε στην εκπαίδευση, γνωρίζοντας τα πράγματα από πρώτο χέρι), όμως, επιπλέον, είναι ειλικρινές, με πολλά διαλογικά μέρη και αρκετό χιούμορ. Στα ατού της συγγραφέως ο αυτοσαρκασμός (συνεχώς δικαιώνει τους μαθητές της που τους έδωσε την εντύπωση ξινής και βλοσυρής καθηγήτριας, προσπαθώντας απεγνωσμένα ν’ αλλάξει η ίδια ύφος και συμπεριφορά) και το όμορφο σκιτσάρισμα τύπων της επαρχίας της δεκαετίας του ενενήντα (εγγράμματων ή αγράμματων) όπου τη μιζέρια και την ερωτική τους στέρηση τη συμπληρώνουν απελπιστικά οι απαρχαιωμένες τους αντιλήψεις και οι ελάχιστες επιλογές διασκέδασης και ψυχαγωγίας που τους προσφέρει ο τόπος τους.

 

Π. Γ.

 

https://bookpress.gr/stiles/protaseis/26700-o-ergasiakos-xoros-os-logotexniki-thematiki-to-epaggelma-empneei-ti-mythoplasia-o-xoros-douleias-systinei-ti-diki-tou-dramatourgia 

 



[1] Παναγιώτης Γούτας, INDEX, τχ. 34, Σεπτ.-Οκτ. 2009 και Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων-Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. Νησίδες, 2011

[2] Παναγιώτης Γούτας, «Επιστροφή στη Βαβυλώνα» του Φιτζέραλντ & «Το κτήνος & Il Conde» του Κόνραντ: Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, book press, Ιούλιος 2025

[3] Παναγιώτης Γούτας, Ανατέμνοντας την ανθρώπινη μοίρα, book press, Ιούνιος 2012

[4] Παναγιώτης Γούτας, Παιδικές εκθέσεις και λογοτεχνία: Τρία ξεχωριστά βιβλία, book press, Φεβρουάριος 2022.

[5] Παναγιώτης Γούτας, «Τους μαθητές δεν τους αγαπάμε, τους διδάσκουμε», book press, Μάιος, 2017


Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Julian Barnes

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημα του Julian Barnes Αναχωρήσεις, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά (Μεταίχμιο, 2026)]

Η ανάγνωση ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου είναι σαν ένα καλό γεύμα σ’ ένα φημισμένο εστιατόριο. Ο αναγνώστης θα καταφύγει σ’ αυτό αφού είναι αδύνατον να συντηρείται μόνο με τυποποιημένα σνακ ή φαστ φουντ αναγνώσματα. Τι ορίζουμε τώρα ως καλό βιβλίο; Στην προκείμενη περίπτωση μιλώ για ένα βιβλίο μεταφρασμένης λογοτεχνίας κάποιου συγγραφέα που έχει καταξιωθεί και διακριθεί στη χώρα του, έχει μεταφραστεί σε αρκετές άλλες χώρες και έχει μεταφραστεί και στην Ελλάδα από έγκυρο (η) μεταφραστή (μεταφράστρια), κυκλοφορώντας από εκδοτικό οίκο που σέβεται το αναγνωστικό του κοινό. Οι Αναχωρήσεις του  Julian Barnes τηρούν όλες τις παραπάνω προδιαγραφές όχι για να χαρακτηριστούν απλώς ως καλό βιβλίο, αλλά ως υψηλή λογοτεχνία.

Έχουμε να κάνουμε με ένα υβριδικό μυθιστόρημα, μοιρασμένο σε πέντε κεφάλαια. Ανάμεσα στο εισαγωγικό κεφάλαιο και στο κεφάλαιο όπου θίγεται διεξοδικά και λεπτομερώς ο τρόπος διάγνωσης ης λευχαιμίας του συγγραφέα παρεμβάλλονται εναλλάξ δύο κεφάλαια που αφορούν μια ερωτική ιστορία, εις διπλούν και με χρονική απόσταση σαράντα χρόνων. Ο αφηγητής-συγγραφέας είχε μεσολαβήσει στα φοιτητικά του χρόνια για να συνάψουν σχέση ο Στίβεν και η Τζιν, κάτι που επαναλαμβάνεται σαράντα χρόνια μετά, οπότε μεσολαβεί εκ νέου για νέο σμίξιμο των εξηντάχρονων πλέον παλιών φίλων του. Ωστόσο και αυτή η σχέση πηγαίνει στον βρόντο, όπως συνέβη και παλιά. Εξέλαβα την ερωτική ιστορία των δύο ανθρώπων ως συμβολική. Το διάστημα των 40 χρόνων που μεσολαβεί μέχρι το νέο σμίξιμο τους είναι η αδηφάγος «τρύπα» της ίδιας της ζωής, στο απλουστευμένο και ιδιοφυές κατά Barnes σχήμα: Γέννηση, κενό (τρύπα) ζωής, αναχώρηση.

Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο είναι το πιο εξομολογητικό, προσωπικό και σπαραχτικό μέρος του βιβλίου. Ο Barnes, σχεδόν ογδοντάχρονος και χτυπημένος από τη λευχαιμία, αφού στοχάζεται και εμβαθύνει αναφορικά με τη θνητότητα, το γήρας, το τέλος των πραγμάτων, το ανθρώπινο σώμα που εξασθενεί, τη μνήμη και τις αναμνήσεις που αλλοιώνονται με τα χρόνια, παίρνει την απόφαση ν’ ανακοινώσει στους αναγνώστες του ότι οι Αναχωρήσεις ήταν το κύκνειο άσμα του, αφού δεν πρόκειται να γράψει εφεξής άλλο βιβλίο. Μια οδυνηρή ωστόσο γενναία απόφαση που παραπέμπει σε αντίστοιχες γενναίες αποφάσεις άλλων λογοτεχνών όπως ο Φίλιπ Ροθ ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας τους.[1]

Ακόμα και στα πιο σπαραχτικά σημεία του βιβλίου ο Barnes δεν χάνει το παιγνιώδες ύφος του και το φλεγματικό του χιούμορ. Επισημαίνω κάποια σημεία που λειτουργούν ως ευφυολογήματα ή ατάκες ζωής, από τα πολλά που υπάρχουν στο κείμενο (τα περισσότερα εξ αυτών εκφρασμένα διά στόματος Τζιν)

σ. 179: Επιτρέπεται να είσαι γέρος, αλλά δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεσαι σαν γέρος.

σ. 185: Ίσως είμαστε όλοι έφηβοι όταν πρόκειται για το σεξ, όσων χρονών κι αν είμαστε.

σ. 151: Είμαστε απλώς νήπια ντυμένα με ρούχα ενηλίκων.

σ. 200: Έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι συχνά τόσο απασχολημένοι με το να ζουν, που ξεχνούν πως είναι άνθρωποι.

Συμπερασματικά: Ένα μεγαλειώδες, ειλικρινές, σπαραχτικό μυθιστόρημα. Η ένδοξη αποχώρηση από τον στίβο της γραφής ενός αναμφισβήτητα σπουδαίου συγγραφέα.

 

Δείγμα γραφής (σ. 227)

Όσο για μένα, είμαι πλέον εβδομήντα οχτώ ετών και αυτό θα είναι οπωσδήποτε το τελευταίο μου βιβλίο – η επίσημη αναχώρησή μου, η τελική συνομιλία μου μαζί σου. Το να τελειώνω το τελευταίο μου βιβλίο στον δικό μου χρόνο και μετά να σωπάσω έχει τουλάχιστον αυτή τη χρήσιμη συνέπεια: σημαίνει ότι δεν θα σε διακόψει ο θάνατος –όπως φοβόταν ο Μπράιαν Μουρ– στη μέση της συγγραφής. Με αυτόν τον τρόπο αρνείσαι στον θάνατο την εξουσία. Αν και, το παραδέχομαι, δεν έχεις και πολλά περιθώρια.

Π. Γ.

 



[1] Ο Ροθ σταμάτησε να γράφει για να ζήσει λίγα χρόνια την «πραγματική ζωή» μακριά από τη μάχη της συγγραφής. Ο Αναγνωστάκης σταμάτησε την ποίηση γιατί κατά δήλωσή του δεν είχε κάτι καινούριο να προσθέσει. Ο Barnes φαίνεται πως σταματάει τη συγγραφή συνειδητοποιώντας πως η πράξη αυτή προϋποθέτει καλή ψυχική, πνευματική και σωματική υγεία, στοιχεία που άρχισε να μην τα διαθέτει ο ίδιος.


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: J. M. Goetzee, Η ελπίδα

 

         

    Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας ως αναγνωστική πρόταση. Για αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει η συλλογή διηγημάτων του J. M. Goetzee Η ελπίδα και άλλες ιστορίες (εκδ. Διόπτρα, 2026, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου)]


 

σ. 90: «Σκέφτηκα ότι ο κόσμος ανέχεται τη σφαγή των ζώων μόνο και μόνο επειδή δεν βλέπει τη διαδικασία».

σ. 81: «Δεν είναι κακό να κάνει κανείς το καθήκον του. Το καθήκον είναι αυτό που κάνει τον κόσμο να γυρίζει, όχι η αγάπη».

σ. 74: «Όχι, δεν υπάρχει Θεός. Αλλά, τουλάχιστον, στον κόσμο για τον οποίο εύχομαι και προσεύχομαι να υπάρχει, κάθε ψυχή θα έχει μια ευκαιρία».

σ. 67: «Αν ήταν όλοι σαν εσένα, το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει κατά την εποχή των Παγετώνων».

 

Είναι ελάχιστες μόνο από τις αρκετές, υπαρξιακού τύπου, φράσεις-ευφυολογήματα που αναφέρει η Ελίζαμπεθ Κοστέλο (ηρωίδα και παλαιότερων βιβλίων του συγγραφέα) στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Η ελπίδα και άλλες ιστορίες. Αν εξαιρέσουμε τις δύο πρώτες ιστορίες του βιβλίου που έχουν κάποια αφηγηματική αυτονομία, οι υπόλοιπες έξι σχετίζονται μεταξύ τους, είναι αλληλένδετες και, κατά κανόνα, φωτογραφίζουν μια ηλικιωμένη γυναίκα στο λυκόφως της ζωής της, που ζει σε ξένη χώρα, είναι διάσημη συγγραφέας και έρχεται σε επικοινωνία (όσο αυτό είναι εφικτό) με τα παιδιά της και τη νύφη της, που αγωνιούν για το μέλλον και την εξέλιξη της υγείας της.

Μέσα απ’ όλες τις ιστορίες ο αναγνώστης θα προβληματιστεί βαθιά για μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, όπως τα γηρατειά, ο θάνατος, η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η σχέση ανθρώπων-ζώων, η αίσθηση του καθήκοντος και η συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικές αντιλήψεις και στάσεις ζωής, η ανεκτικότητα, η ευθανασία ως διέξοδος στην άνοια των ηλικιωμένων, που χάνουν την αξιοπρέπειά τους.

Ωστόσο, αν κάτι ξεχωρίζει και υπερτερεί σ’ αυτές τις άκρως ενδιαφέρουσες ιστορίες του βραβευμένου με Νόμπελ (2003) Νοτιοαφρικανού συγγραφέα, είναι η αίσθηση μιας υπαρξιακής παραδοξότητας και μιας υψηλής φιλοσοφικής ενατένισης της ζωής, που αποτυπώνεται ανάγλυφα ιδίως μέσα από τους διαλόγους των ηρώων του.

 

Δείγμα γραφής (σ. 118)

 

Όμως, πιάνομαι από μια τελευταία πεποίθηση: ότι το κοτοπουλάκι που μου εμφανίστηκε στην οθόνη χτες το βράδυ εμφανίστηκε για συγκεκριμένο λόγο, εκείνο και τα άλλα αμελητέα όντα των οποίων οι δρόμοι συναντήθηκαν με τον δικό μου καθώς όδευαν προς τον θάνατο.

Για εκείνα γράφω. Οι ζωές τους είναι πολύ σύντομες και τόσο εύκολα ξεχνιούνται. Είμαι το μόνο πλάσμα στο σύμπαν που ακόμη θυμάται, αν αφήσουμε κατά μέρος τον Θεό. Όταν φύγω από εδώ, θα υπάρχει μόνο το κενό. Θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Γι’ αυτό γράφω για εκείνα και γι’ αυτό ήθελα να διαβάσεις για εκείνα. Για να αφήσω σ’ εσένα την ανάμνησή τους. Αυτό είναι όλο.

 

Π. Γ.


Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (6): Γεώργιος Σχορετσανίτης

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (6)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου, εκδ. Οδός Πανός, 2025

 

Όταν μιλάμε για λογοτεχνία του Αμερικάνικου Νότου το μυαλό μας πηγαίνει ακαριαία στον «πατέρα» της λογοτεχνίας του Νότου, τον Ουίλιαμ Φόκνερ (1897-1962). Μετά ξεπηδούν κι άλλες σημαντικές μορφές, όπως ο θεατρικός συγγραφέας Τένεσι Ουίλιαμ, ο Τρούμαν Καπότε, η Φλάνερι ο Κόνορ, για να φτάσουμε μέχρι τη σύγχρονη Τόνι Μόρισαν (1931-2019), που βραβεύτηκε με Νόμπελ το 1993 και που με το συνολικό της έργο αντιτάχθηκε στη σεξιστική και ρατσιστική γλώσσα, στη σκλαβιά, τη γενοκτονία και τον πόλεμο. Κοινά στοιχεία της λογοτεχνίας των παραπάνω συγγραφέων η καταγραφή ιστορικών γεγονότων, η φυλετική ένταση, η ανθρώπινη παρακμή και οι οικογενειακές σχέσεις. Αυτή όμως η λογοτεχνία του Αμερικάνικου Νότου έχει βαθιές ρίζες, που φτάνουν σε βάθος χρόνου. Αυτές τις ρίζες, δηλαδή τις απαρχές της, μελετά ο συγγραφέας Γεώργιος Σχορετσανίτης στο βιβλίο του Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου (Οδός Πανός, 2025). Θα σταθώ μόνο σε μερικά σημεία-πληροφορίες, που τα θεωρώ σημαντικά και που φωτίζονται από τον συγγραφέα επαρκώς.

  Μία κατηγορία λογοτεχνών του Νότου (οι πρώτοι χρονολογικά και οι περισσότεροι που έδωσαν έργα στις αρχές και στα μέσα του 19ου αιώνα) πάτησαν στα βιβλία τους στη «λευκή παράδοση». Εξύμνησαν δηλαδή το καθεστώς των απέραντων φυτειών, θρηνώντας για ένα παρελθόν το οποίο στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε (σ. 12)

  Η θεωρία της «χαμένης αιτίας» (νοσταλγία για το Συνομοσπονδιακό παρελθόν, συλλογική λήθη της φρίκης της σκλαβιάς των μαύρων, χρήσιμο εργαλείο συμφιλίωσης Βορρά-Νότου μετά τον Αμερικανικό εμφύλιο) επηρέασε και κατηύθυνε πολλούς λογοτέχνες. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της λογοτεχνικής τάσης ο Τόμας Νέλσον Πέιτζ (1853-1922) (σ. 64).

  Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849), που, πέρα από σημαντικός συγγραφέας, υπήρξε και εξέχων κριτικός της γενιάς του, βοήθησε σημαντικά σε μια στροφή προς μια πιο κοινωνική ματιά στο θέμα της δουλείας και της καταπίεσης των μαύρων από τους λευκούς. Υπήρξε εμβληματικός εκπρόσωπος του κριτικού πνεύματος. Πρώτος παρατήρησε πως «πολλοί νότιοι συγγραφείς στις πρώτες και μεσαίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αναγκάστηκαν να αγωνιστούν με δύσκολα πολιτιστικά και πολιτικά συστήματα που δεν υιοθέτησαν εναλλακτικές ιδεολογίες, αλλά αντίθετα επέστρεψαν σε δυσάρεστα ρατσιστικά και αντιδραστικά ιδεώδη» (σ. 148).

  Η Χάριετ Μπίτσερ Στόου (1811-1896) υπήρξε συγγραφέας-υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας. Το μνημειώδες βιβλίο της Η καλύβα του μπαρμπα Θωμά εκδόθηκε το 1852 και έγινε πασίγνωστο σε όλη τη χώρα – οι πωλήσεις του υπολείπονταν μόνο από εκείνες της Βίβλου. Θεωρείται πως η κυκλοφορία του συνδαύλισε το αποσχιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1850.

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης, που στο παρελθόν ασχολήθηκε και σε άλλα του βιβλία με την αμερικάνικη λογοτεχνία, με αυτό το βιβλίο-μελέτη αναλύει και εξηγεί όλο το παρελθόν της λογοτεχνίας του Αμερικάνικου Νότου, το ιστορικό πλαίσιο, τις παθογένειες της εποχής αλλά και τις κατευθύνσεις που αυτή ακολούθησε. Είναι χρήσιμο να τα γνωρίζουμε όλα αυτά για να ερμηνεύουμε σωστότερα και με γνώση τα σύγχρονα λογοτεχνικά ρεύματα αλλά και να αντιληφθούμε καλύτερα την ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα που, παραδοσιακά, χαρακτηρίζει τη γραφή των συγγραφέων του Αμερικάνικου Νότου, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

 

Π. Γ.

 

 

 


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (2)-Μεταφρασμένη λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 επιλογές)

 

Από τα βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση τα παρακάτω:

 

Patrick Modiano, Η χορεύτρια (νουβέλα, εκδ. Πόλις, 2025, μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη)

Η γραφή της νουβέλας είναι αφαιρετική και λεπτεπίλεπτη. Ο φωτισμός χαμηλός, νυχτερινός. Η γοητεία μιας άλλης εποχής, ο κόσμος του χορού στο Παρίσι του ’60, η σκληρή πειθαρχία των χορευτών, το σκοτεινό παρελθόν των καλλιτεχνών, όλα μεταφέρονται από τον Μοντιανό με αριστουργηματικό τρόπο στο βιβλίο. Η λογοτεχνία και ο χορός σε αγαστή σύζευξη.

(μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου για το βιβλίο στον παρακάτω σύνδεσμο: https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/24040-i-xoreytria-tou-patrik-montiano-kritiki-morfes-pou-paramenoun-aneksitiles-me-ta-xronia )

 

James Joyce, Οι νεκροί (εκδ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ Μεταίχμιο, 2025, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

Ο έρωτας, ο θάνατος, η δυσκολία επικοινωνίας σ’ ένα ζευγάρι αλλά και η κατ’ επίφαση ζωή ανθρώπων που σπαταλούν την ύπαρξή τους σε κοινοτοπίες και στερεότυπα, όλα τα παραπάνω μπόρεσαν να χωρέσουν αριστουργηματικά στο διήγημα-κομψοτέχνημα του Τζόις, Οι νεκροί, μια καθαρά «ιρλανδική» ιστορία που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του Ιρλανδού συγγραφέα Δουβλινέζοι (1914) – προάγγελος του μυθιστορήματός του Οδυσσέας (1922), που απετέλεσε τομή στην μοντερνιστική πεζογραφία της εποχής του.

J. M. Goetzee, Ο Πολωνός (7η χιλιάδα, επανακυκλοφορία 2025, μυθιστόρημα, εκδ. Διόπτρα, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου)

Ένας Πολωνός πιανίστας, ο Βίτλοντ Βαλτσικιέβιτς, ερωτεύεται την Μπεατρίθ, μία κατά πολύ νεότερή του γυναίκα, σύζυγο τραπεζίτη, όταν τον καλεί σ’ ένα ρεσιτάλ στη Βαρκελώνη, στην οργάνωση του οποίου βοηθάει η ίδια. Στο βιβλίο εντυπωσιάζει πως ενώ η σχέση ξεκινά περίπου ως αδικαίωτος έρωτας του Πολωνού προς την Ισπανίδα γυναίκα, αφού η τελευταία δεν έχει εντυπωσιαστεί από την πολιορκία που της γίνεται, στο τέλος το ερωτικό παιχνίδι οδηγείται στην ανατροπή και εξελίσσεται από παιχνίδι εξουσίας και επιβολής σε μια μικρή ερωτική περιπέτεια, με αναπάντεχα, απτά αποτελέσματα. Ο Goetzee μάς αποδεικνύει πως καλή λογοτεχνία δεν είναι μόνο τα μεγάλα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε στο παρελθόν, και που του χάρισαν κι ένα Νόμπελ (2003), αλλά και ο καθημερινός μικρόκοσμος, που κρύβει τόσα αισθήματα, ματαιώσεις, ανατροπές και ερωτικά σκιρτήματα.

 

Georgi Gospodinov, Ο κηπουρός και ο θάνατος (μυθιστόρημα, εκδ. Ίκαρος, 2025, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου)

Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν κηπουρός. Παιώνιες και πατάτες, τριαντάφυλλα και κερασιές ήταν ένα μέρος από τη ζωντανή κληρονομιά του. Και μαζί με αυτά, ατέλειωτες ιστορίες που αφηγούνταν ο καπνιστής πατέρας στον γιο του. Ο αφηγητής-γιος κάθεται δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου πατέρα καταγράφοντας τη ζωή του. Ένα βιβλίο για τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου. Για τη ζωή που σβήνει. Προκαλεί πηγαία συγκίνηση η αφήγηση του βραβευμένου Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (1968), θυμίζοντάς μας (κυρίως ως προς τη θεματογραφία του και όχι ως προς το ύφος γραφής του) τον Φίλιπ Ροθ, στο ανυπέρβλητο αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Πατρική κληρονομιά (Πόλις, 2012, μτφρ. Τάκης Κίρκης).

 

Satoshi Yagisavva, Οι μέρες στο Βιβλιοπωλείο Μορισάκι (μυθιστόρημα, εκδ. Ελληνικά γράμματα, 12η έκδ. 2025, μτφρ. Άρης Σφακιανάκης)

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Σατόσι Γιαγκισάβα (1977) έγραψε ένα απλό (όχι απλοϊκό) και μικρής έκτασης μυθιστόρημα τύπου «feelgood» (αναγνώσματα που μας φτιάχνουν τη διάθεση), που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ. Μια εικοσιπεντάχρονη, η Τακάκο, βιώνοντας μια ερωτική αποτυχία καταφεύγει στο παλαιοβιβλιοπωλείο του θείου της, Σατόρου, όπου διαμένει στον επάνω όροφο βοηθώντας τις καθημερινές ως υπάλληλος. Το βιβλιοφιλικό σύμπαν και οι πελάτες του χώρου θα της αλλάξουν σταδιακά τη ζωή, και η κοπέλα θα δει τον κόσμο με θετικό βλέμμα. Με διαυγή και ήρεμη αφήγηση ο Γιαγκισάβα στήνει ένα συμπαθητικό και ευκολοδιάβαστο στόρι για τη ζωή, την αγάπη και την ιαματική δύναμη των βιβλίων, που λειτουργεί στον αναγνώστη ως άσκηση ζεν.

Είναι φανερό πως τη χρονιά που μας πέρασε οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις μετατοπίστηκαν από τα ογκώδη, πολυσέλιδα μυθιστορήματα, στα μικρής έκτασης μυθιστορήματα, στις ολιγοσέλιδες νουβέλες και στα διηγήματα. Για κάποιο ή για κάποια από τα βιβλία που σας προανέφερα, ίσως δείτε, μελλοντικά, στις σελίδες του blog αναλυτικότερους σχολιασμούς.

Π. Γ.