Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ποίηση: Μελαγχολία

 


Μελαγχολία

 

 

Η παραλία με τα δεντράκια

Οι ξαπλώστρες πέρα στην ακτή

Τ' ασάλευτα στο βάθος καράβια

Η ησυχία του απογεύματος, ο Πύργος

Οι απίστευτες κλεφτές ματιές,

τα σανδάλια σου

Οι βουτιές μας στον Κάβο

Τα υγρά φιλιά, οι μουσικές της νύχτας

Τα ηλεκτρισμένα σώματα, οι σιωπές,

όλα είν ακόμα εδώ.

 

Αύριο θα συνθλιφτούνε

στο νταμάρι της πόλης.

 

(από τη συλλογή μου Ντόρτια, εκδ. ποιήματα των φίλων, Αθήνα 2012, σε επιμέλεια Κώστα Ριτσώνη)






Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Γιοχάνα

 


ΓΙΟΧΑΝΑ

 


 


 


Αυθαίρετα την ονομάτισα Γιοχάνα. Γιοχάνα Έρικσεν ή Σβένσον ή Κάρλσον ή κάτι συναφές. Υποθέτω Νορβηγή, Σουηδέζα, μπορεί και Δανέζα υπήκοος. Δεν θα πρέπει να είναι πάνω από επτά ή οκτώ ετών. Παίζει με τον δίμετρο παππού της παιχνίδια σε παραλία της Χαλκιδικής. Η μικρή (χρυσές πλεξούδες, σταρένιο δέρμα, απίστευτη ζωτικότητα) γυρίζει, κάπου κάπου, το μουτράκι της προς το μέρος μου και μου χαμογελά με νάζι. Τη χαιρετώ κι εγώ χαμογελαστός, πίνοντας τον καφέ μου.

Ξαφνικά, μέσα στην άπνοια του θέρους, τη φαντάζομαι να ψηλώνει, ολοένα να ψηλώνει, να μεγαλώνει, να γίνεται συγγραφέας με μεγάλη απήχηση στις αναγνωστικές μάζες, και, εκεί γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα της χρόνια (εγώ θα έχω ήδη αποδημήσει εις Κύριον, προφανώς και ο σχεδόν συνομήλικός μου παππούς της), σε κάποιο από τα βιβλία της να σημειώνει τα εξής: «Θυμάμαι αχνά τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Ελλάδα και τον αγαπημένο μου παππού με τα τεράστια χέρια-φτερούγες του να με προστατεύει σαν άγγελος!». Και λίγο παρακάτω: «Και μες στο λιοπύρι της Μεσογείου θυμάμαι αμυδρά κι έναν κύριο από τη διπλανή ψάθινη ομπρέλα του να με χαιρετάει χαμογελαστός».

Τι νομίζετε! Με κάτι τέτοια ευφάνταστα τεχνάσματα κατακτιέται η αιωνιότητα.