Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Julian Barnes

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημα του Julian Barnes Αναχωρήσεις, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά (Μεταίχμιο, 2026)]

Η ανάγνωση ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου είναι σαν ένα καλό γεύμα σ’ ένα φημισμένο εστιατόριο. Ο αναγνώστης θα καταφύγει σ’ αυτό αφού είναι αδύνατον να συντηρείται μόνο με τυποποιημένα σνακ ή φαστ φουντ αναγνώσματα. Τι ορίζουμε τώρα ως καλό βιβλίο; Στην προκείμενη περίπτωση μιλώ για ένα βιβλίο μεταφρασμένης λογοτεχνίας κάποιου συγγραφέα που έχει καταξιωθεί και διακριθεί στη χώρα του, έχει μεταφραστεί σε αρκετές άλλες χώρες και έχει μεταφραστεί και στην Ελλάδα από έγκυρο (η) μεταφραστή (μεταφράστρια), κυκλοφορώντας από εκδοτικό οίκο που σέβεται το αναγνωστικό του κοινό. Οι Αναχωρήσεις του  Julian Barnes τηρούν όλες τις παραπάνω προδιαγραφές όχι για να χαρακτηριστούν απλώς ως καλό βιβλίο, αλλά ως υψηλή λογοτεχνία.

Έχουμε να κάνουμε με ένα υβριδικό μυθιστόρημα, μοιρασμένο σε πέντε κεφάλαια. Ανάμεσα στο εισαγωγικό κεφάλαιο και στο κεφάλαιο όπου θίγεται διεξοδικά και λεπτομερώς ο τρόπος διάγνωσης ης λευχαιμίας του συγγραφέα παρεμβάλλονται εναλλάξ δύο κεφάλαια που αφορούν μια ερωτική ιστορία, εις διπλούν και με χρονική απόσταση σαράντα χρόνων. Ο αφηγητής-συγγραφέας είχε μεσολαβήσει στα φοιτητικά του χρόνια για να συνάψουν σχέση ο Στίβεν και η Τζιν, κάτι που επαναλαμβάνεται σαράντα χρόνια μετά, οπότε μεσολαβεί εκ νέου για νέο σμίξιμο των εξηντάχρονων πλέον παλιών φίλων του. Ωστόσο και αυτή η σχέση πηγαίνει στον βρόντο, όπως συνέβη και παλιά. Εξέλαβα την ερωτική ιστορία των δύο ανθρώπων ως συμβολική. Το διάστημα των 40 χρόνων που μεσολαβεί μέχρι το νέο σμίξιμο τους είναι η αδηφάγος «τρύπα» της ίδιας της ζωής, στο απλουστευμένο και ιδιοφυές κατά Barnes σχήμα: Γέννηση, κενό (τρύπα) ζωής, αναχώρηση.

Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο είναι το πιο εξομολογητικό, προσωπικό και σπαραχτικό μέρος του βιβλίου. Ο Barnes, σχεδόν ογδοντάχρονος και χτυπημένος από τη λευχαιμία, αφού στοχάζεται και εμβαθύνει αναφορικά με τη θνητότητα, το γήρας, το τέλος των πραγμάτων, το ανθρώπινο σώμα που εξασθενεί, τη μνήμη και τις αναμνήσεις που αλλοιώνονται με τα χρόνια, παίρνει την απόφαση ν’ ανακοινώσει στους αναγνώστες του ότι οι Αναχωρήσεις ήταν το κύκνειο άσμα του, αφού δεν πρόκειται να γράψει εφεξής άλλο βιβλίο. Μια οδυνηρή ωστόσο γενναία απόφαση που παραπέμπει σε αντίστοιχες γενναίες αποφάσεις άλλων λογοτεχνών όπως ο Φίλιπ Ροθ ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας τους.[1]

Ακόμα και στα πιο σπαραχτικά σημεία του βιβλίου ο Barnes δεν χάνει το παιγνιώδες ύφος του και το φλεγματικό του χιούμορ. Επισημαίνω κάποια σημεία που λειτουργούν ως ευφυολογήματα ή ατάκες ζωής, από τα πολλά που υπάρχουν στο κείμενο (τα περισσότερα εξ αυτών εκφρασμένα διά στόματος Τζιν)

σ. 179: Επιτρέπεται να είσαι γέρος, αλλά δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεσαι σαν γέρος.

σ. 185: Ίσως είμαστε όλοι έφηβοι όταν πρόκειται για το σεξ, όσων χρονών κι αν είμαστε.

σ. 151: Είμαστε απλώς νήπια ντυμένα με ρούχα ενηλίκων.

σ. 200: Έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι συχνά τόσο απασχολημένοι με το να ζουν, που ξεχνούν πως είναι άνθρωποι.

Συμπερασματικά: Ένα μεγαλειώδες, ειλικρινές, σπαραχτικό μυθιστόρημα. Η ένδοξη αποχώρηση από τον στίβο της γραφής ενός αναμφισβήτητα σπουδαίου συγγραφέα.

 

Δείγμα γραφής (σ. 227)

Όσο για μένα, είμαι πλέον εβδομήντα οχτώ ετών και αυτό θα είναι οπωσδήποτε το τελευταίο μου βιβλίο – η επίσημη αναχώρησή μου, η τελική συνομιλία μου μαζί σου. Το να τελειώνω το τελευταίο μου βιβλίο στον δικό μου χρόνο και μετά να σωπάσω έχει τουλάχιστον αυτή τη χρήσιμη συνέπεια: σημαίνει ότι δεν θα σε διακόψει ο θάνατος –όπως φοβόταν ο Μπράιαν Μουρ– στη μέση της συγγραφής. Με αυτόν τον τρόπο αρνείσαι στον θάνατο την εξουσία. Αν και, το παραδέχομαι, δεν έχεις και πολλά περιθώρια.

Π. Γ.

 



[1] Ο Ροθ σταμάτησε να γράφει για να ζήσει λίγα χρόνια την «πραγματική ζωή» μακριά από τη μάχη της συγγραφής. Ο Αναγνωστάκης σταμάτησε την ποίηση γιατί κατά δήλωσή του δεν είχε κάτι καινούριο να προσθέσει. Ο Barnes φαίνεται πως σταματάει τη συγγραφή συνειδητοποιώντας πως η πράξη αυτή προϋποθέτει καλή ψυχική, πνευματική και σωματική υγεία, στοιχεία που άρχισε να μην τα διαθέτει ο ίδιος.


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (9)-Ντίνος Γιώτης

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (9)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Ντίνος Γιώτης, ΑΘΗΝΑ 2.0, νουβέλα, εκδ. Βακχικόν, 2026

 

Ο συγγραφέας, σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Ντίνος Γιώτης στο έβδομο κατά σειρά βιβλίο του που τιτλοφορείται ΑΘΗΝΑ 2.0 καταγράφει μια άλλη Αθήνα πέρα από τις βιτρίνες που θαμπώνουν, την πολιτισμική προβολή της, τα φώτα και τη λάμψη της ιστορίας της. Μια Αθήνα σκληρή, σκοτεινή, ανελέητη, με πρόσωπα που κινούνται στο ημίφως – η νέα γενιά με τα συντετριμμένα της όνειρα, τη μοναξιά της, τις λάθος αποφάσεις της, όλο εκείνο το μάταιο και βεβιασμένο της ύπαρξής της. Ο πρωταγωνιστής, που ονομάζεται Daw και που του αρέσει να σκαρώνει στίχους, θέλει ν’ απομακρυνθεί από το τοξικό οικογενειακό περιβάλλον του. Ωστόσο, η ζωή και οι επιλογές του δεν θα του σταθούν σύμμαχοι στις επιδιώξεις και στις αποφάσεις που θα πάρει.

Ολιγοσέλιδη νουβέλα μόλις 55 σελίδων, γραμμένη με απλά αφηγηματικά υλικά, αμεσότητα και σύγχρονο λόγο, φωτίζει τις ζωές (εκφραστικά μέσα, τρόπος επικοινωνίας) μιας αποκλεισμένης και αδικημένης γενιάς, που φυτοζωεί στην ευημερούσα κοινωνία των ολίγων και των δυνατών που παίρνουν αποφάσεις για την πορεία των πραγμάτων, κρατώντας την συνειδητά στο περιθώριο.

 

Δείγμα γραφής (σ. 17)

 

Πάλι τα ίδια σκατά, σκεφτόμουν καθώς γύριζα στο σπίτι, χωμένος μέσα στο φούτερ μου. Δεν είχε περάσει καιρός που δούλευα ντελίβερι σε μια συνοικιακή καφετέρια. Μοίραζα καφέδες από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεξιά-αριστερά, σε πολύ μπίζι εργαζόμενους και σε φουλ αργόσχολους για λίγα ευρώ και κάτι ψιλά για να βγάλω τον μήνα μου. Τα είχα ανάγκη όμως και όσο θα έψαχνα για κάτι καλύτερο δεν θα παρατούσα τη δουλειά.

 

Π. Γ.


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Απουσιολόγιο: Γιάννης Γρηγοράκης

 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ (1950-2026)

 

 


Ο σημαντικός πεζογράφος της πόλης μας αλλά και της χώρας Γιάννης Γρηγοράκης (ο καλός μου φίλος, Γιάννης) δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Έφυγε, όπως ενημερώθηκα από τους οικείους του, σήμερα τα ξημερώματα. Στην οικογένειά του τα θερμά μου συλλυπητήρια. Θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη!

 




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


 

Ο Γιάννης Γρηγοράκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά και για περισσότερο από τριάντα χρόνια άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του: Ο διαβήτης του Πλάτωνα (2009), Μαύρη πέτρα (2011), Η καταιγίδα έρχεται, συνέχισε να τρέχεις (2012), Τέταρτος Κόσμος (2013), Κόκκινο και γυμνό (2015) και Αληθινοί και ονειροπόλοι (2018). Άλλα έργα του: Η μητρόπολη του χάους (1998), Η συνωμοσία των αγγέλων (2001) και Καφέ Προκόπ (2004). Το Ο άνεμος κόπασε υπήρξε το δέκατο μυθιστόρημά του.

 

(Πηγή: Εκδόσεις Κέδρος, 2022)



                                                                Πολύγυρος, Νοέμβριος 2018, 

                               από παρουσίαση βιβλίου του Γιάννη


Κριτικό σχόλιό μου για το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη:

 

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/16817-o-anemos-kopase-tou-gianni-grigoraki-i-periplanisi-enos-sygxronou-odyssea




Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Σημειωματάριο (5): Εννέα σκέψεις

 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ (5)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

 

Βιβλία μου, που τα χάρισα σε άλλους συγγραφείς, τα αγοράζω πλέον από το metabook, με την αφιέρωσή μου ακόμη νωπή στη μέσα σελίδα.

 

Στα είκοσι έλεγα «έρωτας», στα τριάντα  «επανάσταση», στα σαράντα «έκφραση μέσω της λογοτεχνίας», στα πενήντα «συνείδηση των πραγμάτων», στα εξήντα «συνέπεια σ’ αυτό που κάνεις, ό,τι κι αν είναι αυτό», στα εβδομήντα ποιος ξέρει ποια υπέρτατη αξία, ποιο νέο ιδεολόγημα, ποια καινούργια αυταπάτη θα με τραβά από τον γιακά για να επιβιώνω.

 

Κάποια βροχερά χειμωνιάτικα απογεύματα οι παλιές ροκιές του εβδομήντα και του ογδόντα μού χτυπούν χλευαστικά το τζάμι του παραθύρου μου. Σαν τις δεκοχτούρες της γειτονιάς μου, που κουτσουλάνε κάθε μέρα το μπαλκόνι μου κι εξαφανίζονται. Κανένας Κολτρέιν και κανένας Τζάρετ δεν μπορούν να τις αναχαιτίσουν.

 

Έπρεπε να γράψει δεκαεπτά βιβλία για να αντιληφθεί το μεγαλείο των ημερολογιακών σημειώσεων. Έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει δεκαεπτά μουσικές συνθέσεις για να αντιληφθεί τη μαγεία του μουσικού φθόγγου.

 

Κάποια κρύα χειμωνιάτικα μεσημέρια χώνεται κάτω απ’ την κουβέρτα, διπλώνει τα χέρια στο στήθος, κλείνει τα μάτια και παριστάνει τον πεθαμένο. Έτσι θα είμαι, κάποτε, στο κιβούρι μου, σκέφτεται. Σ’ αυτήν τη στάση τον παίρνει ο ύπνος. Ξυπνάει πάντα σαν θύμα εσφαλμένης ιατρικής επιβεβαίωσης του θανάτου του, που, λίγες ώρες μετά τη διάγνωση, σηκώθηκε απρόσμενα από το φέρετρό του, αναστατώνοντας φίλους, συγγενείς και γνωστούς.

 

Στις αναποδιές και τις δυσκολίες της ζωής, «ησύχασε, είσαι λογοτεχνικός χαρακτήρας!» λέει στον εαυτό του. «Παίζεις, απλώς, κι εσύ έναν ρόλο στο μυθιστόρημα της ζωής!».

 

Κατεβαίνει συχνά στο παλιό δισκάδικο του κέντρου και αγοράζει σε μεταχειρισμένους δίσκους βινυλίου, τα παλιά ροκ κομμάτια που ηχογραφούσε σε κασέτες χρωμίου, όταν ήταν μαθητής λυκείου. Τα άκουγε, τότε, τα Σάββατα από ένα μικρό κασετόφωνο. Η μητέρα του δεν του αγόραζε πικάπ για να μένει συγκεντρωμένος στα μαθήματα, για να περάσει σε καλή σχολή στις πανελλήνιες.

 

Συμπεριφερόταν στον περίγυρο του σαν μοναχικό τσακάλι. Ένας μοναχικό τσακάλι στο κέντρο μιας τεράστιας αγέλης από λύκους.

 

Κάνοντας χειραψία με κάποια ιερή αγελάδα της λογοτεχνίας της πόλης μας, έκπληκτος διαπίστωσα πως μου είχε προτείνει το μικρό του δαχτυλάκι. Το συζήτησα με φίλο λογοτέχνη και μου απάντησε ως εξής: «Είσαι τυχερός. Σε κάποιους αρνείται τη χειραψία ή, το πολύ, να τους προσφέρει μόνο το νύχι του!»

(συνεχίζεται)


Ποίηση: Μελαγχολία

 


Μελαγχολία

 

 

Η παραλία με τα δεντράκια

Οι ξαπλώστρες πέρα στην ακτή

Τ' ασάλευτα στο βάθος καράβια

Η ησυχία του απογεύματος, ο Πύργος

Οι απίστευτες κλεφτές ματιές,

τα σανδάλια σου

Οι βουτιές μας στον Κάβο

Τα υγρά φιλιά, οι μουσικές της νύχτας

Τα ηλεκτρισμένα σώματα, οι σιωπές,

όλα είν ακόμα εδώ.

 

Αύριο θα συνθλιφτούνε

στο νταμάρι της πόλης.

 

(από τη συλλογή μου Ντόρτια, εκδ. ποιήματα των φίλων, Αθήνα 2012, σε επιμέλεια Κώστα Ριτσώνη)






Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Γιοχάνα

 


ΓΙΟΧΑΝΑ

 


 


 


Αυθαίρετα την ονομάτισα Γιοχάνα. Γιοχάνα Έρικσεν ή Σβένσον ή Κάρλσον ή κάτι συναφές. Υποθέτω Νορβηγή, Σουηδέζα, μπορεί και Δανέζα υπήκοος. Δεν θα πρέπει να είναι πάνω από επτά ή οκτώ ετών. Παίζει με τον δίμετρο παππού της παιχνίδια σε παραλία της Χαλκιδικής. Η μικρή (χρυσές πλεξούδες, σταρένιο δέρμα, απίστευτη ζωτικότητα) γυρίζει, κάπου κάπου, το μουτράκι της προς το μέρος μου και μου χαμογελά με νάζι. Τη χαιρετώ κι εγώ χαμογελαστός, πίνοντας τον καφέ μου.

Ξαφνικά, μέσα στην άπνοια του θέρους, τη φαντάζομαι να ψηλώνει, ολοένα να ψηλώνει, να μεγαλώνει, να γίνεται συγγραφέας με μεγάλη απήχηση στις αναγνωστικές μάζες, και, εκεί γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα της χρόνια (εγώ θα έχω ήδη αποδημήσει εις Κύριον, προφανώς και ο σχεδόν συνομήλικός μου παππούς της), σε κάποιο από τα βιβλία της να σημειώνει τα εξής: «Θυμάμαι αχνά τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Ελλάδα και τον αγαπημένο μου παππού με τα τεράστια χέρια-φτερούγες του να με προστατεύει σαν άγγελος!». Και λίγο παρακάτω: «Και μες στο λιοπύρι της Μεσογείου θυμάμαι αμυδρά κι έναν κύριο από τη διπλανή ψάθινη ομπρέλα του να με χαιρετάει χαμογελαστός».

Μη νομίζετε! Με κάτι τέτοια ευφάνταστα τεχνάσματα κατακτιέται η αιωνιότητα.