Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Απόψεις: Η φωνή των λογοτεχνών

 


Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

  

             

Κάποτε οι πράξεις και ο λόγος των λογοτεχνών είχαν δύναμη και αποτελεσματικότητα στις πλατιές μάζες. Διαλογίζονταν ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Πήτερ Ορλόβσκι και άλλοι φίλοι της Δύναμης της Αλήθειας έξω από πυρηνικές εγκαταστάσεις του Κολοράντο και σταματούσαν τα φορτία με τα πυρηνικά απόβλητα. Έγραφε ο Νόρμαν Μέιλερ το «Στρατιές της νύχτας» και μαζί με τον Νόαμ Τσόμσκι ταρακουνούσαν συθέμελα το Πεντάγωνο στον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ ο Φίλιπ Ροθ, αρκετές δεκαετίες μετά, έκανε ανατομία του εθνικού αυτού τραύματος μέσα από βιβλία του («Αγανάκτηση», «Αμερικανικό ειδύλλιο» κ.ά.) και γίνονταν θέμα συζήτησης σε όλη την Αμερική, μηδεμιάς εξαιρουμένης των εκάστοτε κυβερνήσεων, που αναλογίζονταν τις περασμένες εσφαλμένες αποφάσεις της κρατικής εξουσίας. Έγραφε ο Κούντερα την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» και διαμόρφωνε συνειδήσεις κατά του σοβιετικού ολοκληρωτισμού της εποχής με την εισβολή των ρωσικών στρατευμάτων στην Πράγα. Σήμερα δεν μπορούν να συμβούν παρόμοια συμβάντα με ανάλογη δύναμη, έκταση και αποτελεσματικότητα. Οι λογοτέχνες θαρρείς και έχασαν τη φωνή τους. Εγκλήματα της Χαμάς κατά των Εβραίων, παλαιστινιακή γενοκτονία εκ μέρους των Εβραίων και αφανισμός της Γάζας, απειλή ισοπέδωσης του Ιράν από τον Τραμπ στο όνομα της «διεθνούς ειρήνης», εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και πόλεμος που συνεχίζεται, και, ουσιαστικά, οι συνειδήσεις των λαών δεν έχουν ταρακουνηθεί. Και αν υπήρξαν κάποιες μεμονωμένες αντιδράσεις και φωνές, αυτές δεν είχαν οικουμενική αλλά στενά ιδεολογική (κομματική) χροιά και τοπική εμβέλεια. Χαμήλωσε άραγε η φωνή των απανταχού λογοτεχνών ή αυξήθηκε με τα χρόνια η κρατική ισχύς και η αυθαιρεσία; Ή μήπως το κοινό, μέσα στον θόρυβο της εποχής, έχει απωλέσει την ικανότητά του να ακούει;

Π. Γ.

 

(στη φωτογραφία η αντίδραση του Γκίνσμπεργκ και φίλων της Δύναμης της Αλήθειας, στις 14 Ιουλίου του 1978· τραβήχτηκε από τον νεαρό τότε φωτογράφο Joe Daniel)

 


Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Ποίηση: Πυκνά φρύδια

 


ΠΥΚΝΑ ΦΡΥΔΙΑ

 

 

«Μου αρέσει που περιποιούμαι τα φρύδια σας!» 

του είπε απρόσμενα η κομμώτρια

−πάνω κάτω στα τριάντα−

που τον κουρεύει εδώ και αρκετούς μήνες.

«Μου θυμίζουν τον πατέρα μου.

Είχε κι εκείνος πυκνά φρύδια σαν τα δικά σας

και του τα περιποιόμουνα.

Έφυγε νέος, πριν από δύο χρόνια.

Να, σχεδόν στην ηλικία σας!»

 

Συνοφρυώθηκε.

Η συγκυρία

οι συμπτώσεις

το ρίγος του πρόωρου θανάτου.

 

Την επόμενη φορά τον κούρεψε κομμωτής,

εκατό μέτρα μακριά από το παλιό κομμωτήριο. 

Όσο του διόρθωνε

με γρήγορες ψαλιδιές

τα φρύδια,

του μιλούσε με θαυμασμό

για το διπλό του Ολυμπιακού στη Μασσαλία.

 

Π. Γ.


Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Ελληνική λογοτεχνία: Η κόκκινη γελάδα

 


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ,

ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

Μιλτιάδης Φρύσσας, Η κόκκινη γελάδα, μυθιστόρημα, Βαγονέτο, 2026

 

[Οι νεότευκτες εκδόσεις «Βαγονέτο» του (μεταξύ άλλων) συγγραφέα Γιώργου Γκόζη, πρόλαβαν ήδη στους λίγες μήνες που λειτουργούν να δώσουν δείγματα καλής λογοτεχνίας με υψηλή αισθητική και τυπογραφική ποιότητα στο όλο εκδοτικό αποτέλεσμα. Ένα από τα πλέον πρόσφατα βιβλία αυτών των εκδόσεων (κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026) είναι και το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Φρύσσα «Η κόκκινη γελάδα»].

 

Πρωταγωνιστές που το όνομα όλων τους αρχίζει από το γράμμα Θ (γαργαλιστική η παρήχηση του θήτα). Κατ’ επίφαση ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές δύο ζευγαριών, τα κορίτσια των οποίων γίνονται φίλες. Ερωτικές απιστίες και γράμματα που μαρτυρούν τα γεγονότα και συντομεύουν την επερχόμενη ρήξη. Συνεχή φλας μπακ από το παρόν στο παρελθόν, για να γνωρίσουμε, και μέσω των προγόνων του, την ιδιοσυγκρασία του ήρωα Θρασύβουλου Θράσσου. Αναζήτηση, δεκατέσσερα χρόνια μετά τον χωρισμό, του νήματος που ενώνει το σήμερα με τα περασμένα, μέσω του περιεχομένου μιας παλιάς σκονισμένης βαλίτσας. Και ένα λογοτεχνικό βιβλίο που ο Θρασύβουλος Θράσσος (εδώ, πλέον, φανερό προσωπείο του συγγραφέα Φρύσσα, με τα δύο σίγμα, μάλιστα, στο επώνυμό του) που για ανεξήγητους λόγους γνωρίζει ανέλπιστη επιτυχία – η τελευταία ενότητα, γεμάτη χιούμορ, σαρκασμό, λεπτή ειρωνεία αλλά και αυτοϋπονόμευση, όλα τους τραβηγμένα στα άκρα, με σκωπτική διάθεση για τον εν Ελλάδι συγγραφικό και εκδοτικό χώρο και το πώς αυτός λειτουργεί.

Το πρώτο βιβλίο του ογδοντάχρονου, πλέον, Μιλτιάδη Φρύσσα (1946) περιέχει αρκετές αρετές και εκπλήξεις. Έξυπνη δομή, ευρηματικότητα, βιωματικά στοιχεία εντέχνως παραλλαγμένα, κοινωνική κριτική, ειρωνεία των επίπλαστων συζυγικών σχέσεων και του θεσμού της οικογένειας, σχολιασμό  του συγγραφικού παιχνιδιού και του τρόπου που είναι στημένο όλο το σύστημα αναφορικά με τις κυκλοφορίες βιβλίων και τις εκδοτικές επιτυχίες. Περιέχει επίσης αρκετές εξαιρετικά περίτεχνες σελίδες, γραμμένες με μεγάλη λογοτεχνικότητα. Ξενίζει το γεγονός πώς αυτός ο συγγραφέας δίσταζε να κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο του τόσα χρόνια. Ρομαντική διάθεση αποφυγής δημοσίευσης έργου για να έχει ουσία, αγνότητα και γνησιότητα η συγγραφική πράξη (όρα περίπτωση Σάλιντζερ), αφόρητη τελειομανία ή κάποια ανασφάλεια σχετικά με το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε, τι από τα παραπάνω  υπερίσχυσε και τον κράτησε μακριά από συμφωνίες με εκδοτικούς οίκους; Κύριος οίδε… Είναι πάντως προφανές ότι υπάρχει σχολαστική προεργασία του υλικού του, ότι, δηλαδή, ο συγγραφέας έχει δουλέψει αρκετά μέχρι να πάρει την απόφαση της πρώτης κυκλοφορίας, παρότι κι αυτό το διακωμωδεί (ίσως κάπως ενοχικά) στις τελευταίες σελίδες του. Όμως, ακόμη και ο Σάλιντζερ, στο παρελθόν, που είχε απομονωθεί στο κτήμα του γράφοντας με καταιγιστικούς ρυθμούς δίχως να δημοσιεύει τίποτα (ο ψυχισμός του, μεταξύ άλλων, είχε κλονισθεί, εκτός του μετατραυματικού σοκ πολέμου, και από την απροσδόκητη επιτυχία του «Ο φύλακας στη σίκαλη») είχε προλάβει να χριστεί συγγραφέας. Γιατί, όπως σωστά επισημαίνει στο βιβλίο του και ο Φρύσσας διά στόματος Θρασύβουλου Θράσσου, «αν δεν τυπώσεις έστω ένα βιβλίο, δεν λογίζεσαι συγγραφέας».

Όπως, λοιπόν, ο Θράσσος του μυθιστορήματος κυκλοφόρησε την «Αδελφότητα» (μυθοπλαστικό εύρημα), έτσι και ο Φρύσσας υπέκυψε στον πειρασμό να εκτεθεί, έστω αργά, στο αναγνωστικό κοινό με την «Κόκκινη γελάδα» του, ένα βιβλίο που μόνο πρωτόλειο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Ένα τελευταίο σχόλιο, τώρα, για τον τίτλο του βιβλίου. Συνειρμικά με παρέπεμψε στον τίτλο του μυθιστορήματος του Βασίλη Τσιαμπούση «Γαλάζια αγελάδα» (Μεταίχμιο, 2013). Ο τίτλος του Τσιαμπούση μπορεί να εκληφθεί ως ένας πολυεπίπεδος συμβολισμός για την ίδια την Ελλάδα και την περιπέτειά της στον 20ο αιώνα, μέσα από μαρτυρίες υπαρκτών προσώπων και αξιοποίηση της τοπικής ιστορίας (μικροϊστορίας) της Ανατολικής Μακεδονίας (Σέρρες, Δράμα). Ο τίτλος του Φρύσσα δεν νομίζω να εμπεριέχει κάποιον, παρόμοιας έκτασης, βαρυσήμαντο συμβολισμό. Παραπέμπει απλώς στη γέννηση εκείνου του αξιαγάπητου κοκκινόχρωμου μοσχαριού, της Ρόζας, ένα ζώο που ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας και οικειότητας με τον ήρωα του στόρι, σ’ ένα κεφάλαιο ιδιαίτερα καλογραμμένο και συγκινητικό, που, αυθόρμητα, μας φέρνει στον νου εκείνο το απόφθεγμα του Λουντέμη: «Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα». Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, έχει κι αυτό τον δικό του ιδιαίτερο συμβολισμό στη μυθοπλασία του Φρύσσα.

 

Δείγμα γραφής (σ. 60)

 

Με αυτά και μ’ εκείνα είχαν ανακαλύψει το χάδι, που εκείνος τουλάχιστον, το λάτρευε. Η Ρόζα άφηνε τη ροζ γλωσσίτσα της να κρέμεται κάπως έξω από τα παχιά της χείλη και ο Θρασύβουλος την χάιδευε. Προφανώς αυτό άρεσε και στη Ρόζα, που μόλις τον έβλεπε να πλησιάζει, είτε για μπάνιο είτε για απλή επίσκεψη, κάτι που επαναλαμβανόταν συχνά πυκνά, κρεμούσε τη γλώσσα της έξω και περίμενε. Τι καταλάβαιναν τώρα οι δυο τους από κάτι τέτοιο, ένας θεός ξέρει.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

 

Ο Μιλτιάδης Δημητρίου Φρύσσας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην Πολυτεχνική Σχολή του Α. Π. Θ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΕΛΑΔΑ είναι το πρώτο του βιβλίο.

 

Π. Γ.

 

(δημοσιεύτηκε στην book press στις 13/10/2026· μπορείτε να διαβάσετε την κριτική στην παρακάτω διεύθυνση: https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/27085-i-kokkini-gelada-tou-miltiadi-fryssa-mythistorima-gia-tin-athootita-ton-zoon-gia-to-drama-ton-anthropon )

 


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Νίκος Δαββέτας

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

 

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει η νουβέλα του Νίκου Δαββέτα Η δεσμοφύλακας (Πατάκης, 2025)]

 

●

 

Οι αναφορές στην πατρική ή στη μητρική μορφή αλλά και οι σχέσεις των συγγραφέων με τους γονείς τους (δεν μ’ αρέσει η φράση «ξεκαθάρισμα λογαριασμών», που συχνά συναντώ σε κριτικά σημειώματα για παρόμοιου τύπου βιβλία) αποτέλεσαν στο παρελθόν θεματολογία που έδωσε σπουδαία μυθιστορήματα ή νουβέλες, ιδίως στη μεταφρασμένη λογοτεχνία (Φίλιπ Ροθ Πατρική κληρονομιά, Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ Ο κηπουρός και ο θάνατος, Ρίτσαρντ Φορντ Μεταξύ τους, Ανί Ερνό Τα χρόνια κτλ.) Στο ίδιο μήκος κύματος με τους παραπάνω λογοτέχνες φαίνεται πως  κινείται και ο Νίκος Δαββέτας (1960) στη σχετικά πρόσφατη νουβέλα του Η δεσμοφύλακας (εκδ. Πατάκη, 2025)

Η νουβέλα, γραμμένη σε πρώτο (σε κάποια σημεία και σε δεύτερο) πρόσωπο, περιλαμβάνει 50 σύντομα ενσταντανέ, δύο ή τριών σελίδων κατά μέσο όρο το καθένα. Έχουν ξεχωριστό τίτλο, ποιητική απόληξη και το καθένα κομίζει το δικό του μερίδιο δραματικότητας και αφηγηματικής έντασης στη συνολική αφήγηση. Όλα θα μπορούσαν να σταθούν και σαν αυτόνομα κομψά αφηγήματα, περιστρεφόμενα γύρω από τον πυρήνα μιας αρχετυπικής μητρικής μορφής −της μάνας του αφηγητή− που αργοπεθαίνει από Αλτσχάιμερ.

Παράλληλα με τη σχέση μητέρας-γιου και με το τέλος αυτής της γυναίκας, πληροφορούμαστε πολλά γεγονότα από τη ζωή της όταν ήταν νέα και γερή, και από το επάγγελμά της ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Αρκετές σελίδες, πάλι, καταθέτουν συγκλονιστικά ντοκουμέντα από την ιστορία των φυλακών Αβέρωφ, ιδίως ιστορίες με βαρυποινίτισσες, που αποτυπώνουν και το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Όλα τα παραπάνω ο Δαββέτας τα συνταιριάζει με αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου, χρησιμοποιώντας τις ελάχιστες δυνατές λέξεις. Σ’ αυτό προφανώς τον βοήθησε και η πολύχρονη ενασχόλησή του με την ποίηση, προτού αποφασίσει να στραφεί ολοκληρωτικά στην πεζογραφία.

Ο Δαββέτας, σε δύο σημεία του βιβλίου (στη φράση-μότο του Φίλιπ Ροθ από το μυθιστόρημά του Το φάντασμα φεύγει, αλλά και στη δεύτερη παράγραφο του οπισθόφυλλου, που έχει την υπογραφή του) μας ενημερώνει και μας υπενθυμίζει πως η νουβέλα μπορεί να εκληφθεί ως εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή ως μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση. Αυτή η διευκρίνηση του τρόπου γραφής του βιβλίου (βίωμα και μυθοπλασία ισόποσα μοιρασμένα) σε συνδυασμό με τη λεκτική ακρίβεια, τη δύναμη του θέματος, τη ρέουσα αφήγηση και την έλλειψη γλυκερού συναισθηματισμού στην απόδοση των τελευταίων στιγμών της μητέρας του αφηγητή, κάνει τη νουβέλα του Δαββέτα όχι απλώς αξιοπρόσεκτη και ευανάγνωστη, αλλά, θα έλεγα, άκρως σημαντική και αξιοζήλευτη.

 

Δείγμα γραφής (σς. 120-121)

 

Η ψυχολόγος της αστυνομίας, που μιλά με την υποψήφια αυτόχειρα, μας κάνει ένα αποθαρρυντικό νεύμα, όμως εγώ τεντώνοντας ξαφνικά τα χέρια μου την έχω ήδη αρπάξει από το μπράτσο και την έχω τραβήξει βίαια προς τα μέσα. Πέφτει με δύναμη στο μωσαϊκό, βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή. Με βρίζουν σχεδόν όλοι, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι παρόντες, αποδοκιμάζοντας έντονα την παρακινδυνευμένη μου κίνηση, που θα μπορούσε να της κοστίσει τη ζωή.

«Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να επέμβετε; Ποιος είστε;» μου φωνάζει αναψοκοκκινισμένος ένας νεαρός αστυνομικός.

«Ποιος είμαι; Ο δεσμοφύλακας της μητέρας μου!»

 

Παναγιώτης Γούτας

 

 


Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Απόψεις: Για τον Κώστα Ριζάκη

 



ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΡΙΖΑΚΗ

 

 

            


Δεν στάθηκε δυνατόν να παραβρεθώ στο φιλολογικό μνημόσυνο του σημαντικού ποιητή Κώστα Ριζάκη (1960-2026). Θέλω ωστόσο, με αφορμή τις αντικρουόμενες εκδοχές για την προσωπικότητά του, που, τελευταία, ακούω και διαβάζω στα κοινωνικά δίκτυα, να καταθέσω τη δική μου εκδοχή και άποψη για τον άνθρωπο και ποιητή Ριζάκη. Τον γνώριζα από την εποχή της «Παρόδου» και τα αφιερώματα του περιοδικού, στα οποία, κατά καιρούς, μου ζητούσε να συμμετάσχω. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο πάμπολλες φορές, επί αρκετή ώρα, και οργάνωσε και επιμελήθηκε μαζί με τον ποιητή Γιώργο Δελιόπουλο το τιμητικό αφιέρωμα για το συνολικό λογοτεχνικό μου έργο με περισσή φροντίδα. Όταν του έστελνα διηγήματα ή κριτικές για τα περιοδικά του, με ευχαριστούσε δύο και τρεις φορές, σαν να του είχα προσφέρει ένα ανεκτίμητο δώρο. Ναι, ήταν μια φωνή που την άκουγες από μία τηλεφωνική συσκευή δίχως να έχεις μπροστά σου απτή τη μορφή του, δίχως καν να γνωρίζεις πώς ζει αυτός ο άνθρωπος (ούτε φωτογραφία του υπήρχε στο διαδίκτυο, επιτείνοντας το μυστήριο γύρω από την ύπαρξή του), αλλά όλη του η έγνοια ήταν η ποίηση, οι επιμέλειες, τα αφιερώματα, οι δημοσιεύσεις, οι κυκλοφορίες βιβλίων. Σε αυτή του την αφοσίωση αλλά και στις προσωπικές του αντιφάσεις ή τις ψυχοσυναισθηματικές του εκρήξεις θύμιζε έντονα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Ο ίδιος σε μια τηλεφωνική μας συζήτηση μου είπε αυτοσαρκαζόμενος: «Τώρα που πέθανε ο Ντίνος, πήρα εγώ τη θέση του!». Στις επικοινωνίες μας ήταν τρυφερός και ανθρώπινος, συχνά ενθαρρυντικός, κάποιες στιγμές, όμως, αδυνατούσε να τιθασεύσει τον δαίμονά του και η συζήτηση ξέφευγε, όταν άρχιζε να σχολιάζει τις αδυναμίες και τα προσωπικά γνωστών και αγνώστων του χώρου, με τρόπο όχι κολακευτικό. Τον αποδέχτηκα μέχρι τέλους όπως ήταν, κρατώντας τα πολλά θετικά της όλης του προσωπικότητας. Σήμερα, σκέφτομαι πως ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και της τέχνης γενικότερα, έχει γραφτεί από ανθρώπους που δεν κατάφεραν ποτέ να τιθασεύσουν τον δαίμονά τους. Ανθρώπους που κινήθηκαν στα άκρα ή ξεπέρασαν κάποια ανεκτά, για τον μέσο άνθρωπο, όρια. Και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως στον λογοτέχνη, στον άνθρωπο της τέχνης γενικότερα, προτεραιότητα έχει πάντα το έργο που αυτός αφήνει και η αφοσίωσή του στην ιδέα για την οποία υπήρξε ταγμένος. Χαρακτήρας, συναισθηματικές εκρήξεις, αντιφατικές συμπεριφορές έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Έτσι πιστεύω. Λυπήθηκα πραγματικά που έφυγε τόσο νωρίς. Είχε πολλά ακόμη να προσφέρει. Τον σκέφτομαι, συχνά, με αγάπη.

 

(κείμενο για τον Κώστα Ριζάκη και εκτενή κριτική μου για συγκεντρωτικό ποιητικό του βιβλίο, θα βρείτε στην ετικέτα «Αφιερώματα» αυτού του blog, δημοσιευμένο στις 24 Φεβρουαρίου 2026)


Π. Γ.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (10): Ιγνάτης Χουβαρδάς

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (10)

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

●

Ιγνάτης Χουβαρδάς, Χειμώνας Καλοκαίρι, μυθιστόρημα, Νησίδες, 2026

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς (με τον οποίον συνυπήρξαμε με παλιά μας διηγήματα στο τεύχος 6 του περιοδικού «Παραφυάδα», το 1990, σε επιμέλεια Π. Σφυρίδη) προσδιορίζει στο βιογραφικό των τελευταίων βιβλίων του το κεντρικό συγγραφικό του θέμα, που είναι πάντα κοινό, ως εξής: «η προσέγγιση της θηλυκότητας, οι ιστοί της γοητείας ανάμεσα στον ερωτευμένο και στο πρόσωπο που γοητεύει». Είτε γράφει ποίηση, είτε διήγημα, νουβέλα ή μυθιστόρημα, το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο. Κάποιος άντρας (στην προκείμενη περίπτωση ο Συμεών) παρακολουθεί και πολιορκεί μια γυναίκα, η «σχέση» όμως των δύο ατόμων δείχνει να βαίνει απρόβλεπτη και συχνά προβληματική.

Ο τίτλος του εν λόγω μυθιστορήματος είναι «Χειμώνας Καλοκαίρι» (Νησίδες, 2026), και ο υπότιτλος: το γαϊτανάκι της ερωτικής διεκδίκησης. Αυτό το επαναλαμβανόμενο ερωτικό μοτίβο μπορεί από κάποιους να εκληφθεί ως θεματική μονοτονία, από άλλους όμως −τους πιο προσεκτικούς αναγνώστες, που δίνουν έμφαση και στο κέντημα λέξεων και γραφής− ως μια θεματική σταθερά από κάποιον που γνωρίζει καλά τα συγγραφικά του όρια και το τι ακριβώς τον ενδιαφέρει να εκφράσει διά του λόγου.

Συμπυκνώνοντας τη συγγραφική ουσία του Χουβαρδά σε μία μόνο φράση θα μπορούσαμε να πούμε πως: ο λογοτέχνης επιχειρεί να ερμηνεύσει τη γυναικεία συμπεριφορά μέσα από ένα απολύτως προσωπικό, αντρικό βλέμμα, κάτι που κάνει τα βιβλία του γοητευτικά και ενδιαφέροντα. Ιδίως στις στιγμές και στις περιγραφές όπου ο πρωταγωνιστής στέκει ευάλωτος, αδύναμος, ανίσχυρος και φανερά αμήχανος απέναντι στο θηλυκό σύμπαν και σε ό,τι αυτό εκφράζει. 

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος-ποταμού των 417 σελίδων κοσμεί πίνακας του ποιητή, κριτικού, εσχάτως και εικαστικού, Διονύση Στεργιούλας έργο του οποίου ο Χουβαρδάς έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενο βιβλίο του.

Δείγμα γραφής

(σ. 238)

Σήμερα από μακριά φαινόταν ότι δεν είχε τύχη. Οπότε πρόσεχε καλύτερα το πορτοκαλί μαξιλάρι και το στριφτό τσιγάρο, μαζί με την ταμπακιέρα και το σακουλάκι καπνού. Δίπλα στο μαξιλάρι ένα φλιτζάνι, μάλλον με καφέ. Δεν υπήρχε κασετίνα, το κινητό το κρατούσε στο χέρι. Φορούσε λευκό παντελόνι, πράσινη μπλούζα βαμβακερή, τα λευκά σανδάλια αναδεικνύουν την ομορφιά των ποδιών της.

Π. Γ. 


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Απόψεις: Συγγραφικά πρότυπα-Φίλιπ Ροθ

 


     ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ-ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ

 

 

Πολλοί συγγραφείς αποφεύγουν από ένα σημείο και μετά να αναφέρονται στα λογοτεχνικά τους πρότυπα και στις επιδράσεις που δέχτηκαν από άλλους συγγραφείς. Δεν ξέρω πόθεν αυτή η φοβική (ενοχική) στάση τους. Δεν διστάζω να σας αποκαλύψω τα δικά μου πρότυπα, που με επηρέασαν έντονα τουλάχιστον μέχρι την κυκλοφορία των πέντε πρώτων βιβλίων μου. Σαμαράκης, Μπόρχες, Ιωάννου, και λίγο μετά, δύο εκπρόσωποι του ρεύματος της Διαγωνίου, που λειτούργησαν και ως ιδανικοί αναγνώστες των χειρογράφων μου: Περικλής Σφυριδης και Ντίνος Χριστιανόπουλος. (Εδώ ας προστεθεί και η τριάδα των λογοτεχνών της γενιάς μπιτ −Beatniks− Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, που εκεί, γύρω στα δεκαοχτώ, με είχε ξελογιάσει δημιουργικά). Πάντα ανατρέχω σε όλους αυτούς με σεβασμό, αγάπη και συγκίνηση. Ποτέ δεν θα πω ότι τους ξεπέρασα ολοκληρωτικά και ξεμπέρδεψα μαζί τους (ακόμη κι αν κάτι τέτοιο έχει συμβεί), θα ήταν αχαριστία και ύβρις. Ωστόσο από το 2007 και εντεύθεν ως ακλόνητο συγγραφικό πρότυπο μου υπήρξε και παραμένει ο Αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Ροθ. Έχω διαβάσει ως σήμερα σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του, έχω γράψει τουλάχιστον 15 κριτικά κείμενα ή μελέτες για το έργο του (το εκτενές μου κείμενο, μετά τον θάνατό του, που δημοσίευσα στην book press, ο Κώστας Κατσουλαρης το χαρακτήρισε κείμενο αναφοράς για τους μελλοντικούς μελετητές του) και συνεχίζω να τον έχω ως μια συγγραφική σταθερά, που κάποτε φιλοδοξώ να την πλησιάσω, όσο αυτό είναι εφικτό. Ο Ροθ, κατά τη γνώμη μου, έχει όλο το πακέτο του λογοτέχνη: Δουλεμένο βίωμα σε μυθοπλαστικό πλαίσιο, διαυγή και ξεκάθαρο λόγο, πολλές αφηγηματικές επιστρώσεις στην ανάπτυξη του εκάστοτε θέματος του, αναφορά στα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας όπως ο έρωτας, η θνητότητα, το γήρας, η απώλεια, η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η «αυτοκρατορία» του απροόπτου, ο παραλογισμός των πολέμων, οι θρησκευτικές συγκρούσεις και ακρότητες που υποβαθμίζουν την έννοια «άνθρωπος» κ.α., αλλά παράλληλα και μια ειλικρίνεια και μια ρομαντική, παλιού τύπου πεποίθηση (να το λέγαμε ήθος;) ότι αλλάζουμε τον κόσμο αποκαλύπτοντας την περιπέτεια της ζωής μας και κάνοντάς την λογοτεχνία. Η πεποίθηση ότι η λογοτεχνία είναι κάτι το ιερό και το αδιαπραγμάτευτο. Τον θυμήθηκα, πάλι, σήμερα διαβάζοντας στον Τύπο την είδηση ότι σε λίγες μέρες από σήμερα (στις 8 Οκτωβρίου) θα ανακοινωθεί το όνομα του βραβευμένου με Νόμπελ συγγραφέα για το 2026. Ένα βραβείο που ο Ροθ δεν το αξιώθηκε στη ζωή του γιατί ποτέ του δεν υπήρξε πολιτικά ορθός και συμβατός με τις ιδεολογικοπολιτικές πεποιθήσεις "εκείνων των κρετίνων  της Στοκχόλμης" όπως τους αποκάλεσε φανερά ενοχλημένη η γυναίκα του Κούντερα, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του, αφού ο Ροθ υπήρξε και αγαπημένος φίλος του άντρα της Μίλαν Κούντερα.

Σήμερα, που έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Ροθ και έχω γράψει ότι ήταν να γράψω για το έργο του, αρκούμαι στο να διαβάζω τουλάχιστον λίγες σελίδες την εβδομάδα από κάποιο ήδη διαβασμένο βιβλίο του, σαν αναγνωστική θεραπεία. Όχι τόσο για να ξαναθυμηθώ την υπόθεση και να θαυμάσω το αξεπέραστο συγγραφικό του στιλ. Αλλά για να καθαρίσουν οι εγκεφαλικοί νευρώνες απ' τα λογής σκουπίδια των καιρών μας και να συντονιστεί το μυαλό, ανανεούμενο, με το ευεργετικό και ζωοφόρο πνεύμα του.

 


Π.Γ.


Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Voyage, voyage (12): Επίδαυρος

 


Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎

 


ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ

 

Ανίατη ασθένεια

Ενθαρρυμένη κι από τη λαλίστατη ξεναγό του γκρουπ σκέφτηκε ν’ ακολουθήσει –νοερά– τις αρχαίες πρακτικές του θεού Ασκληπιού μήπως και γιάνει απ’ την ανίατη ασθένειά της. Φιλοξενήθηκε στον ξενώνα του αρχαιολογικού χώρου της Επιδαύρου. Έφαγε λιτές και υγιεινές τροφές στο εστιατόριο, με άλλους ομοιοπαθείς της, για να καθαρθεί. Ήπιε τσάι από αρωματικά βότανα και δοκίμασε κι άλλα θεραπευτικά μείγματα. Έκανε εξαγνιστικά λουτρά, με κρύο και θερμό νερό. Προσκύνησε τη Θυμέλη, τον βωμό του χθόνιου θεού. Έκανε κρύφιες σπονδές στον ναό του Ασκληπιού και της Υγείας με πρόσχημα τη λατρεία του ίδιου του θεού Όσιρι και της Ίσιδας. Μέχρι μικρά αγαλματίδια με το σώμα της Θεάς τους προσέφερε ως αναθήματα για να τους κατευνάσει. Ύστερα πήγε στο Εγκοιμητήριο και κοιμήθηκε, με την κρυφή ελπίδα πως θα δει  αποκαλυπτικό όνειρο και πως θα σηκωθεί θεραπευμένη.

Μα όταν ξύπνησε, πάλι η μορφή του στα μάτια της τυραννική. Πάλι το σώμα του στο σώμα της, δεύτερο δέρμα, αφομοιωμένο, δεν έλεγε ν’ αποκολληθεί από πάνω της και να τη λυτρώσει.

(2012)


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Διάφορα: Δεν σας τρώω πια!

 


ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΜΠΟΡΩ

ΝΑ ΣΑΣ ΚΟΙΤΑΖΩ ΗΡΕΜΟΣ.

ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΡΩΩ ΠΙΑ!

(Φραντς Κάφκα)

 

(Ημέρα αφιερωμένη στα ζώα αυτή που έρχεται σε λίγα λεπτά. Ένα σχετικό κείμενό μου, που γράφτηκε πριν από λίγους μήνες)

 

*

 

      

Σύμφωνα με μαρτυρία του Μαξ Μπροντ, την περίοδο που έζησε στο Βερολίνο (1923-1924) ο Φραντς Κάφκα –ο οποίος είχε ασπαστεί τον αυστηρό βετζεταριανισμό (χορτοφαγία) για λόγους ηθικής και υγείας, και που, ως τότε, είχε γράψει αρκετά κείμενα για ζώα, νιώθοντας δεμένος μαζί τους– στάθηκε μπροστά στο ενυδρείο της πόλης και, παρατηρώντας τα ψάρια να κολυμπούν, αναφώνησε: Nun kann ich euch in Frieden betrachten; ich esse euch nicht mehr. (Τώρα πια μπορώ να σας κοιτάζω ήρεμος· δεν σας τρώω πια!)

Εβδομήντα τρία χρόνια μετά, το 1996, στον ζωολογικό κήπο του Σικάγο (Brookfield Zoo) ένα τρίχρονο αγόρι έπεσε από ύψος έξι μέτρων μέσα στον περίβολο των γοριλών και έχασε τις αισθήσεις του. Η Binti Jua, ένας θηλυκός γορίλας, πλησίασε το παιδί, το πήρε απαλά στην αγκαλιά της προστατεύοντάς το από τους άλλους γορίλες και το μετέφερε προσεκτικά μέχρι την πύλη των φυλάκων για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Το γεγονός έχει καταγραφεί και σε βίντεο. Παρόμοιες περιπτώσεις με τη γορίλα-διασώστη έχουν υπάρξει αρκετές στη σύγχρονη ιστορία και στον διεθνή Τύπο. Σκύλοι, μαϊμούδες, λύκοι ή αρκούδες προστάτεψαν κυρίως μικρά παιδιά (σπανίως μεγάλους) χωρίς να τους επιτεθούν. Ισχυρό μητρικό ένστικτο του θηλαστικού ζώου, αίσθημα προστασίας του αδύναμου από τον δυνατό ή κάποια άλλη δύναμη κυριάρχησε στη συγκεκριμένη περίπτωση; Τι απενεργοποίησε το αίσθημα του κυνηγιού και ενεργοποίησε το αίσθημα φροντίδας στον θηλυκό γορίλα προς το τρίχρονο αγόρι;

Αυτές οι δύο παράλληλες ιστορίες, που τυχαία τις ανακάλυψα στο διαδίκτυο, με συγκίνησαν βαθύτατα. Σκέφτομαι πως άνθρωποι και ζώα μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να μεταβληθούν από θηράματα σε θηρευτές, και το αντίστροφο. Και είναι στα αλήθεια μεγαλειώδης η στιγμή, θεία η συγκυρία, η συμβίωση ανθρώπων και ζώων με συμπόνια, αγάπη και ενσυναίσθηση.  Ειδικά όταν αυτή επιτελεστεί κάτω από ακραίες συνθήκες αναίρεσης μιας ανθρωποφαγίας η μιας ζωοφαγίας, που ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα συνέβαινε και, τελικώς, αποφεύχθηκε.

 

        

Π. Γ.


Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ποίηση: Μικρά παιδιά

 


ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ



 

Το πρότζεκτ έδινε οδηγίες για το πώς οι μικροί μαθητές θα προσεγγίσουν την ποίηση. Μα, ποίηση, σκέφτομαι, είναι τα ίδια τα παιδιά! Αυτά θα έπρεπε να τη διδάξουν στους δασκάλους, και όχι να τη διδαχθούν από εκείνους!

                                       *

Απορία μαθητή μου της δεύτερης τάξης, μετά την ανάγνωση μιας ιστορίας στην αίθουσα:

"Κύριε, πού πάνε τα παραμύθια όταν τελειώνουν;"

Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω.

                                        *

Εκατό ποιήματα φτασμένων ποιητών δεν φτάνουν να αντιπαραβληθούν με το βλέμμα ενός μικρού παιδιού, που σε κοιτάζει στη σχολική αίθουσα κατάματα, περιμένοντας να του πεις την αλήθεια.

                                        *

Οι φαγωμένες γομολάστιχές τους, οι αθώες ζαβολιές της τάξης, οι μικρές συνωμοσίες της αυλής, τα πεταμένα στο πάτωμα μολύβια, το κολατσιό που εμφανίζεται ανυπόμονα στο θρανίο πριν χτυπήσει το κουδούνι, οι αφελείς και ειλικρινείς απορίες τους, το άγιο ποδοβολητό της σκάλας στα διαλείμματα, η βοή, εκείνη η ιερή παιδική βοή που σε ακολουθεί από το σχολείο μέχρι το σπίτι σαν ευλογία, τα πόδια που δεν ακουμπούν ακόμη στο πάτωμα και αιωρούνται κάτω από το θρανίο μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου, οι καυγάδες και τα παράπονά τους εν ώρα μαθήματος, τα λασπωμένα παπουτσάκια τους με τα λυμένα κορδόνια, τα γαντάκια τους τις κρύες μέρες, το πονηρά άδολο βλέμμα τους, τα χάρτινα αεροπλανάκια τους που ταξιδεύουν ασταμάτητα στην αίθουσα όταν με γυρισμένη πλάτη γράφεις στον πίνακα τις ασκήσεις, οι φωνές τους, όλα (και πόσα ακόμη!), όλα μαζί συνθέτουν την πιο ειλικρινή  και φωτοδότρα ποίηση των καιρών μας, αυτή των μικρών παιδιών.

(Σεπτέμβριος, 2026)