Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
[Μία
φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης
κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει η
νουβέλα του Νίκου Δαββέτα Η δεσμοφύλακας (Πατάκης, 2025)]
●
Οι
αναφορές στην πατρική ή στη μητρική μορφή αλλά και οι σχέσεις των συγγραφέων με
τους γονείς τους (δεν μ’ αρέσει η φράση «ξεκαθάρισμα λογαριασμών», που συχνά
συναντώ σε κριτικά σημειώματα για παρόμοιου τύπου βιβλία) αποτέλεσαν στο
παρελθόν θεματολογία που έδωσε σπουδαία μυθιστορήματα ή νουβέλες, ιδίως στη
μεταφρασμένη λογοτεχνία (Φίλιπ Ροθ Πατρική κληρονομιά, Γκεόργκι
Γκοσποντίνοφ Ο κηπουρός και ο θάνατος, Ρίτσαρντ Φορντ Μεταξύ τους,
Ανί Ερνό Τα χρόνια κτλ.) Στο ίδιο μήκος κύματος με τους παραπάνω
λογοτέχνες φαίνεται πως κινείται και ο
Νίκος Δαββέτας (1960) στη σχετικά πρόσφατη νουβέλα του Η δεσμοφύλακας (εκδ.
Πατάκη, 2025)
Η νουβέλα, γραμμένη σε πρώτο (σε κάποια
σημεία και σε δεύτερο) πρόσωπο, περιλαμβάνει 50 σύντομα ενσταντανέ, δύο ή τριών
σελίδων κατά μέσο όρο το καθένα. Έχουν ξεχωριστό τίτλο, ποιητική απόληξη και το
καθένα κομίζει το δικό του μερίδιο δραματικότητας και αφηγηματικής έντασης στη
συνολική αφήγηση. Όλα θα μπορούσαν να σταθούν και σαν αυτόνομα κομψά αφηγήματα,
περιστρεφόμενα γύρω από τον πυρήνα μιας αρχετυπικής μητρικής μορφής −της μάνας
του αφηγητή− που αργοπεθαίνει από Αλτσχάιμερ.
Παράλληλα με τη σχέση μητέρας-γιου και με
το τέλος αυτής της γυναίκας, πληροφορούμαστε πολλά γεγονότα από τη ζωή της όταν
ήταν νέα και γερή, και από το επάγγελμά της ως σωφρονιστική υπάλληλος στις
γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Αρκετές σελίδες, πάλι, καταθέτουν συγκλονιστικά
ντοκουμέντα από την ιστορία των φυλακών Αβέρωφ, ιδίως ιστορίες με
βαρυποινίτισσες, που αποτυπώνουν και το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Όλα τα
παραπάνω ο Δαββέτας τα συνταιριάζει με αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου,
χρησιμοποιώντας τις ελάχιστες δυνατές λέξεις. Σ’ αυτό προφανώς τον βοήθησε και
η πολύχρονη ενασχόλησή του με την ποίηση, προτού αποφασίσει να στραφεί
ολοκληρωτικά στην πεζογραφία.
Ο Δαββέτας, σε δύο σημεία του βιβλίου (στη
φράση-μότο του Φίλιπ Ροθ από το μυθιστόρημά του Το φάντασμα φεύγει, αλλά
και στη δεύτερη παράγραφο του οπισθόφυλλου, που έχει την υπογραφή του) μας
ενημερώνει και μας υπενθυμίζει πως η νουβέλα μπορεί να εκληφθεί ως εξομολόγηση
μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή ως μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική
εξομολόγηση. Αυτή η διευκρίνηση του τρόπου γραφής του βιβλίου (βίωμα και
μυθοπλασία ισόποσα μοιρασμένα) σε συνδυασμό με τη λεκτική ακρίβεια, τη δύναμη
του θέματος, τη ρέουσα αφήγηση και την έλλειψη γλυκερού συναισθηματισμού στην
απόδοση των τελευταίων στιγμών της μητέρας του αφηγητή, κάνει τη νουβέλα του
Δαββέτα όχι απλώς αξιοπρόσεκτη και ευανάγνωστη, αλλά, θα έλεγα, άκρως σημαντική
και αξιοζήλευτη.
Δείγμα γραφής (σς. 120-121)
Η
ψυχολόγος της αστυνομίας, που μιλά με την υποψήφια αυτόχειρα, μας κάνει ένα
αποθαρρυντικό νεύμα, όμως εγώ τεντώνοντας ξαφνικά τα χέρια μου την έχω ήδη
αρπάξει από το μπράτσο και την έχω τραβήξει βίαια προς τα μέσα. Πέφτει με
δύναμη στο μωσαϊκό, βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή. Με βρίζουν σχεδόν όλοι,
υπεύθυνοι και ανεύθυνοι παρόντες, αποδοκιμάζοντας έντονα την παρακινδυνευμένη
μου κίνηση, που θα μπορούσε να της κοστίσει τη ζωή.
«Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να επέμβετε;
Ποιος είστε;» μου φωνάζει αναψοκοκκινισμένος ένας νεαρός αστυνομικός.
«Ποιος είμαι; Ο δεσμοφύλακας της μητέρας
μου!»
Παναγιώτης Γούτας









