Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Επί του πιεστηρίου-Η μελωδία των αγαλμάτων

 


(Επί του πιεστηρίου

Η μελωδία των αγαλμάτων)

 

 



Πριν σχολιάσω το νέο μου βιβλίο, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει στα μέσα Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν, με φιλολογική φροντίδα της επιμελήτριας εκδόσεων Χρυσάνθης Ιακώβου και γραφιστική υποστήριξη του Στράτου Προύσαλη, θα πρέπει πρώτα να σας μιλήσω για τη σχέση μου με τα μπαράκια της πόλης, τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και τη μουσική που, τότε, άκουγα, γιατί αυτά πιστεύω πως αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης και τη γενεσιουργό αιτία της συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος.

Στη «Σελήνη», λοιπόν, δεκαεπτά χρονών πρωτάκουσα τους A priori. Ελληνική τζαζ-ροκ, στα καλύτερά της.

Στο «Εναλλάξ», επί της Προξένου Κορομηλά, πηγαίναμε με τον Θανάση για ποτά, τρία εκείνος, ένα εγώ. Πολύ Talking heads και Cure στα ηχεία, τσιγάρα και διάχυτος ερωτισμός.  Ουίσκι με ντραμπουΐ ή ρούμι, κλεφτές ματιές από τα δίπλα τραπέζια, φλερτ, υπονοούμενα, χαμηλός φωτισμός.

Στον «Δον Κιχώτη» φροϋδικές αναλύσεις με την παρέα και συζητήσεις για κινηματογράφο. Φασμπίντερ, Γούντι Άλεν και Νίκος Αλευράς. Πέφταν οι σφαίρες της νιότης μας σαν το χαλάζι, κατά τον τίτλο της ταινίας του σκηνοθέτη.

Για τις ταινίες του Κολάτου, του Τάσιου, του Παναγιωτόπουλου και τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του Β εξώστη υπήρχε το «Φλου», πίσω από το «Ντορέ», και, λίγο μετά, το «Vertigo», στο ίδιο περίπου σημείο.

Στο «Λούκι Λουκ» βελάκια στον τοίχο, Doors και καμιά μπύρα, στο χαλαρό, πριν το βραδινό τοστ στον «Ρωμιό» ή την κρέπα του «Snupy».

Στο «Μπανάλ» του Ηρακλή πηγαίναμε τα Σάββατα, με τους κολλητούς, να χαζέψουμε τις τρανς με τα τακούνια και τις περούκες. Κάποιες κούκλες. Εκεί πρωτάκουσα Lou Reed, το «Transformer», κι εκστασιάστηκα. Πήγα την επόμενη μέρα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς μου και μου το έγραψαν σε εξηντάρα κασέτα χρωμίου, μάρκας TDK. Σήμερα το έχω και στις τρεις ηχητικές εκδοχές του (κασέτα, βινύλιο, σιντί) και το ακούω ακόμη.

Περνούσαμε κι από το «Μικρό καφέ», πίσω από την Ιερά Μητρόπολη, για να συναντήσουμε τον Μαρωνίτη, που ήταν, ήδη, σύμβολο στην πόλη. Όμως δεν τολμούσαμε να τον χαιρετήσουμε ή να του μιλήσουμε, άλλωστε ήταν πάντα με τη δική του παρέα, σοβαρός και απρόσιτος. Ο Χριστιανόπουλος ήρθε λίγο μετά, με τα μικρά του ποιήματα, να τον υποσκελίσει μέσα μας και να μας συνεπάρει.

Πέρασα αρκετά βραδινά και στο «Berlin» του Παπαδόπουλου, του γνωστού στην πόλη ως «Μπερλινά». Άλλοτε μόνος, άλλοτε με παρέα. Ένα βράδυ (θα ήμουν 18 ή 19 χρονών), δίχως  να τον γνωρίζω, βρήκα το θάρρος να του εμφανίσω δύο δικές μου κασέτες χρωμίου και να του ζητήσω να τις παίξει στο ορθάδικό του. Μία με Camel και μία με Eloy. «Τα έχω και τα δύο σε βινύλιο, αλλά δεν βάζω τέτοια» μου είχε πει, αλλά για να μη με απογοητεύσει έβαλε στο πικάπ το «Heroes» του Bowie, που επίσης μου άρεσε. Πού να ήξερα πως από τότε ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες βινυλίου στη χώρα. Από το «Berlin» και ποιος δεν είχε περάσει... Ο Cave, οι Class, οι Cure, ο Ιόλας, η Γώγου, ο Μπίλι Μπο, μέχρι και ο πολύς Βιμ Βέντερς. Πάρτι μέχρι πρωίας, χάπενινγκ, μουσικά λάιβ − δεν αξιώθηκα να τα χαρώ όσο θα ήθελα, γιατί διάβαζα για τις πανελλήνιες και μετά, φοιτητής στην Κομοτηνή, είχα ρίξει μαύρη πέτρα στη γενέτειρα για χρόνια.

Θυμάμαι ακόμα τα συνθήματα και τις γραμμένες ερωτικές εξομολογήσεις στις τουαλέτες του «Berlin» αλλά και του «Εναλλάξ». Συχνά ανορθόγραφες, αλλά με παλμό και αίσθημα.

Στα σαράντα μου χρόνια, ψημένος οικογενειάρχης, βρήκα  απάγκιο στο «Journal» και στο «Γαζία», που κι αυτά περάσαν πλέον στην ιστορία της πόλης. Στο «Γαζία» συμμετείχα αρκετές φορές ως ομιλητής για ποιητικά βιβλία ή λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης σε  βραδινά που διοργάνωνε η Κατερίνα, η ιδιοκτήτρια του χώρου, που ήταν και ηθοποιός. Βέβαια, μεσολάβησαν εντωμεταξύ οι τζαζιές στον «Βελερεφόντη», επί της Βασιλίσσης Όλγας, και αρκετά έντεχνα καφωδεία της πόλης.

Πότε μου δεν άκουσα ρεμπέτικο, αντάρτικα, πολιτικό τραγούδι ή νέο κύμα, ούτε  σύχναζα στα στέκια που ακούγονταν τέτοια τραγούδια. Έντεχνο, πολύ επιλεκτικά, μόνο ό,τι ρόκιζε φανερά ή τζαζόφερνε. Σαββόπουλο άκουγα φανατικά, ό,τι κυκλοφορούσε.

Πρόσφατα, πληροφορήθηκα από ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης  πως  ο «Μπερλινάς» πέθανε. Τα μπαράκια που σας προανέφερα, δεν υπάρχουν, εδώ και χρόνια. Μόνο το «Berlin» επιμένει. Έχω να πατήσω εκεί πάνω από τριάντα χρόνια.

Όσο για το μπαρ «Ερμής ανάδρομος» του υπό έκδοση βιβλίου μου, που τιτλοφορείται Η μελωδία των αγαλμάτων, είναι ένας χώρος μισοπραγματικός και μισοεπινοημένος. Ένα άβατο της μνήμης και της ψυχής, ένα ιερό κατάλυμα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιο από τα μπαράκια του παρελθόντος, που σας προανέφερα. Οι ιστορίες που διαδραματίζονται εκεί, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε προαναφερθέν στέκι. Οι ήρωες θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει αυτούσιοι, με σάρκα και οστά. Ίσως ζουν και ανασαίνουν δίπλα μου, περπατούν στους ίδιους δρόμους που περπατώ, είναι συνομήλικοί μου και αγνοούν παντελώς την ύπαρξη μου. Γράφοντας αυτό το βιβλίο νιώθω πως πέρασα και πάλι από κάποιο αγαπημένο κατάλυμα της δεκαετίας  του ’80, βραδάκι, για ένα ποτό και για να ακούσω την παλιά μουσική. Όχι για να νοσταλγήσω, αλλά για να θρηνήσω, με τον δικό μου τρόπο, μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί, παίρνοντας μαζί της κομμάτια του εαυτού μου.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του το 2007, προστέθηκαν κάποια κεφάλαια το 2013 και ολοκληρώθηκε το 2025 με την προσθήκη του δεύτερου μέρους, που γειώνει όλη την ιστορία στο σήμερα.


απόσπασμα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε στις παρακάτω ηλεκτρονικές διεύθυνσεις:


https://bookpress.gr/prodimosieuseis/elliniki-logotexnia/25549-i-melodia-ton-agalmaton-tou-panagioti-goyta-prodimosiefsi


https://www.facebook.com/vakxikonpublications/?locale=el_GR


Ο Παναγιώτης Γούτας στο καφέ Γαζία,

 το  καλοκαίρι του 2005

(φωτο Γιώργος Γιαννόπουλος)

 

 

 


Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Απουσιολόγιο-Γιάννης Καρατζόγλου (1946-2026)

 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

(1946-2026)

֎

 

[Σημαντική απώλεια για τον χώρο των Γραμμάτων αυτή του ποιητή Γιάννη Καρατζόγλου (1946-2026). Υπήρξε συνεργάτης της «Διαγωνίου», ενώ η πρώτη ποιητική του συλλογή (Ένα καλοκαίρι, 1970) τυπώθηκε στο τυπογραφείο Νικολαΐδη, με επιμέλεια Ντίνου Χριστιανόπουλου. Στη μνήμη του αναδημοσιεύω μικρό σχόλιο για ποιητική του συλλογή που εκδόθηκε πριν από 9 χρόνια.]

 

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ

Στο βιβλίο του Γιάννη Καρατζόγλου (1946) Εγγραφές κλεισίματος (εκδ. Ρώμη, 2017) θα συναντήσουμε αρκετά πεζόμορφα ποιήματα για το παρελθόν της πόλης του, για σταμπαρισμένα σημεία της Θεσσαλονίκης, τους «αλησμόνητους πανηγυρισμούς της νεότητας» –για να θυμηθούμε και τον τίτλο ενός εξαιρετικού πίνακα του ζωγράφου Πάνου Παπανάκου–, για την τρίτη ηλικία και τα προβλήματά της, την περίοδο της συνταξιοδότησης και τη θλίψη που αυτή κουβαλά, αλλά και για τους μετανάστες, το οξύμωρο δίπολο «προηγμένη τεχνολογία-γήρανση ονείρων και οραμάτων», εν κατακλείδι ποιήματα για τη φθορά, τον χρόνο και το άγονο σήμερα, μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που έζησε με ορμή και δύναμη τη νεότητά του. Παρότι πολλά ποιήματα –από τον τίτλο τους ακόμη– προδιαθέτουν ή, καλύτερα, μεταφέρουν ακέραιη μια θλίψη και μια κάπως νοσηρή νοσταλγία για στιγμές που απωλέσθηκαν, ωστόσο ο Καρατζόγλου διατηρεί στην ποίησή του ατόφια την ακριβή του τέχνη, γράφοντας με το μεστό και γνήσιο συναίσθημα που χαρακτηρίζει τους αληθινούς ποιητές.

Δείγμα γραφής:

Τώρα που οδεύει προς το μέγα σπήλαιο, λάθος μεσήλικας / λάθη κάνοντας ως το τέλος, μέχρι την ύστατη στιγμή της μεγάλης παιδιάς / ζητώντας τη χάρη, εκλιπαρώντας μέσα του, ικετεύοντας // να γίνονταν να ξαναζήσει απ’ την αρχή, να ξανακάνει απ’ το μηδέν / σε αργή επανάληψη απαράλλαχτα όλα, τα ίδια λάθη (ποίημα «Καμπή ζωής»).

(«Ποίηση από τη Θεσσαλονίκη», book press, Φεβρουάριος 2018)

Π. Γ.


Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ρέκβιεμ για μία εποχή και μία τραγουδίστρια

 


«MΕ ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΙΑ ΤΑ ΚΟΝΤΟΜΑΝΙΚΑ»


(ρέκβιεμ για μια εποχή και μια τραγουδίστρια)

 

֎

 

Ένα κείμενο για τη Μαρινέλα σ’ ένα αμιγώς λογοτεχνικό blog ίσως και να φαντάζει ξεκάρφωτο. Αντιστάθηκα πολύ μέχρι ν’ αποφασίσω να το δημοσιοποιήσω, το πάλεψα μέχρις εσχάτων, όμως τελικώς υπέκυψα. Είναι και το παρελθόν που χιμάει κάποιες φορές ορμητικό σαν ποτάμι μέσα μας, θυμίζοντάς μας τα περασμένα.

Μια παλιά φιλενάδα της θείας μου, η Λία, δούλευε οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαρινέλας και του Βοσκόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η Λία, όταν ερχόταν σπίτι να μας συναντήσει, μας μιλούσε σχεδόν εκστασιασμένη για τη ζωή των δύο σταρ της εποχής, τα γλέντια στο αίθριο του σπιτιού τους στην Αθήνα, για τις ιδιορρυθμίες και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν. Το πόσο απλοί ήταν στην καθημερινότητά τους. Το σπίτι μας είχε γεμίσει με κασέτες τραγουδιών της Μαρινέλας και φωτογραφίες του διάσημου ζεύγους από απλές στιγμές της ζωής τους. Η θεία μου, από το πρωί ως το βράδυ άκουγε Μαρινέλα. Εγώ, δεκατέσσερα στα δεκαπέντε, είχα εντυπωσιαστεί από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με τη Μαρινέλα, που η Λία μού το είχε φέρει δώρο στα γενέθλιά μου για να το ακούσω. Τα τραγούδια του Κώστα Χατζή και τα διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη, που τότε διάβαζε η μητέρα μου φανατικά, ήταν τα πρώτα καταλυτικά κεντρίσματα στην προεφηβική και εφηβική μου συνείδηση, από αυτά πήρα τα πρώτα κοινωνικά μηνύματα, που, χρόνια μετά, τα μετέφερα και στα πρώτα βιβλία μου, κυρίως μέσα από διηγήματα ή ποιήματα. Προτού γνωρίσω τους Αμερικανούς μπήτνικ, τον Σαββόπουλο, τον Μπόρχες, τη λογοτεχνική σχολή της «Διαγωνίου», τον κύκλο του περιοδικού «το τραμ», το progressive ροκ και τους τζαζίστες της εταιρίας ECM. Μοιραία, λοιπόν, η φωνή της Μαρινέλας, ιδίως μέσα από την αγάπη (λατρεία πες) που της είχαν η μάνα μου, η θεία μου και η Λία, δέσποζε στα μουσικά ακούσματα του σπιτιού. Η καμπανιστή, μπριόζα φωνή της υπήρξε ταυτισμένη με τα νεανικά μου χρόνια.

Δεκαεφτά χρονών σε ζαχαροπλαστείο δίπλα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Καραπουλιτίδη, στη Χαλκιδική, η Μαρινέλα τραγουδούσε το «Σήμερα» και «Τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα». Με το αυτί κολλημένο στο ηχείο του μαγαζιού η παρέα άπλωνε την αρίδα της στα καλοκαιρινά τραπεζάκια, στην πλατεία της Νέας Ηράκλειας, τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Β. Γ., σημερινός αθλητικός μεγαλοπαράγοντας, ο Ν. Ζ., ο Β. Ο., οι αδελφοί Π., εγώ, η παιδική μου φίλη Γιάννα. Τ., που έφυγε από τα ναρκωτικά, η αδελφή της, κάποια άλλα συνομήλικά μας κορίτσια. Όταν ο ιδιοκτήτης άλλαζε την κασέτα, ο Β. Γ. τιναζόταν όρθιος και πρόσταζε στον Σπύρο, το γκαρσόνι: «Σπύρο, γιατί ρε αγόρι μου; Βάλε ξανά το “Σήμερα”. Τη θεά, ρε Σπύρο, τη θεά!». Η κασέτα έπαιζε από την αρχή και όλοι ηρεμούσαν. Είχε αποκατασταθεί η μουσική ισορροπία του απογεύματος. Πέρασαν πάνω από 45 χρόνια από τότε, όμως η φράση του φίλου μου και η φωνή της Μαρινέλας μού θυμίζουν ακόμη τ’ ανέμελα καλοκαίρια μας.

Για αρκετά χρόνια, μέχρι να αρραβωνιαστώ και να φύγω από το πατρικό μας διαμέρισμα, η Μαρινέλα ήταν κάτι σαν μουσική ιέρεια του σπιτού − όχι πάντως και του δωματίου μου. Τα τραγούδια της καθόριζαν το κέφι και τη διάθεση των μελών της οικογένειας.

Και πέρασαν τα χρόνια. Η μητέρα μου και η θεία μου μετοίκησαν εις Κύριον. Η Λία είχε τραγικό τέλος: Τη χτύπησε αυτοκίνητο σε διασταύρωση στου Χαριλάου αφήνοντάς την στον τόπο. Η μεγάλη ντίβα, στα 87 της χρόνια, ανηφόρισε κι αυτή στα ουράνια. Λύγισε επί σκηνής, όπως αρμόζει στους μεγάλους σταρ. Πολλοί σημαντικοί άνθρωποι (Γιάννης Ξανθούλης, Σταμάτης Φασουλής κ. ά.) έγραψαν από καρδιάς ευαίσθητα λόγια για τη σπουδαιότητα της μεγάλης ερμηνεύτριας. Όλη η χώρα θρήνησε την αποδημία της. Εμένα, μεταξύ άλλων, μου έμειναν κάτι παλιές φωτογραφίες της και οι δυο κασέτες από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με την ίδια ως ερμηνεύτρια − ένα σημαντικό έργο της ελληνικής δισκογραφίας, που, παρά τις υψηλές πωλήσεις του, δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε από τους μουσικούς ειδήμονες, ίσως γιατί το διπλό άλμπουμ δεν ήταν στιχουργικά αμιγώς πολιτικό και ηχητικά δεόντως εμβατηριακό, κατά το πρότυπο της εποχής.

Η ζωή συνεχίζεται. Δίχως τη μάνα μου, τη θεία μου, τη Λία, τη φίλη μου τη Γιάννα, τη σπουδαία Μαρινέλα, δίχως τις νοστιμιές και την αμεριμνησία ενός παρελθόντος που έφυγε ανεπιστρεπτί. Όμως, ένα τραγούδι της Μαρινέλας ίσως αρκεί για να έρθουν τα πάνω κάτω, να ζωντανέψουν ξανά τα παλιά. Για να γίνουν και πάλι τα καλοκαίρια μας ανέφελα και αισιόδοξα. Εκείνα της νιότης μας, φορώντας πάντα «τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα».

 

Π. Γ.


Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Ο Κάφκα στη μεγάλη οθόνη

 


Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

 



Η ζωή του Φραντς Κάφκα και λεπτές αποχρώσεις της ιδιαίτερης προσωπικότητάς του παρουσιάζονται στην άκρως ενδιαφέρουσα ταινία της Πολωνέζας σκηνοθέτιδας Ανιέσκα Χόλαντ «Φραντς Κάφκα», που παίζεται αυτό το διάστημα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Παράλληλα καταρρίπτονται στερεότυπα χρόνων σχετικά με τη ζωή και το έργο του μεγάλου Τσέχου συγγραφέα, για τον οποίο χύθηκε περισσότερο μελάνι από οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα, σε όλες τις εποχές. Μπορείτε να διαβάσετε δικό μου άρθρο-κριτική αποτίμηση της ταινίας στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο:

  https://bookpress.gr/politismos/sinema/25471-eidame-to-frants-kafka-tis-anieska-xolant-kritiki-ti-einai-afto-pou-ekane-ton-leptaisthito-tsexo-enan-megalo-syggrafea


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Τσιγάρο με τον Καραϊσκάκη

 


 

 

[Με αφορμή τη σημερινή επέτειο της 25ης Μαρτίου αναδημοσιεύω ένα διήγημά μου, που περιλαμβάνεται στη συλλογή μου Η εγγύτητα των πραγμάτων (Νησίδες, 2021). Θα το βρείτε και στην επετειακή συλλογή 1821 μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (24γράμματα, 2020, επιμέλεια Ελ. Ιντζέμπελης)]

 

 

֎

 

 

ΤΣΙΓΑΡΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑÏΣΚΑΚΗ

 

 

 

Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτό το καμαράκι. Αυτή η αραχνιασμένη αποθηκούλα στο υπόγειο του Γυμνασίου, τιγκαρισμένη από ανθρώπινα ομοιώματα για την Ανθρωπολογία, χαλασμένες υδρόγειες σφαίρες δίχως άξονα και βάση, σκουριασμένες ζυγαριές πειραμάτων Φυσικής, σκοροφαγωμένο εποπτικό υλικό και τα πορτρέτα έξι-επτά αγωνιστών της επανάστασης, να περιμένουν κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη ημερομηνία για ν’ αποκαθηλωθούν στο γυμναστήριο, στην επέτειο του ’21. Εδώ χώνομαι σε κάποια διαλείμματα και καπνίζω. Άτυπο καπνιστήριο το καθιερώσαμε οι θεριακλήδες καθηγητές, με τη σύμφωνη γνώμη του γυμνασιάρχη. Ο οποίος στην αρχή ήταν αρνητικός με την ιδέα, φοβούμενος τις συνέπειες του Γραφείου, αλλά μετά υπαναχώρησε – ας όψεται το δικό του πάθος με τη νικοτίνη.

Ο χώρος είναι τρία επί τρία –σωστό κελί– και δεν χωρά παραπάνω από έναν καπνιστή, οπότε όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. Ο επόμενος θα καπνίσει σε άλλο κενό ή σε άλλο διάλειμμα ή αφού αποχωρήσει ο προηγούμενος θεριακλής. Τώρα, μάλιστα, με τον κορωνοϊό δόθηκε εντολή από τον γυμνασιάρχη να μπαίνουμε με μάσκα. Και στο τέλος να απολυμαίνουμε τα πάντα. Αφού δεν υπάρχει καν παραθυράκι για εξαερισμό, αναγκαζόμαστε εμείς να τα κάνουμε όλα λαμπίκο. Σ’ αυτόν τον χώρο είμαστε καθηγητές, καπνιστές και καθαριστές ταυτόχρονα. Εγώ, τελευταία, συχνάζω εδώ και για έναν ακόμη λόγο. Αποφεύγω να συναντώ στο γραφείο τη Δήμητρα. Όχι για τήρηση αποστάσεων, μέτρα προφύλαξης και τέτοια υποχονδριακά. Αλλά πώς ν’ αντικρίσεις ένα πρόσωπο που είχες μαζί του σχέση εδώ και τέσσερις μήνες, και στην τελευταία επαφή σου μαζί της σού αποκάλυψε πως σκέφτεται ακόμη, κάποιες φορές, τον πρώην της; Και πως δεν είναι σίγουρη αν η σχέση μαζί σου οδηγεί πουθενά. Ανασφαλείς γυναικείοι χαρακτήρες, τι να πεις… Δυσερμήνευτα πλάσματα. Ή όπως το θέτει ποιητικότερα ένας κολλητός μου από τον στρατό: «η αθέατη όψη του φεγγαριού».

Τελειώνοντας το μάθημα με το Α2 –τους έχω κάνει σαΐνια στην κλίμακα του ντο, ακόμη και τους πιο άμουσους– τρυπώνω πάλι στην αποθηκούλα για να καπνίσω. Ρυθμίζω τη μάσκα κάτω από το στόμα κι ανάβω τσιγάρο. Έξω, στην πόρτα, είναι αναρτημένο το ταμπελάκι «Κατειλημμένη», οπότε ο επόμενος θεριακλής θα καταλάβει και θα κρατηθεί για αργότερα. Περιμένω πώς και πώς να τελειώσει αυτή η δίσεκτη σχολική χρονιά, να κατέβω στα μέρη μου, στον θεσσαλικό κάμπο, ν’ ανταμώσω με γονείς και φίλους, γιατί η πανδημία με έχει τρεις μήνες τώρα καθηλωμένο στη Θεσσαλονίκη. Ίσως ξεκόψω κι από κείνη, και σκεφτώ καθαρότερα για τη σχέση μας. Γιατί όσο συναντιόμαστε καθημερινά, όσο χώνεται ο ένας στα πόδια του άλλου, πάντα θα βρίσκεται κάποια αιτία αυτού που ονομάζω «υποτροπή στη συνέχιση της αδιέξοδης σχέσης». Κι αυτός που συνήθως υποτροπιάζει, που άγεται και φέρεται και σέρνεται πίσω της σαν σκυλάκι, είμαι εγώ.

Ασυναίσθητα αγγίζω τα πορτρέτα των αγωνιστών του εικοσιένα που νιώθω να ασφυκτιούν σ’ αυτό το στενόχωρο μέρος. Τέτοια λαμπρά πνεύματα, τέτοιες αδούλωτες ψυχές, τέτοιους γενναίους πολεμιστές και να τους ντουμανιάζουν ασύστολα καθηγητές και καθηγήτριες ή κάτι ψυχάκηδες σαν και ελλόγου μου, τι κρίμα… Σκέφτομαι πως θα άξιζαν οπωσδήποτε καλύτερης μεταχείρισης, έναν τοίχο φέρ’ ειπείν για μια μόνιμη διά βίου ανάρτηση ως ένδειξη αναγνώρισης των ανδραγαθημάτων τους. Όταν φτάνω στην εικόνα του Καραϊσκάκη κοκαλώνω. Το βλέμμα του δεν έχει καμία σχέση με το πράο και ήπιο βλέμμα του Κωνσταντίνου Κανάρη, το κιμπάρικο της Μαντώς Μαυγογένους ή το γοητευτικά υπερήφανο του Αθανασίου Διάκου. Επικεντρώνεται πάνω μου κάπως αδιάκριτα, θαρρείς τρυπά το τζαμάκι του κάδρου του και με καρφώνει ανελέητα. Τα καλυμμένα από μαύρα μουστάκια χείλη του αρχίζουν να σαλεύουν. Στην αρχή αργά, με κανονικό ρυθμό κατόπιν.

–Τι γίνεται εδώ, ρε παλληκάρι;

Χάνω το χρώμα μου, τη μιλιά μου, όμως οφείλω να του απαντήσω. Κοτζάμ Καραϊσκάκης μού απευθύνει τον λόγο και θα μείνει αναπάντητος; Το λιγότερο, δεν είναι τιμητικό για το πρόσωπό του. Ούτε και ευγενικό.

–Τι εννοείτε; Αποθήκη είναι εδώ. Καπνιστήριο γυμνασίου.

–Α, έτσι… Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί δεν μας βγάλατε φέτος στη γιορτή που κάνετε κάθε χρόνο;

–Πού να σας εξηγώ… Υπάρχει μια επικίνδυνη πανδημία αυτόν τον καιρό στον πλανήτη, και είχαν κλείσει τα σχολεία. Πεθαίνει κόσμος σε όλη τη γη, πολλές χιλιάδες άνθρωποι. Ακόμα βασανιζόμαστε…

–Τι μου λες;

–Ναι, και γι’ αυτό τον λόγο, φέτος, ακυρώθηκε δυστυχώς η επέτειός σας. Του χρόνου όμως…

–Τι θα γίνει του χρόνου;

–Κλείνουν διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821. Θα σας γιορτάσουμε όλους με μεγαλοπρέπεια. Θα σας τιμήσουμε δεόντως.

Σαν να σηκώθηκε το χέρι από το σπαθί του και έσιαξε τις μουστάκες του – έτσι μού φάνηκε.

–Πολύ σκεφτικό σε βλέπω τελευταία. Κι όλο καπνίζεις. Έχεις κάτι;

–Ε, αναποδιές. Πού να σας εξηγώ τώρα, κύριε Καραϊσκάκη;

–Μίλησέ μου. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου και θα σε καταλάβω.

Του είπα για το σαράκι που μ’ έτρωγε με τη Δήμητρα, τη βιολόγο του γυμνασίου. Για το διπλό παιχνίδι που ήμουν σίγουρος πως έπαιζε μαζί μου. Τον τρόπο που κινούσε τα νήματα κι εγώ έτρεχα πίσω της σαν μαριονέτα.

–Γι’ αυτά χολοσκάς, μωρέ; Αυτά, εμείς, τότε, δεν είχαμε χρόνο να τα σκεφτούμε. Εμένα καλόγρια ήταν η μάνα μου – τώρα σε μοναστήρι γεννήθηκα, σε σπηλιά, θα σε γελάσω. Η φυματίωση με ταλαιπώρησε από μικρό μέχρι τα υστερνά μου. Πήγα και στα Επτάνησα σε καλούς γιατρούς, γνώρισα εκεί και τη Μαριώ που ήταν τουρκοκόρη, τα φτιάξαμε ένα φεγγάρι, την είχα νοσοκόμα. Νοσοκόμα και ερωμένη. Οι Τζαβελαίοι ήταν φίλοι μου, χρυσά παιδιά! Εκείνος ο Μαυροκορδάτος μονάχα μού στάθηκε στο στομάχι…

–Σας πολέμησε πολύ, έτσι γράφει η Ιστορία.

–Μόνο με πολέμησε… Πρέπει να γνωρίζεις πως είχα πολύ τραγικό τέλος…

–Ναι, το γνωρίζω αυτό από τα σχολικά εγχειρίδια…

–Τίποτα δεν γνωρίζεις…

Σαν να χάιδεψε πάλι τις μουστάκες του, το ύφος του έγινε ακόμη πιο μαύρο και άγριο, τα λόγια έφευγαν από τα χείλη σαν καρφιά.

–Στις 23 του Απρίλη του 1827 ήμουν πολύ άρρωστος. Στο Κερατσίνι ήμασταν, εκεί είχαμε στρατοπεδεύσει, από απέναντι οι Τούρκοι μάς προκαλούσαν ως συνήθως. Ακούστηκαν φωνές, απειλές, κατάρες. Βγήκα να δω τι συνέβαινε…

–Και δεχτήκατε τη σφαίρα κατάστηθα, συμπλήρωσα.

–Βιάζεσαι. Εκτός από αδέξιος και δειλός με τις γυναίκες είσαι και πολύ βιαστικός. Και πιστεύεις πολύ σε ό,τι γράφει ο ένας και ο άλλος…

–Τι συνέβη δηλαδή;

–Πράγματι έφαγα σφαίρα. Και απ’ αυτήν σκοτώθηκα. Και πράγματι οι Τούρκοι απέναντι με είχαν πάρει χαμπάρι και με σημάδευαν. Όμως, προτού σβήσω, τους είδα να έρχονται σαν σκιές. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Τους αναγνώρισα. Ήταν άνθρωποι του Μαυροκορδάτου, εκείνου του σκύλου, κρυμμένοι στον χώρο του στρατοπέδου. Δεν ξέρω αν πυροβόλησαν εκείνοι ή οι Τούρκοι. Έφυγα μ’ αυτήν την απορία ζωγραφισμένη στα χείλη. Οι παλιότουρκοι με έφαγαν ή οι υποτακτικοί, οι τζουτζέδες εκείνου του σκύλου; Ακόμη και στη μετέπειτα ζωή μου απ’ αυτό βασανίζομαι. Εσείς τώρα με δαφνοστεφανώνετε, με τραγουδάτε, λέτε ποιήματα για χάρη μου, τιμάτε το όνομα και τον αγώνα μου, αλλά εμένα με τρώει ακόμη η αμφιβολία. Πάντα θα με τρώει…

Γέμισα σκέψεις. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως ολόκληρος Καραϊσκάκης θα ταλανιζόταν μετά θάνατον από τέτοια ζητήματα, όπως κι εκείνος ποτέ του δεν θα φανταζόταν ότι ένας σύγχρονος, ελεύθερος, νέος και σχετικά εμφανίσιμος Έλληνας θα ταλανιζόταν και θα υπέφερε από κάποια Δήμητρα.

Τίναξα προσεκτικά τη στάχτη σε ένα πλαστικό ποτηράκι με κατακάθια του καφέ και τον κοίταξα. Εκείνος με ρώτησε:

–Θέλεις να της μιλήσω εγώ όταν έρθει να καπνίσει; Να φύγει η αμφιβολία από το πρόσωπό σου…

Δίστασα αλλά του το είπα:

–Αφήστε, καλύτερα. Εσείς ήσασταν και αθυρόστομος…

Σαν να χαμογέλασε. Ύστερα, απρόσμενα, άρχισε να τα βάζει μαζί μου.

–Ζωήρεψε, μωρέ! Φέρσου σαν άντρας. Εδώ διώξαμε την Τουρκιά και ελευθερώσαμε την Ελλάδα για να ’χετε σήμερα εσείς οι νέοι τέτοια μούτρα; Πιάσ’ την και μίλα της σταράτα. Το και το. Τι φοβάσαι; Γαμώ τα πρέκια σας, μέσα! Άντρες είστε εσείς ή κλανιάρηδες;

Άρχισε πάλι να βρίζει. Έκρινα πως έπρεπε να σταματήσω την κουβέντα μαζί του. Δεν ανεχόμουν να με βρίζουν ούτε για το καλό μου.  Ακόμα κι αν αυτός που με έβριζε λεγόταν Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ταχτοποίησα το πορτρέτο του στην πίσω σειρά μαζί με τα υπόλοιπα, πέταξα τα αποτσίγαρα στο καλάθι, καθάρισα με απολυμαντικό το τραπέζι και το πόμολο της πόρτας κατά το πρόσταγμα του γυμνασιάρχη, φόρεσα τη μάσκα μου και κατευθύνθηκα στο γραφείο. Είχα μισή ώρα στη διάθεσή μου μέχρι να ανέβω στη δεύτερη τάξη για το μάθημα της Μουσικής. Σαββόπουλο θα τους έπαιζα σήμερα με το ακορντεόν, το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη».

Μπήκε αθόρυβα σαν τη γάτα στο γραφείο κι αμέσως οδηγήθηκε στον ψύκτη για να βάλει νερό. Ένιωθε σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, ούτε μάσκα στο πρόσωπο ούτε τίποτα. Είχε ζέψει τον γάιδαρό της για τα καλά. Μόλις με είδε, ένα πονηρό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. Έκανε να με αποφύγει, κάνοντας πάλι τα νεύρα μου τσατάλια.

Δεν ξέρω από πού, από ποιον ένδοξο αέρα ποιας ηρωικής εποχής φούσκωσε το στήθος μου. Ένιωθα να ψηλώνω. Δεν άντεχα να ζω με την αμφιβολία. Άφησα το ακορντεόν στο γραφείο κι έτρεξα να την προλάβω προτού μπει στην τάξη της για την επόμενη ώρα.

Τη σταμάτησα στη μέση του διαδρόμου.

–Κοίτα να δεις, Δήμητρα, της είπα μ’ ένα θάρρος πρωτόγνωρο για την ψυχοσύνθεσή μου. Νομίζω πως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μεταξύ μας κάποια πράγματα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Ή συνεχίζεις μαζί μου ή μαζί του. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει… Διάλεξε!

Όταν, το επόμενο διάλειμμα, ξαναχώθηκα στην αποθηκούλα για να καπνίσω, ήμουν πιο ήρεμος με τον εαυτό μου. Είχα πετάξει το μπαλάκι προς το μέρος της, ας αποφάσιζε εκείνη κι ας μου έλεγε. Παραδίπλα, ο γιος της καλόγριας, μέσα από το κάδρο του, επιδοκίμαζε τη στάση μου χαμογελώντας.

Π. Γ.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ημέρα ποίησης-Ένα ποίημα

 

 

 

Παγκόσμια ημέρα ποίησης η σημερινή και ξεκίνημα της άνοιξης. Τα τιμούμε και τα δύο σεμνά, όπως αρμόζει, δίχως περιττές κωδωνοκρουσίες, με ένα αδημοσίευτο ποίημα.

 

֎

 

 

ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

 

 

Και ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος

αρχίζει να χιονίζει.

Νιφάδες μνήμης στροβιλίζονται στον αέρα.

Πρόσωπα σαν από βαμβάκι

μορφές αγαπημένες που πια εξαϋλώθηκαν

παίρνουνε σάρκα και οστά.

Όλο εκείνο το ευλογημένο λευκό 

του παρελθόντος

έρχεται πάλι να σε συντροφεύσει.

 

Αφήνεις τα ποιήματα, αφήνεις τα κύματα

και τρέχεις σαν παιδί να πιάσεις λίγο χιόνι

ν’ αγγίξεις κάτι απ’ τα παλιά.

Όμως με την παραμικρή αφή

το χιόνι λιώνει

και το τοπίο αλλάζει ακαριαία.

 

Τα χιόνια του καλοκαιριού

εξαφανίζονται όπως τα όνειρα

σώνονται όπως τα θαύματα

λιώνουν όπως οι ξεχασμένες αγάπες.

Και μένεις πάλι ολομόναχος,

Ιούλιο μήνα, μ’ ένα ξυλάκι παγωτό στο χέρι

να ελπίζεις –αμετανόητος– σε νέο χιονιά.

 

Π. Γ.


Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (6): Γεώργιος Σχορετσανίτης

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (6)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου, εκδ. Οδός Πανός, 2025

 

Όταν μιλάμε για λογοτεχνία του Αμερικάνικου Νότου το μυαλό μας πηγαίνει ακαριαία στον «πατέρα» της λογοτεχνίας του Νότου, τον Ουίλιαμ Φόκνερ (1897-1962). Μετά ξεπηδούν κι άλλες σημαντικές μορφές, όπως ο θεατρικός συγγραφέας Τένεσι Ουίλιαμ, ο Τρούμαν Καπότε, η Φλάνερι ο Κόνορ, για να φτάσουμε μέχρι τη σύγχρονη Τόνι Μόρισαν (1931-2019), που βραβεύτηκε με Νόμπελ το 1993 και που με το συνολικό της έργο αντιτάχθηκε στη σεξιστική και ρατσιστική γλώσσα, στη σκλαβιά, τη γενοκτονία και τον πόλεμο. Κοινά στοιχεία της λογοτεχνίας των παραπάνω συγγραφέων η καταγραφή ιστορικών γεγονότων, η φυλετική ένταση, η ανθρώπινη παρακμή και οι οικογενειακές σχέσεις. Αυτή όμως η λογοτεχνία του Αμερικάνικου Νότου έχει βαθιές ρίζες, που φτάνουν σε βάθος χρόνου. Αυτές τις ρίζες, δηλαδή τις απαρχές της, μελετά ο συγγραφέας Γεώργιος Σχορετσανίτης στο βιβλίο του Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου (Οδός Πανός, 2025). Θα σταθώ μόνο σε μερικά σημεία-πληροφορίες, που τα θεωρώ σημαντικά και που φωτίζονται από τον συγγραφέα επαρκώς.

  Μία κατηγορία λογοτεχνών του Νότου (οι πρώτοι χρονολογικά και οι περισσότεροι που έδωσαν έργα στις αρχές και στα μέσα του 19ου αιώνα) πάτησαν στα βιβλία τους στη «λευκή παράδοση». Εξύμνησαν δηλαδή το καθεστώς των απέραντων φυτειών, θρηνώντας για ένα παρελθόν το οποίο στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε (σ. 12)

  Η θεωρία της «χαμένης αιτίας» (νοσταλγία για το Συνομοσπονδιακό παρελθόν, συλλογική λήθη της φρίκης της σκλαβιάς των μαύρων, χρήσιμο εργαλείο συμφιλίωσης Βορρά-Νότου μετά τον Αμερικανικό εμφύλιο) επηρέασε και κατηύθυνε πολλούς λογοτέχνες. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της λογοτεχνικής τάσης ο Τόμας Νέλσον Πέιτζ (1853-1922) (σ. 64).

  Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849), που, πέρα από σημαντικός συγγραφέας, υπήρξε και εξέχων κριτικός της γενιάς του, βοήθησε σημαντικά σε μια στροφή προς μια πιο κοινωνική ματιά στο θέμα της δουλείας και της καταπίεσης των μαύρων από τους λευκούς. Υπήρξε εμβληματικός εκπρόσωπος του κριτικού πνεύματος. Πρώτος παρατήρησε πως «πολλοί νότιοι συγγραφείς στις πρώτες και μεσαίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αναγκάστηκαν να αγωνιστούν με δύσκολα πολιτιστικά και πολιτικά συστήματα που δεν υιοθέτησαν εναλλακτικές ιδεολογίες, αλλά αντίθετα επέστρεψαν σε δυσάρεστα ρατσιστικά και αντιδραστικά ιδεώδη» (σ. 148).

  Η Χάριετ Μπίτσερ Στόου (1811-1896) υπήρξε συγγραφέας-υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας. Το μνημειώδες βιβλίο της Η καλύβα του μπαρμπα Θωμά εκδόθηκε το 1852 και έγινε πασίγνωστο σε όλη τη χώρα – οι πωλήσεις του υπολείπονταν μόνο από εκείνες της Βίβλου. Θεωρείται πως η κυκλοφορία του συνδαύλισε το αποσχιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1850.

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης, που στο παρελθόν ασχολήθηκε και σε άλλα του βιβλία με την αμερικάνικη λογοτεχνία, με αυτό το βιβλίο-μελέτη αναλύει και εξηγεί όλο το παρελθόν της λογοτεχνίας του Αμερικάνικου Νότου, το ιστορικό πλαίσιο, τις παθογένειες της εποχής αλλά και τις κατευθύνσεις που αυτή ακολούθησε. Είναι χρήσιμο να τα γνωρίζουμε όλα αυτά για να ερμηνεύουμε σωστότερα και με γνώση τα σύγχρονα λογοτεχνικά ρεύματα αλλά και να αντιληφθούμε καλύτερα την ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα που, παραδοσιακά, χαρακτηρίζει τη γραφή των συγγραφέων του Αμερικάνικου Νότου, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

 

Π. Γ.

 

 

 


Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Το τραύμα της ανθρώπινης απώλειας/ Κριτική

 


ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ «ΝΕΚΥΙΑΣ 20kg»

ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ

 




Ολοκληρώθηκε με επιτυχία η πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Σάκη Σερέφα «Νέκυια 20kg», στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών. Στη φωτογραφία μέλη του θιάσου και συντελεστές της παράστασης χαιρετούν το κοινό. Μπορείτε να διαβάσετε κριτική του θεατρικού έργου και της παράστασης στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:

 

                           https://bookpress.gr/politismos/theatro-xoros/25297-nekyia-20kg-tou-saki-serefa-sti-    moni-lazariston-to-trayma-tis-anthropinis-apoleias