ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ
(5)
(στη
στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο
σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)
֎
Βιβλία
μου, που τα χάρισα σε άλλους συγγραφείς, τα αγοράζω πλέον από το metabook, με την αφιέρωσή μου
ακόμη νωπή στη μέσα σελίδα.
Στα
είκοσι έλεγα «έρωτας», στα τριάντα
«επανάσταση», στα σαράντα «έκφραση μέσω της λογοτεχνίας», στα πενήντα
«συνείδηση των πραγμάτων», στα εξήντα «συνέπεια σ’ αυτό που κάνεις, ό,τι κι αν
είναι αυτό», στα εβδομήντα ποιος ξέρει ποια υπέρτατη αξία, ποιο νέο ιδεολόγημα,
ποια καινούργια αυταπάτη θα με τραβά από τον γιακά για να επιβιώνω.
Κάποια
βροχερά χειμωνιάτικα απογεύματα οι παλιές ροκιές του εβδομήντα και του ογδόντα
μού χτυπούν χλευαστικά το τζάμι του παραθύρου μου. Σαν τις δεκοχτούρες της
γειτονιάς μου, που κουτσουλάνε κάθε μέρα το μπαλκόνι μου κι εξαφανίζονται.
Κανένας Κολτρέιν και κανένας Τζάρετ δεν μπορούν να τις αναχαιτίσουν.
Έπρεπε
να γράψει δεκαεπτά βιβλία για να αντιληφθεί το μεγαλείο των ημερολογιακών
σημειώσεων. Έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει δεκαεπτά μουσικές συνθέσεις για να
αντιληφθεί τη μαγεία του μουσικού φθόγγου.
Κάποια
κρύα χειμωνιάτικα μεσημέρια χώνεται κάτω απ’ την κουβέρτα, διπλώνει τα χέρια
στο στήθος, κλείνει τα μάτια και παριστάνει τον πεθαμένο. Έτσι θα είμαι,
κάποτε, στο κιβούρι μου, σκέφτεται. Σ’ αυτήν τη στάση τον παίρνει ο ύπνος.
Ξυπνάει πάντα σαν θύμα εσφαλμένης ιατρικής επιβεβαίωσης του θανάτου του, που,
λίγες ώρες μετά τη διάγνωση, σηκώθηκε απρόσμενα από το φέρετρό του
αναστατώνοντας φίλους, συγγενείς και γνωστούς.
Στις
αναποδιές και τις δυσκολίες της ζωής, «ησύχασε, είσαι λογοτεχνικός χαρακτήρας!»
λέει στον εαυτό του. «Παίζεις, απλώς, κι εσύ έναν ρόλο στο μυθιστόρημα της
ζωής!».
Κατεβαίνει
συχνά στο παλιό δισκάδικο του κέντρου και αγοράζει σε μεταχειρισμένους δίσκους
βινυλίου, τα παλιά ροκ κομμάτια που ηχογραφούσε σε κασέτες χρωμίου, όταν ήταν
μαθητής λυκείου. Τα άκουγε, τότε, τα Σάββατα από ένα μικρό κασετόφωνο. Η μητέρα
του δεν του αγόραζε πικάπ για να μένει συγκεντρωμένος στα μαθήματα, για να
περάσει σε καλή σχολή στις πανελλήνιες.
Συμπεριφερόταν
στον περίγυρο του σαν μοναχικό τσακάλι. Ένας μοναχικό τσακάλι στο κέντρο μιας
τεράστιας αγέλης από λύκους.
Κάνοντας
χειραψία με κάποια ιερή αγελάδα της λογοτεχνίας της πόλης μας, έκπληκτος
διαπίστωσα πως μου είχε προτείνει το μικρό του δαχτυλάκι. Το συζήτησα με φίλο
λογοτέχνη και μου απάντησε ως εξής: «Είσαι τυχερός. Σε κάποιους αρνείται τη
χειραψία ή, το πολύ, να τους προσφέρει μόνο το νύχι του!»
(συνεχίζεται)




