Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ένα δικό του δωμάτιο-Κριτική Γιάννη Μπασαγιάννη

 




Εν μέσω σχολιασμών και παρουσιάσεων του νέου μου μυθιστορήματος δέχτηκα με χαρά το αναλυτικό σχόλιο-κριτική του Γιάννη Μπασαγιάννη στο ιστολόγιό του Vivlioniki για το αμέσως προηγούμενο, τη συλλογή διηγημάτων μου Ένα δικό του δωμάτιο (Ρώμη, 2025). Σας το παραθέτω για να το διαβάσετε.

 

14 διηγήματα του Παναγιώτη Γούτα – Αναζητώντας το προσωπικό μας δωμάτιο…

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Με μια ταξινόμηση καθαρά προσωπική και χωρίς κανένα απολύτως λογοτεχνικό κριτήριο, ο Παναγιώτης Γούτας είναι ένας από τους συγγραφείς που μας έχει χαρίσει η γειτονιά της Χαριλάου (μαζί με τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Περικλή Σφυρίδη, την Αρχοντούλα Διαβάτη κα). Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος, το διήγημα, και στην Vivlioniki είχαμε δει στο παρελθόν κάποια έργα του (πχ «Το ίδιο έργο της ζωής μου», «Ενός καφέ μύριοι έπονται», «Τζαζ, παθήσεις και άλλα τινά»). Σήμερα θα ρίξουμε μια ματιά στο προτελευταίο βιβλίο που μας χάρισε, την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ένα δικό του δωμάτιο», το οποίο βγήκε κάποια στιγμή μέσα στο 2025 (τελευταίο έργο του είναι το μυθιστόρημα με τίτλο «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα δούμε και αυτό στο μέλλον στο ιστολόγιο).

Η έκδοση είναι απλή και λιτή, όμορφη χωρίς κραυγές και περιττά στολίδια, συμβαδίζει με την γραφή του Γούτα. Τα κείμενα είναι ευανάγνωστα, συνολικά μια όμορφη δουλειά.

Συνολικά έχουμε 14 διηγήματα τα οποία είχαν γραφτεί μεταξύ 2017 και 2024. Κάποια από αυτά (τα περισσότερα) είχαν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά ή στο διαδίκτυο και θα ήθελα εδώ να σημειώσω ότι δύο από αυτά («Το σύνθημα» και «Χάδια») είχαν ανέβει στο προσωπικό ιστολόγιο του Γούτα με τίτλο «Λάφυρα του Αυγούστου». Κάποια είναι πιο σύντομα και κάποια περισσότερο εκτεταμένα (το μεγαλύτερο είναι 26 σελίδες και το μικρότερο 4). Ας πάμε να ρίξουμε μια σύντομη ματιά σε όλα και μετά θα ήθελα να σχολιάσω κάποια πράγματα.

Το πρώτο διήγημα έχει τίτλο «Ένα δικό του δωμάτιο» και «βάφτισε» και το βιβλίο. Μια αρχική μορφή του είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Το κοράλλι» το 2018. Πρωταγωνιστής ένας βιβλιοθηκονόμος κάπου μετά τα 50 του, βιώνει μια ζωή με περιορισμούς είτε από τους γύρω του, είτε από αυτούς που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του, ονειρεύεται κάτι διαφορετικό από το τέλμα στο οποίο έχει παραδοθεί. Η ομοφυλοφιλία του και το αίσθημα μη αποδοχής του από τον κόσμο, η επαγγελματική ρουτίνα και οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει μαζί με ένα πρόβλημα υγείας που τον βρήκε είναι όλα αυτά παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση. Κι εκεί που νομίζει ότι βρίσκει μια διέξοδο και αρχίζει να πιστεύει πως κάποια όνειρά του θα πραγματωθούν…

Το δεύτερο διήγημα έχει τίτλο «Η Αρμένισσα» και έχει για πρωταγωνίστρια την Λενίγια Αρκασιάν-Παπακυριαζή, η οποία σε πρώτο πρόσωπο μάς αφηγείται το πώς επί χρόνια ζούσε στην σκιά του άντρα της, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί τα δικά της κείμενα για να ανέβει στις κλίμακες του λογοτεχνικού κόσμου. Ο χειριστικός του χαρακτήρας θα την κάνουν να απομακρυνθεί από οικογένεια και φίλους, θα είναι πάντα η «Αρμένισσα» για τους τριγύρω της, θα θάψει την δική της ζωή για να είναι στο πλάι του συζύγου της. Μετά τον θάνατό του θα ψάξει να βρει τα δικά της πατήματα, όσο προλαβαίνει τουλάχιστον.

Το τρίτο διήγημα έχει τίτλο «Το άγος του συγγραφέα». Από τα πιο αγαπημένα μου, πρωταγωνιστής ο Δημήτρης Φραντζής, ένας συνταξιούχος αρχαιολόγος που ονειρεύεται να γίνει μεγάλος συγγραφέας, αλλά φαίνεται πως τα έργα του δεν είναι τόσο καλά όσο θα ήθελε ή θα έπρεπε. Τα φέρνει όμως έτσι η τύχη και θα πέσει στα χέρια του ένα ανέκδοτο κείμενο ενός γνωστού λογοτέχνη και θα το εκδώσει ως δικό του. Θα γνωρίσει την επιτυχία, θα γίνει αποδεκτός στους λογοτεχνικούς κύκλους, τα όνειρά του θα πραγματοποιηθούν, αλλά…(δεν θέλω και δεν πρέπει να αποκαλύψω περισσότερα).

Το τέταρτο διήγημα έχει τίτλο «Ασύμμετρη μάχη» και είχε δημοσιευτεί αρχικά στο περιοδικό «Σταφυλή» το 2023. Ο Ελπιδοφόρος Μακρής είναι ένας θεολόγος συντηρητικών πεποιθήσεων, μέτριος σε όλα του, βυθισμένος σε μια ρουτίνα, χωρίς κάποιον έρωτα, χωρίς φιλοδοξίες, ζει πολλές μικρές και μεγάλες ήττες σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο οι οποίες δεν τον αποτελειώνουν, αλλά τον χτυπάνε τόσο όσο χρειάζεται ώστε να μπορεί να συνεχίζει και να χάνει ξανά. Ακόμη και όταν κάποια βραδιά θα νομίσει ότι θα κάνει το μεγάλο κόλπο, ότι θα βγει αυτός ο νικητής στο blackjack ενός καζίνο στην Βουλγαρία, η πραγματικότητα θα τον προσγειώσει απότομα.

Το πέμπτο διήγημα έχει τίτλο «Καλύπτρα προσώπου». Η Έλενα Φερεντζέ είναι μια συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και σε κάποιο σταυρόλεξο ενός περιοδικού θα μπει το όνομά της ως «Ελένη Φερετζέ». Αυτό και μόνο θα είναι μια καταξίωση για την ίδια, θα το μοιραστεί με τους «φίλους» της στα κοινωνικά δίκτυα και θα γευτεί την εφήμερη δόξα η οποία την ικανοποιεί περισσότερο από την πραγματικότητα, η αφαίρεση ενός «ν» από το επίθετό της, από λάθος, θα είναι για αυτήν η σανίδα σωτηρίας, η καβαφική «μια κάποια λύσις».

Το έκτο διήγημα έχει τίτλο «Φυγάς» και είναι ίσως το πιο αγαπημένο μου. Σημειώνεται ότι είναι υπό δημοσίευση στο περιοδικό «Θευθ», δεν γνωρίζω σε ποιο τεύχος όμως. Πρωταγωνιστής ο Γιώργος Τσίγκος, ένας άνθρωπος που αναγκάστηκε να γίνει πολιτικός μετανάστης και να εγκατασταθεί στην Σόφια κυνηγημένος για τις ιδέες του, θα βιώσει την συντριβή του κομμουνισμού και την αλλαγή των πάντων γύρω του, αλλά αυτός θα μείνει πιστός στα πιστεύω του. Στο μυαλό μου διαβάζοντας το διήγημα μού ήρθε το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη «Κι ήθελε ακόμη» και κυρίως το κομμάτι που δεν μελοποιήθηκε από τον Μικρούτσικο: «Εκεί, προσεχτικά, σε μιά γωνιά, μαζεύω με τάξη, – Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο – Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω – Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω – Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω. – Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.»

Το έβδομο διήγημα έχει τίτλο «Ο Grealish και η τριχόπτωση» και είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Θευθ το 2024. Ένας μάλλον μεσήλικας θα ψάξει να βρει μια ανανέωση ζητώντας από τον κομμωτή του να τον κουρέψει όπως τον ποδοσφαιριστή Grealish. Είναι αλήθεια τόσο απλό να αλλάζεις και να μετατρέπεσαι σε κάτι άλλο ή η πραγματικότητα σε προσγειώνει απότομα και ακολουθεί η απογοήτευση;

Το όγδοο διήγημα έχει τίτλο «Θεοξένη». Σε μια επίσκεψή του στο γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Σουρωτή, ο πρωταγωνιστής μας θα ερωτευτεί μια δόκιμη μοναχή. Καθώς η μοναχή έχει πάρει όρκο σιωπής, ο πρωταγωνιστής μας μένει μόνο με την εικόνα της και στο μυαλό του την εξιδανικεύει. Και εδώ όμως η πραγματικότητα έρχεται να γκρεμίσει αυτά που η φαντασία μας δημιουργεί.

Το ένατο διήγημα έχει τίτλο «Το σύνθημα» και είχε δημοσιευτεί αρχικά στο blog του συγγραφέα το 2025. Ένας οδηγός ταξί έχει για συντροφιά στην ζωή του τρία πράγματα, το ποτό, τον ΠΑΟΚ και τον Βασίλη Καρρά. Ο θάνατος του τραγουδιστή θα τον βάλει σε σκέψεις για το σύνολο της ζωής του, το τι κατάφερε και πού απέτυχε. Ένα σύνθημα της κερκίδας σε κάποιον αγώνα θα γίνει και δικό του προσωπικό μότο.

Το δέκατο διήγημα έχει τίτλο «Δάκρυα». Ένας ενενηντάρης συγγραφέας ζει μόνος, παρατημένος από συγγενείς και φίλους, μόνη του παρέα η Σταυρούλα, μια γυναίκα που του καθαρίζει και του φροντίζει το σπίτι, του διαβάζει συγγραφείς που αγαπούσε και έχουν μια επικοινωνία, την μόνη για αυτόν.

Το ενδέκατο διήγημα έχει τίτλο «Το εμπόδιο της ζωής του» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος το 2021. Πού βρίσκει την δύναμη ο Οδυσσέας Τσελέπης να ξεπεράσει ένα εμπόδιο που στα μάτια του μοιάζει αξεπέραστο; Και πώς αυτό βρίσκει εφαρμογή και σε άλλες στιγμές της ζωής μας;

Το δωδέκατο διήγημα έχει τίτλο «Glory, glory Man United!» και είχε δημοσιευτεί στην Book Press το 2024. Ανήκει και αυτό στα αγαπημένα μου. Δύο παιδικοί φίλοι θα συναντηθούν από τύχη μετά από χρόνια, ο καθένας ακολουθεί την δική του ζωή με τα προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά θα αναζητήσουν την επιστροφή στην αθωότητα εκείνων των παλαιών χρόνων, ένα απόγευμα αφιερωμένο στους εαυτούς τους.

Το δέκατο τρίτο διήγημα έχει τίτλο «Δέκα βήματα στην άμμο» και είχε δημοσιευτεί στην Book Press το 2019. Επίσης από τα διηγήματα της συλλογής που προσωπικά μου άρεσαν πολύ. Ο τίτλος αναφέρεται στο γνωστό μαγαζί που λειτουργούσε κατά την δεκαετία του ’80 στην οδό Φλέμιγκ και το οποίο είχε γράψει ιστορία στην νυχτερινή ζωή της πόλης (νομίζω πως το αναφέρει και ο Κοροβίνης στο βιβλίο του «Όμορφη Νύχτα», αλλά δεν το έχω μπροστά μου τώρα για να το τσεκάρω). Ο πρωταγωνιστής θα θυμηθεί το μαγαζί το οποίο είχε συνδέσει με τα νιάτα του και με έναν έρωτα μεγάλο, που όμως δεν προχώρησε.

Το δέκατο τέταρτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής έχει τίτλο «Χάδια» και είχε δημοσιευτεί και αυτό στο προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα. Σε μια ζωή που μοιάζει να μαραζώνει, ο πρωταγωνιστής μοιάζει να βρίσκει δύναμη στα μαγικά του «Ντέλια» και στην συντροφιά μιας γάτας.

Τι είναι λοιπόν αυτό το δωμάτιο που αναζητούν οι πρωταγωνιστές; Για κάποιους είναι στην κυριολεξία ένας χώρος, ένα καταφύγιο όπου θα νιώθουν ασφαλείς. Για κάποιους άλλους αποκτά μεταφορική σημασία, είναι η σκέψη στο μυαλό και η δημιουργία μιας πραγματικότητας στην οποία μέσα θα χωράνε καθώς ο κόσμος τριγύρω τους δεν μπορεί να τους αποδεχτεί για αυτό που είναι. Είναι ο έρωτας που αυτήν την φορά θα ανταποκριθεί, η αναγνώριση που αυτήν την φορά που θα έρθει, ο θρίαμβος που αυτήν την φορά είναι σίγουρος.

Ένα από τα αξιοσημείωτα της συλλογής είναι η παρουσία του ποδοσφαίρου σε τέσσερα από τα έργα. Επίσης σε τρία από τα διηγήματα μέρος της δράσης εξελίσσεται στην Σόφια της Βουλγαρίας. Για το πώς το ποδόσφαιρο επηρεάζει τις μάζες και άρα και τις ζωές κάποιων πρωταγωνιστών έχουν γραφτεί πολλά, πάντως εδώ δεν έχουμε τον στείρο οπαδισμό, αλλά την αγάπη για την ομάδα και την ομορφιά του αθλήματος που προσφέρουν κάποιοι παίκτες.

Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος δράσης πολλών διηγημάτων, αλλά δεν πρωταγωνιστεί στις ιστορίες. Χαριλάου, Λαγκαδάς, Σουρωτή, Τριανδρία, 25ης Μαρτίου είναι μερικά από τα μέρη όπου θα δούμε τους ήρωές μας.

Προσωπικά η συλλογή μού άρεσε και κάποια από τα διηγήματα τα απόλαυσα περισσότερο. Ο Γούτας ακολουθεί την ρεαλιστική φόρμα και ξέρει να διηγείται ιστορίες, βρίσκει την λογοτεχνική χροιά στην καθημερινότητα και στην ρουτίνα, δεν φτιάχνει υπερήρωες. Στο τέλος του βιβλίου πιστεύω πολλοί θα αναρωτηθούν αν έχουν οι ίδιοι ένα δικό τους τέτοιο δωμάτιο.

 

Γιάννης Μπασαγιάννης

Vivlioniki

8 / 5 / 2026


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Η μελωδία των αγαλμάτων-πρόσκληση παρουσίασης στον Ιανό

 



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

Η παρουσίαση του τελευταίου μυθιστορήματός μου Η μελωδία των αγαλμάτων (εκδ. Βακχικόν) θα γίνει στον Ιανό Θεσσαλονίκης (Αριστοτέλους 7), την Τρίτη 19 Μαΐου, στις 7 το απόγευμα. Σας περιμένω να τα πούμε από κοντά. Περισσότερες πληροφορίες στην πρόσκληση που ακολουθεί.




Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Φωτογραφίες και εισήγηση στην εκδήλωση της ΔΕΒΘ

 



ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΒΘ


Η συμμετοχή μου στην 22 Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης ήταν η παρουσία μου στο τραπέζι πεζογραφίας και η παρουσίαση του μυθιστορήματός μου Η μελωδία των αγαλμάτων (εκδ. Βακχικόν). Η σύντομη περίληψη που ανέγνωσα ήταν η παρακάτω:

֎

Τρεις παλιές συμφοιτήτριες της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων, η Ελπίδα, η Άσπα και η Ολυμπία συναντιούνται πολλά χρόνια μετά και ανταλλάσσουν τις εμπειρίες της ζωής τους σ’ ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης, τον «Ερμή ανάδρομο». Παράλληλα κι άλλα πρόσωπα, θαμώνες του μπαρ, παρεισφρέουν στην αφήγηση και εμπλέκονται στις ζωές τους. Χρονικά θα οδηγηθούμε μέχρι τις κόρες των τριών φιλενάδων, που κι αυτές, στο σήμερα πλέον, διατηρούν τη συνήθεια των μητέρων τους να συναντιούνται σε καφέ-μπαρ και να εξομολογούνται τις περιπέτειές τους.

Το βιβλίο Η μελωδία των αγαλμάτων είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που ως πυρήνα της ύπαρξής του εμπεριέχει μνήμες της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Ξεκίνησε να γράφεται την πρώτη δεκαετία του 2000. Τα στέκια της εποχής, η μουσική, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική, η ψυχανάλυση, τα οράματα της Αριστεράς που δεν είχαν ακόμη ξεφτίσει, όλα είναι ενσωματωμένα οργανικά στην αφήγηση. Το βιωματικό μέρος του βιβλίου αποτελεί μόνο η εξοικείωσή μου με την ατμόσφαιρα των παλιών μπαρ της πόλης, όλα τα άλλα είναι μυθοπλασία.

Ο Σεφέρης κάποτε είχε γράψει έναν στίχο που πρόλαβε να γίνει σύνθημα στους τοίχους αυτής της πόλης: Γιατί τ’ αγάλματα είμαστε εμείς. Αγάλματα ακινητοποιημένα, λοιπόν, οι ήρωες και οι ηρωίδες του μυθιστορήματος, περιμένουν ένα νεύμα, μια παρότρυνση, μια αρχική κίνηση και φράση του συγγραφέα για να τεθούν σε δράση, για ν’ αποκτήσουν παλμό και υπόσταση.

Π. Γ.


                                                            φωτογραφίες εκδήλωσης






https://www.facebook.com/100063917714994/posts/pfbid01AcPqjwP5YubBwhSbrtxP9xnUdFnpm1CHgqequafTar9FhyGXPPjo23bKBL3pCvrl/

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Στρογγυλό τραπέζι πεζογραφίας στη ΔΕΒΘ-εκδ. Βακχικόν

 


 

ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΣΤΗ ΔΕΒΘ

 

Το Σάββατο 9 Μαΐου, στο περίπτερο 12 της ΔΕΒΘ, στην αίθουσα Mario Vitti, θα συμμετάσχω σε στρογγυλό τραπέζι πεζογραφίας των εκδόσεων Βακχικόν για το μυθιστόρημά μου Η μελωδία των αγαλμάτων. Σήμερα μίλησα σε βιντεάκι για το βιβλίο μου στο περίπτερο του Βακχικόν και διάβασα ένα μικρό απόσπασμα. Μπορείτε να τα παρακολουθήσετε στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση.



https://www.facebook.com/vakxikonpublications/?locale=el_GR

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Voyage, voyage-Δαλματία-Αδριατική

 


 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎




 

ΔΑΛΜΑΤΙΑ-ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ

 

Ανεμογεννήτριες παντού σε παραθαλάσσια υψώματα κατά μήκος της Αδριατικής. Από τις ακτές της Αλβανίας, του Μαυροβουνίου, της Κροατίας, της Βοσνίας μέχρι ψηλά, την Τεργέστη και τις βόρειες ακτές της Ιταλίας. Χιλιάδες αενάως περιστρεφόμενοι εσταυρωμένοι που, παραδόξως, έγιναν αποδεκτοί από τους ορθόδοξους, τους καθολικούς και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.

                                           


Στέκομαι μπροστά από το παλιό βιβλιοπωλείο του ποιητή Ουμπέρτο Σάμπα, στην Τεργέστη. Εμβληματικό σημείο της πόλης, εδώ έζησε και σύχναζε και ο Τζέιμς Τζόυς· άγαλμα του κοσμεί το παραλιακό μέτωπο της πόλης. Και του Σάμπα υπάρχει άγαλμα, λίγο πιο μακριά, κοντά στο βιβλιοπωλείο του. Στην Ιταλία τους λογοτέχνες τους κάνουν αγάλματα και τους σέβονται. Στην πατρίδα μου μνημονεύουν τα ονόματά τους μόνο αφού έχουν πεθάνει.

                                           

Στο νησάκι Λόκρουμ, έξω από το Ντουμπρόβνικ, δίπλα στο παλιό μοναστήρι των Βενεδικτίνων μοναχών, υπάρχει μια παραλία γυμνιστών. Η γύμνωση του σώματος και η γύμνωση της ψυχής σ’ ένα ανεπανάληπτο κοντράστ, σκέφτηκα ακούγοντας τον ξεναγό, στον περίπλου του μικρού νησιού, να μου μεταφέρει αυτή την απίθανη πληροφορία.

                                           


Μπροστά στο παλάτι (παλάτσο) του 17ου αιώνα της οικογένειας του λογοτέχνη Πίμα, στο Κότορ του Μαυροβουνίου, ρεμβάζει ένας σκύλος. Ακούει από τον ξεναγό λεπτομέρειες για την ιστορία του χώρου και κουνάει ζωηρά τα αυτιά του προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Αναρωτιέμαι αν αυτή η προσήλωση του συμπαθέστατου τετράποδου στον ξεναγό οφείλεται στη φιλομάθειά του ή επειδή διακατέχεται από λογοτεχνικές ανησυχίες.

                                              


Ο Μάριν Ντζιτς θεωρείται ο μεγαλύτερος αναγεννησιακός κωμικός συγγραφέας της Κροατίας. Στο χάλκινο άγαλμα του στην παλιά πόλη του Ντουμπρόβνικ περνούν διάφοροι τύποι και του πιάνουν τη μύτη μήπως και κλέψουν κάτι από την ευφυΐα και το ταλέντο του. Η μύτη του αγάλματος έχει ασπρίσει από τις αναρίθμητες, απεγνωσμένες αφές των τουριστών και η όψη του συγγραφέα έχει αποκτήσει κάτι το κωμικό. Σκέφτομαι πως άγαλμα και συγγραφικό έργο, στην προκείμενη περίπτωση, έχουν σύζευξη αρμονική, ένα δέσιμο μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Παράλληλα επιβεβαιώνουν τη ρήση του θυμόσοφου λαού: Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!

                                             

Στον πόλεμο της Κροατίας με τη Σερβία  εκατοντάδες ορθόδοξοι ναοί και σέρβικα αντιφασιστικά μνημεία καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Κροάτες. Από την άλλη, οι Σέρβοι βομβάρδισαν ανηλεώς καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της μεσαιωνικής πόλης του Ντουμπρόβνικ. Ο συμβολισμός είναι ολοφάνερος: Στον πόλεμο δεν στοχοποιούνται εκατέρωθεν μόνο οι στρατιωτικές υποδομές, ούτε καν μόνο οι αθώοι πολίτες. Στοχοποιείται κυρίως η ιστορική μνήμη αλλά και η θρησκεία των λαών.

                                              


Στον ναό του Αγίου Ιγνατίου, του Ιησουΐτη, στο Ντουμπρόβνικ, πρόσεξα πως μια ηλικιωμένη γυναίκα του γκρουπ έμοιαζε καταπληκτικά με την πεθαμένη θεία μου, τη Θεοδοσία. Θυμήθηκα ακαριαία πως, όσο ζούσε, η Θεοδοσία κατηγορούσε (δικαίως; αδίκως;) έναν εργολάβο στου Χαριλάου, τη δεκαετία του εβδομήντα, πως την έκλεψε τάχα μέτρα στο συμβόλαιο, στο διαμέρισμα που απέκτησε την περίοδο της αντιπαροχής, αποκαλώντας τον περιφρονητικά «Ιησουΐτη». Κι ας αγνοούσε η ίδια παντελώς τον Ιγνάτιο Λογιόλα και το θρησκευτικό του τάγμα. Χαμογέλασα στην ανάμνηση αυτού του περιστατικού κι άναψα στον ναό ένα  κεράκι ρεσό στη μνήμη της.

                                             


Έχουμε συνηθίσει στην ορθόδοξη εικονογραφία τον μικρό Ιησού μονίμως στην αγκαλιά της Παναγίας ως σκηνή αποκλειστική και αδιαπραγμάτευτη. Στον καθεδρικό ναό του Ντουμπρόβνικ υπάρχει ο πίνακας «Ο Άγιος Ιωσήφ και το θείο βρέφος», φιλοτεχνημένος το 1640 από τον Ιταλό ζωγράφο  Guido Reni σε λάδι και μουσαμά. Η πατρική φιγούρα του Ιωσήφ και η τρυφερότητα που αποπνέει η μορφή του δίνουν άλλη προέκταση και διάσταση στη θεία οικογένεια. Ο μικρός Ιησούς δεν εγκολπώνεται μονίμως και αενάως από τη μητέρα του την Παναγία, υπάρχει, πλέον κι ένας πατέρας στη υπόθεση. Ασχέτως αν αυτός ο τελευταίος υπήρξε αφανής και αόρατος. Ασχέτως, εντέλει, αν το θείο βρέφος προέκυψε από μία παρθένα γυναίκα κι από έναν κρίνο.

                                               

Αν στην αρχαία Αίγυπτο οι γάτες λατρεύονταν ως θεότητες, αν στην Κωνσταντινούπολη ραχατεύουν ελεύθερα σε κάθε γειτονιά και κάθε σοκάκι της, στο Κότορ έχουν κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη των κατοίκων του. Εκτός του Μουσείου της γάτας που λειτουργεί αδιάλειπτα, οι κάτοικοι του τις φροντίζουν και τις ταΐζουν καθημερινά τοποθετώντας μερίδες φαγητού σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Λένε πως πολλοί ναυτικοί της περιοχής εξοικείωσαν τους κατοίκους του Κότορ με αυτά τα αιλουροειδή φέρνοντας τις γάτες των καραβιών στα σπίτια τους, όμως μάλλον κάποιο βαθύτερο χρέος υποφώσκει σε αυτή τη φροντίδα και εκτίμηση. Μήπως επειδή τον καιρό της πανούκλας, κατά τον Μεσαίωνα, οι γάτες γλίτωσαν πολλούς κατοίκους της πόλης τρώγοντας τα ποντίκια; Μήπως αυτή η προσφορά των γατών στην πόλη πέρασε στο γονίδιο των κατοίκων της και προστατεύουν μέχρι σήμερα τους νωχελικούς "επιγόνους" των σωτήρων τους;

                                             

Αντικρίζω τον Στύλο της ντροπής (ή αλλιώς πυραμίδα του όνειδος) μπροστά από τον Πύργο του ρολογιού, στην παλιά πόλη του Κότορ, και αναλογίζομαι πόσοι αθώοι άνθρωποι στήθηκαν μπροστά σ’ αυτό το φριχτό μνημείο εξευτελισμού και αναξιοπρέπειας του Μεσαίωνα για να αντιμετωπίσουν τη μισαλλοδοξία, την αμάθεια και τις προκαταλήψεις τού εκάστοτε πλήθους που, ωρυόμενο, τους λοιδορούσε και τους διαπόμπευε.

                                              





Το πηγάδι Καραμπανά, στην ομώνυμη πλατεία του Κότορ, ήταν τον 17ο αιώνα σημείο συνάντησης πολιτών, κοινωνικής συναναστροφής και κουτσομπολιού. Πολλοί, περνώντας από εκεί, πετούσαν διπλωμένα χαρτάκια όπου έψεγαν συμπολίτες τους ή αποκάλυπταν τις ερωτικές τους ατασθαλίες. Ο κόσμος από τότε άλλαξε και εκσυγχρονίστηκε, αλλά, στην ουσία, δεν καλυτέρεψε. Σήμερα, κάτι αντίστοιχο με το πηγάδι του Κότορ κάνουν το φεις μπουκ, οι αναρτήσεις του διαδικτύου και τα ελαφρά τηλεοπτικά προγράμματα πρωινής ζώνης. Τους ίδιους ακριβώς σκοπούς με το πηγάδι του Κότορ εξυπηρετούν.

                                              

Στα σύνορα της Κροατίας με το Μαυροβούνιο, οι συνοριοφύλακες του Μαυροβουνίου έκαναν επί μία ώρα φύλλο και φτερό το ακριβό αυτοκίνητο νεαρού Κροάτη, ψάχνοντας παράνομο φορτίο ή ουσίες, ενώ στο δικό μας πούλμαν που ακολουθούσε από πίσω όχι μόνο δεν ψάξανε για λαθραία, ούτε καν τσεκάρανε καλά καλά τις ταυτότητες μας. Δεν έχουν ξεχάσει προφανώς τα κομμένα κεφάλια των συμμάχων τους, των Σέρβων, τα εκατοντάδες εκείνα κεφάλια με τα έκπληκτα ορθάνοιχτα μάτια, τα κομμένα από κροατικά χέρια και ριγμένα στον ποταμό Σάβο, για να φτάσουν από τη ροή των υδάτων του, προς εκφοβισμό, μέχρι το Βελιγράδι.

                                               

Μπούτβα, η αρχαία ελληνική Βουθόη. Κότορ, το αρχαίο Ασκρήβιον. Σπλιτ, ο αρχαιοελληνικός Ασπάλαθος. Ελαφονήσια, το σύνολο των μικρών νησιών της Κροατίας, κατοικήσιμα πρώτα απ’ τους αρχαίους προγόνους μας. Και πόσες, πόσες ακόμη πόλεις και πόσα νησιά σε αυτό το κομμάτι της Ευρώπης! Φωνάζουν όλα τους μέχρι σήμερα με μία φωνή: από εδώ κάποτε πέρασαν Έλληνες!

                                            

                               

                                 


                                                                                   Μάιος 2026



Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης-επέτειοι

 




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(29 Απριλίου 1863-29 Απριλίου 1933)

 

Επέτειος σήμερα της γέννησης αλλά και του θανάτου του κορυφαίου ποιητή μας Κωνσταντίνου Π.  Καβάφη, που χάρη στην ποιητική του ευφυία και στο ταλέντο του κατόρθωσε να σπάσει τα στενά πλαίσια της χώρας και να γίνει παγκόσμιος. Προς τιμήν αυτής της διπλής επετείου αναδημοσιεύω κείμενό μου για τα κρεββάτια στην υψηλή ποίησή του.

֎

 

…ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΑΣΑ ΣΤΕΣ ΚΛΙΝΕΣ ΤΩΝ

(τα κρεββάτια στην ποίηση του

Κωνσταντίνου Π. Καβάφη)

 

Η ερωτική διάσταση των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη σαφέστατα υπήρξε σημαντικότερη της φιλοσοφικής και ιστορικής διάστασής τους. Άλλωστε γι’ αυτήν ακριβώς την απαγορευμένη και τολμηρή πτυχή της ζωής του (ή της γραφής του) ο ποιητής λοιδορήθηκε και εμπαίχτηκε ακόμα κι από τους λεγόμενους προοδευτικούς κύκλους της διανόησης – οι συντηρητικοί κύκλοι, πάλι, την αποσιώπησαν αναίσχυντα επί πολλά χρόνια. Κι όμως το ερωτικό στοιχείο στον Καβάφη έχει μπολιάσει κι έχει διαπεράσει ακόμα και τα φιλοσοφικά και τα ιστορικά του ποιήματα. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, στον πρόλογο μιας ανθολόγησης ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού (Ερωτικά ποιήματα, Κ. Καβάφη, εκδόσεις Ερατώ, 1984, σελ. 14) επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Η Ιστορία του Καβάφη δεν είναι οι πόλεμοι των ελληνιστικών χρόνων αλλά η Ιστορία μιας επιθυμίας. Η Φιλοσοφία του Καβάφη δεν είναι μόνο ο εκλεπτυσμένος απόηχος των Σοφιστών, αλλά κυρίως μια φιλοσοφία ερωτική.»

Στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη δεσπόζει η κάμαρη, άλλοτε άδεια και μικρή αλλά με έντονο φωτισμό, άλλοτε κρυφή, άλλοτε πτωχική και πρόστυχη, άλλοτε υποφωτισμένη από τον ήλιο του απογεύματος, άλλοτε φωτισμένη μόνο από ένα κερί, άλλοτε μεγάλη που φιλοξενεί τον πεθαμένο Μύρη. Και μέσα στις κάμαρες, εξαίσιες κλίνες και κρεββάτια ερωτικά. Γιατί οι νέοι του Καβάφη –είκοσι, είκοσι δύο, το πολύ είκοσι τεσσάρων χρονώ– στις κλίνες επάνω είναι ξαπλωμένοι με ηδυπάθεια. Ή, στην ίδια ακριβώς ηλικία, πεθαίνουν.                                                 

μερικοί στίχοι του Κ. Καβάφη

     1)  Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές

     κι  ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.

     2)  Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι

          είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη

          τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης.

 3)   Απ’ τα παράθυρα που αφίσαμεν ολάνοιχτα,

           τ’ ωραίο του σώμα στο κρεββάτι φώτιζε

           η σελήνη.

      4)   Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,

           σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμεν,

           σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

   5)   Σώμα, θυμήσου όχι μόνο

           το πόσο αγαπήθηκες,

    όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες.

      6)   Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

           που αγαπηθήκαμε τόσες φορές

           . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

          πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά.

      7)  και καθώς βαδίζουνε κάπως ανήσυχα

          στο δρόμο, μοιάζει  σαν να υποψιάζονται

          που κάτι επάνω των προδίδει

          σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου

 8) με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα

          για κρεββάτι

που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική

      9) έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής

     10) Σαν νόμιζε που λίγο είχ’ αποκοιμηθεί,

          έπεφτεν ως αλλόφρων στης κλίνης μου

          το άκρον.

  11) Σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο

          με κοραλλένιους αετούς, βαθυά  κοιμάται

  ο Νέρων –ασυνείδητος, ήσυχος κ' ευτυχής

          ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,

          και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

                          

οι εξαίσιες κλίνες του ποιητή

Ο Καβάφης είναι ο ποιητής της ερωτικής αναπόλησης (ιδίως στα ποιήματα που έγραψε σε προχωρημένη ηλικία), και απαραίτητο αξεσουάρ –ή καλύτερα ντεκόρ– των ποιημάτων του αποτελούν οι κλίνες και τα κρεββάτια. Η λέξη κρεββάτι, όταν χρησιμοποιείται, είναι γραμμένη πάντα με δύο βήτα. Τα δύο αυτά γράμματα βρίσκονται ακριβώς στη μέση της λέξης και κάποιος ευφάνταστος αναγνώστης που θα επηρεαζόταν από τους στίχους του κορυφαίου ποιητή, θα αναπολούσε ένα σύμπλεγμα ομοερωτικό. Ένας σύγχρονος του Καβάφη ποιητής, που γράφει τη λέξη κρεββάτια με δύο βήτα, είναι και ο Γιώργος Βαφόπουλος, όμως μόνο ένα από τα κρεββάτια του τελευταίου είναι ερωτικό –τα υπόλοιπα είτε αποθεώνουν το θάνατο είτε είναι κρεββάτια μοναξιάς.

Τα κρεββάτια του Μεγάλου Αλεξανδρινού είναι στα ποιήματά του αντανακλάσεις των ερωτοπαθών ρεμβασμών και αναπολήσεών του. Κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό των ερωτικών του μόνο ποιημάτων  –κι όχι του καβαφικού corpus– εντόπισα συνολικά επτά (7) κρεββάτια και τέσσερις (4) κλίνες. Τα κρεββάτια και οι κλίνες φωτίζονται από ωραία σώματα ηδυπαθών νέων που του προκαλούν το ερωτικό ενδιαφέρον και διεγείρουν την ερωτική έξαψη (περ. 2, 3, 4, 7, 8, 9, 10, 11). Σε τέσσερις, μάλιστα, περιπτώσεις (περ. 2, 3, 4, 5) ο προσεχτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει πως «σώμα» και «κρεββάτι» αποτελούν ένα αναπόσπαστο σύνολο, σε τέτοιο βαθμό που η αναφορά της μιας λέξης να γεννά την προσδοκία της δεύτερης. Αλλού η περιγραφή της κλίνης ή του κρεββατιού είναι πιο χαρακτηριστική με τη χρησιμοποίηση επιθέτων ή με τον προσδιορισμό του υλικού κατασκευής (περ. 11). Κι εδώ, πάλι, υπονοείται η ερωτική έξαψη (λαϊκό, ταπεινό κρεββάτι, εξαίσια κλίνη).

Ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης, σε κείμενό του στο περιοδικό «ο Παρατηρητής» (1989, τεύχη 11-12) που έχει τίτλο ο «Κοινωνικός Καβάφης», σχολιάζει πως ο στίχος «λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι» δεν προσδιορίζει την κοινωνική προέλευση των εραστών, αλλά αξιοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στο «ταπεινό και πρόστυχο» περιβάλλον και στα «χείλη τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης». Επίσης, βρίσκει αντίθεση (και αντίφαση;) στα μοντέλα των πλούσιων νέων των ποιημάτων «Σημείωμα 1908» και «Τα βήματα». Ενώ στο πρώτο ποίημα οι νέοι του Καβάφη είναι αρρωστιάρηδες, φυσιολογικώς βρόμικοι, με πάχητα, πρησμένα ή ζαρωμένα μούτρα, στο δεύτερο ποίημα, ο Νέρων κοιμάται βαθιά σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο με κοραλλένιους αετούς κι είναι ακμαίος, εύρωστος και σφριγηλός (περ. 11). Και να σκεφτεί κανείς πως τα ποιήματα έχουν διαφορά ενός μόλις χρόνου.

Σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε εντοπισμό του κρεββατιού μέσα στο χώρο (στην κάμαρη) χωρίς χρήση επιθέτων αλλά με ακρίβεια, σαφήνεια και λεπτομέρεια (περ. 6α, 6β).

Μόνο σε μια περίπτωση η λέξη κρεββάτι υποδηλώνει την ερωτική πράξη, με συνεκδοχική χρήση της λέξης ( «με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτι», περ. 8).

Τα «κρεββάτια» και οι «κλίνες» στον Καβάφη είναι άμεσα συνυφασμένα με την ερωτική διάθεση του ποιητή. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει απογυμνωμένο το αίσθημα της μοναξιάς (κρεββάτια μοναξιάς), το όνειρο ούτε θα συναντήσουμε κρεβάτια πόνου ή θανάτου. Ακόμα και σε ποιήματα που έχουμε περιγραφές σε κάμαρες νεκρών φίλων, αγαπημένων ή άγνωστων νεαρών, δεν υπάρχει πουθενά η λέξη κλίνη ή κρεββάτι. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το ποίημα «ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 Μ. Χ.». Μέσα σε εβδομήντα στίχους, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν τον χώρο όπου ο Μύρης κείτονταν πεθαμένος, η λέξη κάμαρη αναφέρεται μόνο μία φορά, ενώ οι λέξεις κρεββάτι ή κλίνη καθόλου.

Τα κρεββάτια του Καβάφη είναι φορτωμένα από ερωτική αναπόληση και ηδυπάθεια. Είναι, ίσως, τα κομψότερα και πιο αισθησιακά κρεβάτια της ελληνικής ποίησης.

Όσο για τον Καβάφη… Όσο εξαίσιες ήταν στα ποιήματά του οι κλίνες του, τόσο εξαίσια ήταν και η τέχνη του. Όσο ακμαίοι, εύρωστοι, σφριγηλοί κι ερωτοπαθείς ήταν στους στίχους του οι νέοι που πλάγιαζαν σε κλίνες και σε κρεββάτια, τόσο υπέροχη και μοναδική ήταν η ποίησή του. Μια ποίηση που τον αναγόρευσε παγκόσμιο ποιητή, τον έκανε αποδεκτό στα πέρατα της οικουμένης, και που θα προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό στην ανθρωπότητα για πολλά χρόνια ακόμη.

 

[το κείμενο αποτελεί απόσπασμα ευρύτερης μελέτης μου με τίτλο «Το κρεβάτι στη νεοελληνική ποίηση»· πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, τχ. 147, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010 (αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη, σε επιμέλεια Διονύση Στεργιούλα· συμπεριλαμβάνεται επίσης στο βιβλίο μου Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011), Νησίδες, 2011]

Π. Γ.

 

 

 

 

 

 




Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Επί του πιεστηρίου-Η μελωδία των αγαλμάτων

 


(Επί του πιεστηρίου

Η μελωδία των αγαλμάτων)

 

 



Πριν σχολιάσω το νέο μου βιβλίο, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει στα μέσα Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν, με φιλολογική φροντίδα της επιμελήτριας εκδόσεων Χρυσάνθης Ιακώβου και γραφιστική υποστήριξη του Στράτου Προύσαλη, θα πρέπει πρώτα να σας μιλήσω για τη σχέση μου με τα μπαράκια της πόλης, τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και τη μουσική που, τότε, άκουγα, γιατί αυτά πιστεύω πως αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης και τη γενεσιουργό αιτία της συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος.

Στη «Σελήνη», λοιπόν, δεκαεπτά χρονών πρωτάκουσα τους A priori. Ελληνική τζαζ-ροκ, στα καλύτερά της.

Στο «Εναλλάξ», επί της Προξένου Κορομηλά, πηγαίναμε με τον Θανάση για ποτά, τρία εκείνος, ένα εγώ. Πολύ Talking heads και Cure στα ηχεία, τσιγάρα και διάχυτος ερωτισμός.  Ουίσκι με ντραμπουΐ ή ρούμι, κλεφτές ματιές από τα δίπλα τραπέζια, φλερτ, υπονοούμενα, χαμηλός φωτισμός.

Στον «Δον Κιχώτη» φροϋδικές αναλύσεις με την παρέα και συζητήσεις για κινηματογράφο. Φασμπίντερ, Γούντι Άλεν και Νίκος Αλευράς. Πέφταν οι σφαίρες της νιότης μας σαν το χαλάζι, κατά τον τίτλο της ταινίας του σκηνοθέτη.

Για τις ταινίες του Κολάτου, του Τάσιου, του Παναγιωτόπουλου και τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του Β εξώστη υπήρχε το «Φλου», πίσω από το «Ντορέ», και, λίγο μετά, το «Vertigo», στο ίδιο περίπου σημείο.

Στο «Λούκι Λουκ» βελάκια στον τοίχο, Doors και καμιά μπύρα, στο χαλαρό, πριν το βραδινό τοστ στον «Ρωμιό» ή την κρέπα του «Snupy».

Στο «Μπανάλ» του Ηρακλή πηγαίναμε τα Σάββατα, με τους κολλητούς, να χαζέψουμε τις τρανς με τα τακούνια και τις περούκες. Κάποιες κούκλες. Εκεί πρωτάκουσα Lou Reed, το «Transformer», κι εκστασιάστηκα. Πήγα την επόμενη μέρα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς μου και μου το έγραψαν σε εξηντάρα κασέτα χρωμίου, μάρκας TDK. Σήμερα το έχω και στις τρεις ηχητικές εκδοχές του (κασέτα, βινύλιο, σιντί) και το ακούω ακόμη.

Περνούσαμε κι από το «Μικρό καφέ», πίσω από την Ιερά Μητρόπολη, για να συναντήσουμε τον Μαρωνίτη, που ήταν, ήδη, σύμβολο στην πόλη. Όμως δεν τολμούσαμε να τον χαιρετήσουμε ή να του μιλήσουμε, άλλωστε ήταν πάντα με τη δική του παρέα, σοβαρός και απρόσιτος. Ο Χριστιανόπουλος ήρθε λίγο μετά, με τα μικρά του ποιήματα, να τον υποσκελίσει μέσα μας και να μας συνεπάρει.

Πέρασα αρκετά βραδινά και στο «Berlin» του Παπαδόπουλου, του γνωστού στην πόλη ως «Μπερλινά». Άλλοτε μόνος, άλλοτε με παρέα. Ένα βράδυ (θα ήμουν 18 ή 19 χρονών), δίχως  να τον γνωρίζω, βρήκα το θάρρος να του εμφανίσω δύο δικές μου κασέτες χρωμίου και να του ζητήσω να τις παίξει στο ορθάδικό του. Μία με Camel και μία με Eloy. «Τα έχω και τα δύο σε βινύλιο, αλλά δεν βάζω τέτοια» μου είχε πει, αλλά για να μη με απογοητεύσει έβαλε στο πικάπ το «Heroes» του Bowie, που επίσης μου άρεσε. Πού να ήξερα πως από τότε ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες βινυλίου στη χώρα. Από το «Berlin» και ποιος δεν είχε περάσει... Ο Cave, οι Class, οι Cure, ο Ιόλας, η Γώγου, ο Μπίλι Μπο, μέχρι και ο πολύς Βιμ Βέντερς. Πάρτι μέχρι πρωίας, χάπενινγκ, μουσικά λάιβ − δεν αξιώθηκα να τα χαρώ όσο θα ήθελα, γιατί διάβαζα για τις πανελλήνιες και μετά, φοιτητής στην Κομοτηνή, είχα ρίξει μαύρη πέτρα στη γενέτειρα για χρόνια.

Θυμάμαι ακόμα τα συνθήματα και τις γραμμένες ερωτικές εξομολογήσεις στις τουαλέτες του «Berlin» αλλά και του «Εναλλάξ». Συχνά ανορθόγραφες, αλλά με παλμό και αίσθημα.

Στα σαράντα μου χρόνια, ψημένος οικογενειάρχης, βρήκα  απάγκιο στο «Journal» και στο «Γαζία», που κι αυτά περάσαν πλέον στην ιστορία της πόλης. Στο «Γαζία» συμμετείχα αρκετές φορές ως ομιλητής για ποιητικά βιβλία ή λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης σε  βραδινά που διοργάνωνε η Κατερίνα, η ιδιοκτήτρια του χώρου, που ήταν και ηθοποιός. Βέβαια, μεσολάβησαν εντωμεταξύ οι τζαζιές στον «Βελερεφόντη», επί της Βασιλίσσης Όλγας, και αρκετά έντεχνα καφωδεία της πόλης.

Πότε μου δεν άκουσα ρεμπέτικο, αντάρτικα, πολιτικό τραγούδι ή νέο κύμα, ούτε  σύχναζα στα στέκια που ακούγονταν τέτοια τραγούδια. Έντεχνο, πολύ επιλεκτικά, μόνο ό,τι ρόκιζε φανερά ή τζαζόφερνε. Σαββόπουλο άκουγα φανατικά, ό,τι κυκλοφορούσε.

Πρόσφατα, πληροφορήθηκα από ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης  πως  ο «Μπερλινάς» πέθανε. Τα μπαράκια που σας προανέφερα, δεν υπάρχουν, εδώ και χρόνια. Μόνο το «Berlin» επιμένει. Έχω να πατήσω εκεί πάνω από τριάντα χρόνια.

Όσο για το μπαρ «Ερμής ανάδρομος» του υπό έκδοση βιβλίου μου, που τιτλοφορείται Η μελωδία των αγαλμάτων, είναι ένας χώρος μισοπραγματικός και μισοεπινοημένος. Ένα άβατο της μνήμης και της ψυχής, ένα ιερό κατάλυμα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιο από τα μπαράκια του παρελθόντος, που σας προανέφερα. Οι ιστορίες που διαδραματίζονται εκεί, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε προαναφερθέν στέκι. Οι ήρωες θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει αυτούσιοι, με σάρκα και οστά. Ίσως ζουν και ανασαίνουν δίπλα μου, περπατούν στους ίδιους δρόμους που περπατώ, είναι συνομήλικοί μου και αγνοούν παντελώς την ύπαρξη μου. Γράφοντας αυτό το βιβλίο νιώθω πως πέρασα και πάλι από κάποιο αγαπημένο κατάλυμα της δεκαετίας  του ’80, βραδάκι, για ένα ποτό και για να ακούσω την παλιά μουσική. Όχι για να νοσταλγήσω, αλλά για να θρηνήσω, με τον δικό μου τρόπο, μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί, παίρνοντας μαζί της κομμάτια του εαυτού μου.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του το 2007, προστέθηκαν κάποια κεφάλαια το 2013 και ολοκληρώθηκε το 2025 με την προσθήκη του δεύτερου μέρους, που γειώνει όλη την ιστορία στο σήμερα.


απόσπασμα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε στις παρακάτω ηλεκτρονικές διεύθυνσεις:


https://bookpress.gr/prodimosieuseis/elliniki-logotexnia/25549-i-melodia-ton-agalmaton-tou-panagioti-goyta-prodimosiefsi


https://www.facebook.com/vakxikonpublications/?locale=el_GR


Ο Παναγιώτης Γούτας στο καφέ Γαζία,

 το  καλοκαίρι του 2005

(φωτο Γιώργος Γιαννόπουλος)