Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (1)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 


                           

                                                          Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης-Άγιον Όρος



 

ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1)

 

 

Καρυές

 

1

 

Ο γέροντας Ιωσήφ, ο Κατουνακιώτης, πουλάει στις Καρυές μικροτεχνήματα και μετράει το άχρονο παρόν βαρώντας κομποσκοίνι. Μ’ αφήνει να τον φωτογραφίσω μέσα στη ζέστη του Ιούλη με το φθαρμένο του ζωστικό και τα χέρια ενωμένα στην κοιλιά του με παπαδιαμαντική ευλάβεια. Χείλη μονίμως σφραγιστά, μαθημένα στη σιωπή· βλέμμα καθάριο κι ανυπόκριτο.

Βλέπω τη μορφή του, Φλεβάρη μήνα, στην πόλη, και μια αιώρα με λικνίζει ηδονικά μες στης ζωής τον λίβα τον καυτό. Ένα πολύχρωμο καράβι στα βαθιά της ψυχής και του νου μ’ αρμενίζει.

 

 

2

 

Το πανδοχείο βρόμικο και ταπεινό. Δύο μονά σιδερένια κρεβάτια, ένας νιπτήρας, κάτω η αίθουσα του φαγητού. Μια αυτοκόλλητη μυγοσκοτώστρα, κρεμασμένη από την οροφή, παγιδεύει έντομα. Καύσωνας στο Όρος, ιδρώτας και λαχανιάσματα στις μετακινήσεις μας από Μονή σε Μονή. Δίπλα μας πάμπλουτοι μοναχοί με τσακισμένο το εγώ, δίχως δεκάρα στην τσέπη, καβάλα σε γαϊδούρια μάς προσπερνάνε χαιρετώντας μας. Αεράκι ελευθερίας και ταπείνωσης μάς δροσίζει. Ειρηνικό μελτέμι απ’ των γερόντων τις μορφές και του τοπίου τη γαλήνη φυσά στις ψυχές μας.

 

 

Παΐσιος

 

Μιλούσε γι’ αυτόν με θέρμη ένας καθηγητής μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία, κεντρίζοντάς μου την περιέργεια να τον γνωρίσω από κοντά. Πηγαίνοντας το 1992 στο Όρος, δεν έχασα την ευκαιρία.

Περίμενα καρτερικά ένα δίωρο έξω από την καλύβα του, μαζί με εφτά οχτώ ακόμα επισκέπτες. Έλεγαν πως είσαι πολύ τυχερός εάν συναντήσεις τον Γέροντα, έστω να συζητήσεις για λίγο μαζί του. Ήταν, λέει, ένας Άγιος εν ζωή.

Με το που άνοιξε την πόρτα, έπεσα από τα σύννεφα. Ένα απλό, ταπεινό γεροντάκι με μαύρο σκούφο με κεντημένο σταυρό στο κεφάλι, και κάτι παλιά παπούτσια δίχως φτέρνες, ξεπρόβαλε εμπρός μου. Τον κοίταξα καχύποπτα, δεν τον έκοψα για Άγιο, μάλλον τα παραλέγανε οι πιστοί. Ίσως λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά σε μία μερίδα ανθρώπων προκαλώντας τους μαζική υστερία. Ο Έριχ Φρομ κι ο Σίγμουντ Φρόιντ, μέσα μου, τον είχαν υποσκελίσει. Τον ξανακοίταξα προσεχτικότερα. Κρατούσε ένα πιάτο με λουκούμια.

―Πάρτε, φάρμακα, παλικαρόπουλα…, είπε χαμηλόφωνα.

Ύστερα μάς έφερε καμιά δεκαριά κορμούς δέντρων για να καθίσουμε γύρω του.

Άνοιξε κουβέντα με το πλήθος που τον περίμενε. Ενημερωμένος για όλα. Το Ειδικό Δικαστήριο, τον Παπανδρέου, τον δικαστή Κόκκινο. Ύστερα άρχισε να μιλά για τον Χριστό και την Παναγία. Ένας θεολόγος από την Αθήνα ρώτησε αν υπάρχει ακόμα ελπίδα να σωθεί ο κόσμος.

―Πόσες φορές δίνουμε εξετάσεις σ’ όλη μας τη ζωή; του απάντησε με νόημα.

Φεύγοντας, όλοι τον πλησίαζαν να του εξομολογηθούν κάποιο πρόβλημά τους. Δεν είχα τι να του πω, όμως πλησίασα κι εγώ.

―Εσύ, πώς από 'δω; με ρώτησε διαβάζοντας πάνω μου την έλλειψη σοβαρού λόγου για να τον συναντήσω, ίσως και τη δυσπιστία μου απέναντι στο πρόσωπό του.

―Ευλόγησον, γέροντα, του είπα, επιχειρώντας να ασπαστώ το χέρι του.

Το τράβηξε απότομα και δεν πρόλαβα.

―Βρες έναν πνευματικό, βρε αγόρι μου, να μην παιδεύεσαι. Η Παναγιά μαζί σου…, με ξεπροβόδισε.

Ούτε μάγος ήταν ούτε θαυματοποιός. Η ζωή μου δεν άλλαξε που τον συνάντησα. Δεν ξέρω αν κέρδισα απ’ αυτό το πλησίασμα, αν έγινα καλύτερος. Όμως την ηρεμία του προσώπου του και το ανυπόκριτο βλέμμα του τα κράτησα βαθιά μέσα μου σαν φυλαχτό.

 

͌⃰

Πέρασαν χρόνια από εκείνο το μεσημέρι, ο Γέροντας κοιμήθηκε, κι εγώ ψάχνω ακόμα απεγνωσμένα για το θαύμα του. Τα άγχη, οι φιλοδοξίες και τα αδιέξοδα μού χτυπούν τον ώμο ανησυχητικά, ώρες ώρες ανυπόφορα. Ένα βάρος αφόρητο με πιέζει κάποιες στιγμές, με καθηλώνει, μου κόβει τα γόνατα. Ο Φρομ και ο Φρόιντ, παρότι τους έφαγα με το κουτάλι, δεν μου δίνουν, πλέον, λύσεις. Και πώς να προσμένω το θαύμα, όταν η επαφή μου με τα Θεία και την Εκκλησία εξακολουθεί να παραμένει χλομή, σχεδόν αναιμική; Ίσως αν προλάβαινα τότε να του φιλήσω το χέρι… Ίσως αν τον έβλεπα διαφορετικά…

Κλείνω τα μάτια και φέρνω στον νου το παλιό προσκύνημά μου στο Περιβόλι της Παναγίας. Το δύσβατο μονοπάτι, την πυκνή βλάστηση. Την αγωνία και τη λαχτάρα εκείνων που ήθελαν να συναντήσουν τον Γέροντα. Τα βάσανα του κόσμου. Και το πορτάκι ανοίγει. Η μαυροφορεμένη σιλουέτα γλιστρά αθόρυβα με τα λουκούμια στο χέρι. Λόγια ιαματικά, φάρμακα και βάλσαμο ψυχής για τους λαβωμένους των στασιδιών. Η παράξενη λάμψη στα μάτια του Γέροντα. Η ελπίδα στα μάτια των προσκυνητών. Κάτι είχε γίνει εκείνη τη στιγμή στην καλύβα του Γέροντα που δεν είχα, τότε, αντιληφθεί. Κάποια Θεία Κοινωνία συντελέστηκε. Κάτι δύσκολο και απροσδιόριστο στο να εξηγηθεί. Κάτι που έχει να κάνει με τις ψυχές και τα βλέμματα.

Γαληνεύω και μόνο με την ανάμνηση εκείνου του μεσημεριού. Το μυαλό ξεθολώνει, η ψυχή απαλύνεται. Δεκαέξι χρόνια μετά, η αναπόληση, και μόνο, μιας στιγμής μού προκαλεί ανεξήγητη ευφορία. Δεκαέξι χρόνια μετά, το θαύμα επιτέλους ζυγώνει.

1995, 2008

 

[Το αφήγημά μου «Παΐσιος» περιλαμβάνεται στο βιβλίο Από το τραπέζι του Γέροντα Παϊσίου (ανθολόγηση-επιμέλεια Αναστάσιου Ομ. Πολυχρονιάδη), εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη, 2η έκδοση, 2010]


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Σημειωματάριο (1)

 



ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

  

                



(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

 


 

Ο τύπος στο μπαρ δείχνει άνθρωπο που είναι μέτοχος στην επιχείρηση και που όλη τη μέρα περιφέρεται στον χώρο δίχως να κάνει απολύτως τίποτα.


                                          


 

Η εμμονή της αιωνιότητας και ο φόβος του θανάτου.

 


                                                    



(κούριερ με μηχανάκι)

 

Βάζω στο πικάπ δίσκο της τζαζ, σε μέτρια ένταση, με κλειστά παράθυρα. Στην πιλοτή του διπλανού διαμερίσματος έχει παρκάρει κούριερ με μηχανάκι. Έχοντας αφήσει αναμμένη τη μηχανή ο υπάλληλος ψάχνει στα κουδούνια να παραδώσει δέμα. Το μούγκρισμα της μηχανής του διαπερνά το παράθυρο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το μαγικό σόλο του πιανίστα. Δεν έχω το δικαίωμα να του κάνω παρατήρηση. Νόμιμος εργαζόμενος είναι, βιάζεται να προλάβει τις παραδόσεις του, φορά επιπλέον και κράνος στο κεφάλι για προστασία. Τον κοιτάζω από το παράθυρο κι απλώς δυσφορώ άπραγος. Σε δύο τρία λεπτά κατεβαίνει από την πολυκατοικία, ανεβαίνει στο μηχανάκι που εξακολουθεί να μουγκρίζει έρημο κι εξαφανίζεται. Δυναμώνω την ένταση στο πικάπ. Και ή τζαζ θριαμβεύει.

 

                                                   


 

Συζητώντας με τον Π. Σ. για την παράξενη συμπεριφορά ενός κοινού γνωστού μας, τον χαρακτήρισα τοξικό. «Κάποτε τους τοξικούς τούς λέγαμε κακούς, και έτσι συνεννοούμασταν καλύτερα» με έβαλε στη θέση μου.

 

                                                  


 

(ο διάολος στις λεπτομέρειες)

 

Άκουγα το πρωί πολιτική συζήτηση εκπροσώπων κομμάτων στην τηλεόραση. «Δεν γίνεται έτσι διάλογος» έλεγε ο ένας. «Θα πρέπει οι αγρότες να προχωρήσουν σε διάλογο» τον αντέκρουε άλλος. «Αυτός ο διάλογος είναι προσχηματικός» συμπλήρωσε ένας τρίτος. Κι ένας τέταρτος, με όχι τόσο καλή άρθρωση λόγου, «παρόλα αυτά ο διάλοος θα πρέπει να προχωρήσει» απεφάνθη, τρώγοντας το γάμα από τη λέξη. Σκέφτηκα πως αυτός ο τέταρτος, άθελά του, μας αποκάλυψε τι είχε συμβεί: Ο διάλοος είχε χωθεί στη συζήτηση και στα χαρτιά τους, όπως ο διάολος έχει πάντα την κακή συνήθεια να τρυπώνει στις λεπτομέρειες.

 

                                                         

 

Η δημοσιογράφος πολιτιστικής ραδιοφωνικής εκπομπής βιάστηκε να διορθώσει το σαρδάμ που έκανε αντικαθιστώντας τη λέξη «δρόμος» του τίτλου της εκπομπής με τη λέξη «χρόνος». Γέλασε χαμηλόφωνα για το ατόπημα της κι άρχισε  να δικαιολογείται με τις ώρες. Ποιος ο λόγος; αναρωτήθηκα. Ποιος ο λόγος αφού κάθε δρόμος είναι χρόνος. Και κάθε χρόνος, δρόμος.

 

                                                     

 

Μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου έβγαλα τον σελιδοδείκτη και τον παράτησα στο κομοδίνο. Το βιβλίο το τακτοποίησα στο ράφι μαζί με άλλα βιβλία του είδους του. Το άλλο πρωί το μάτι μου έπεσε στον ξεχασμένο σελιδοδείκτη. Μου φάνηκε σαν να εξέπεμπε κάποιας μορφής θλίψη. Ήθελε, φαίνεται, να χωθεί στις σελίδες κι άλλου βιβλίου, να χορτάσει κι άλλες ιστορίες.

 

 

                                                         

 

Κοιτάζω τη φωτογραφία της εφημερίδας στις εξεγέρσεις της Τεχεράνης και τρέμω από θαυμασμό και συγκίνηση. Μια όμορφη νέα κοπέλα σε κάποια πλατεία, με ακάλυπτο το πρόσωπο της, ανάβει το τσιγάρο της καίγοντας μια αφίσα του Χομεϊνί. Τι τόλμη, τι υγιές θράσος, τι ερεθιστικός τσαμπουκάς! Δεν τολμώ να φανταστώ τι την περιμένει από τους «φρουρούς» του άθλιου καθεστώτος. Την ξανακοιτάζω απορροφημένος από το μεγαλείο της. Ίσως το πιο δυνατό ποίημα που έπεσε στην αντίληψη μου το τελευταίο διάστημα. Αλήθεια, ποια επιτροπή απονομής λογοτεχνικών βραβείων του πλανήτη θα τολμούσε να  απονείμει σ’ αυτή τη μέγιστη ποιήτρια έστω μια απλή τιμητική διάκριση;

 

 

                                                         

 

Άνθρωποι που δεν κλότσησαν ποτέ στην ζωή τους μπάλα γράφουν μελέτες για το ποδόσφαιρο. Και άλλοι, που δεν πάτησαν το πόδι τους σε γήπεδο γιατί «απεχθάνονται» τη βία  και τις βωμολοχίες, τις παρουσιάζουν στο ανυποψίαστο κοινό, που τους πιστεύει ακράδαντα.

 

Π. Γ.

 

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Οκτασέλιδα Μπιλιέτου-νέα σοδειά

 





        ΤΑ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 

                   ΤΟΥ "ΜΠΙΛΙΕΤΟΥ"



Για τέσσερα πρόσφατα οκτασέλιδα των καλαίσθητων εκδόσεων του Μπιλιέτου, δημοσιεύτηκε πρόσφατα κείμενό μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό για τις τέχνες και τον πολιτισμό book press. Μπορείτε να το διαβάσετε στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο:


https://bookpress.gr/stiles/protaseis/24843-ta-oktaselida-poiisis-tou-mpilietou-epiloges-apo-tin-prosfati-sodeia

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (2)-Μεταφρασμένη λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 επιλογές)

 

Από τα βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση τα παρακάτω:

 

Patrick Modiano, Η χορεύτρια (νουβέλα, εκδ. Πόλις, 2025, μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη)

Η γραφή της νουβέλας είναι αφαιρετική και λεπτεπίλεπτη. Ο φωτισμός χαμηλός, νυχτερινός. Η γοητεία μιας άλλης εποχής, ο κόσμος του χορού στο Παρίσι του ’60, η σκληρή πειθαρχία των χορευτών, το σκοτεινό παρελθόν των καλλιτεχνών, όλα μεταφέρονται από τον Μοντιανό με αριστουργηματικό τρόπο στο βιβλίο. Η λογοτεχνία και ο χορός σε αγαστή σύζευξη.

(μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου για το βιβλίο στον παρακάτω σύνδεσμο: https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/24040-i-xoreytria-tou-patrik-montiano-kritiki-morfes-pou-paramenoun-aneksitiles-me-ta-xronia )

 

James Joyce, Οι νεκροί (εκδ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ Μεταίχμιο, 2025, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

Ο έρωτας, ο θάνατος, η δυσκολία επικοινωνίας σ’ ένα ζευγάρι αλλά και η κατ’ επίφαση ζωή ανθρώπων που σπαταλούν την ύπαρξή τους σε κοινοτοπίες και στερεότυπα, όλα τα παραπάνω μπόρεσαν να χωρέσουν αριστουργηματικά στο διήγημα-κομψοτέχνημα του Τζόις, Οι νεκροί, μια καθαρά «ιρλανδική» ιστορία που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του Ιρλανδού συγγραφέα Δουβλινέζοι (1914) – προάγγελος του μυθιστορήματός του Οδυσσέας (1922), που απετέλεσε τομή στην μοντερνιστική πεζογραφία της εποχής του.

J. M. Goetzee, Ο Πολωνός (7η χιλιάδα, επανακυκλοφορία 2025, μυθιστόρημα, εκδ. Διόπτρα, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου)

Ένας Πολωνός πιανίστας, ο Βίτλοντ Βαλτσικιέβιτς, ερωτεύεται την Μπεατρίθ, μία κατά πολύ νεότερή του γυναίκα, σύζυγο τραπεζίτη, όταν τον καλεί σ’ ένα ρεσιτάλ στη Βαρκελώνη, στην οργάνωση του οποίου βοηθάει η ίδια. Στο βιβλίο εντυπωσιάζει πως ενώ η σχέση ξεκινά περίπου ως αδικαίωτος έρωτας του Πολωνού προς την Ισπανίδα γυναίκα, αφού η τελευταία δεν έχει εντυπωσιαστεί από την πολιορκία που της γίνεται, στο τέλος το ερωτικό παιχνίδι οδηγείται στην ανατροπή και εξελίσσεται από παιχνίδι εξουσίας και επιβολής σε μια μικρή ερωτική περιπέτεια, με αναπάντεχα, απτά αποτελέσματα. Ο Goetzee μάς αποδεικνύει πως καλή λογοτεχνία δεν είναι μόνο τα μεγάλα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε στο παρελθόν, και που του χάρισαν κι ένα Νόμπελ (2003), αλλά και ο καθημερινός μικρόκοσμος, που κρύβει τόσα αισθήματα, ματαιώσεις, ανατροπές και ερωτικά σκιρτήματα.

 

Georgi Gospodinov, Ο κηπουρός και ο θάνατος (μυθιστόρημα, εκδ. Ίκαρος, 2025, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου)

Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν κηπουρός. Παιώνιες και πατάτες, τριαντάφυλλα και κερασιές ήταν ένα μέρος από τη ζωντανή κληρονομιά του. Και μαζί με αυτά, ατέλειωτες ιστορίες που αφηγούνταν ο καπνιστής πατέρας στον γιο του. Ο αφηγητής-γιος κάθεται δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου πατέρα καταγράφοντας τη ζωή του. Ένα βιβλίο για τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου. Για τη ζωή που σβήνει. Προκαλεί πηγαία συγκίνηση η αφήγηση του βραβευμένου Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (1968), θυμίζοντάς μας (κυρίως ως προς τη θεματογραφία του και όχι ως προς το ύφος γραφής του) τον Φίλιπ Ροθ, στο ανυπέρβλητο αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Πατρική κληρονομιά (Πόλις, 2012, μτφρ. Τάκης Κίρκης).

 

Satoshi Yagisavva, Οι μέρες στο Βιβλιοπωλείο Μορισάκι (μυθιστόρημα, εκδ. Ελληνικά γράμματα, 12η έκδ. 2025, μτφρ. Άρης Σφακιανάκης)

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Σατόσι Γιαγκισάβα (1977) έγραψε ένα απλό (όχι απλοϊκό) και μικρής έκτασης μυθιστόρημα τύπου «feelgood» (αναγνώσματα που μας φτιάχνουν τη διάθεση), που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ. Μια εικοσιπεντάχρονη, η Τακάκο, βιώνοντας μια ερωτική αποτυχία καταφεύγει στο παλαιοβιβλιοπωλείο του θείου της, Σατόρου, όπου διαμένει στον επάνω όροφο βοηθώντας τις καθημερινές ως υπάλληλος. Το βιβλιοφιλικό σύμπαν και οι πελάτες του χώρου θα της αλλάξουν σταδιακά τη ζωή, και η κοπέλα θα δει τον κόσμο με θετικό βλέμμα. Με διαυγή και ήρεμη αφήγηση ο Γιαγκισάβα στήνει ένα συμπαθητικό και ευκολοδιάβαστο στόρι για τη ζωή, την αγάπη και την ιαματική δύναμη των βιβλίων, που λειτουργεί στον αναγνώστη ως άσκηση ζεν.

Είναι φανερό πως τη χρονιά που μας πέρασε οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις μετατοπίστηκαν από τα ογκώδη, πολυσέλιδα μυθιστορήματα, στα μικρής έκτασης μυθιστορήματα, στις ολιγοσέλιδες νουβέλες και στα διηγήματα. Για κάποιο ή για κάποια από τα βιβλία που σας προανέφερα, ίσως δείτε, μελλοντικά, στις σελίδες του blog αναλυτικότερους σχολιασμούς.

Π. Γ.

 

 


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (1)-Ελληνική λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 +1 επιλογές)

 

Από τα βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση δύο επανεκδόσεις μυθιστορημάτων, τρία πεζογραφικά βιβλία και μία αυτοβιογραφία.

 

Επανεκδόσεις

Κώστας Χατζηαντωνίου, Αγκριτζέντο (μυθιστόρημα, νέα έκδοση, επιμελημένη, 2024, Καστανιώτης)

Ένα βιβλίο όπου η φιλοσοφία, η περιπλάνηση και το ιστορικό μυθιστόρημα συναντιούνται και περιπλέκονται αρμονικά. Ένας ύμνος για τις Χαμένες πατρίδες της Κάτω Ιταλίας. Παράλληλα και μια επιστροφή στους πρώτους έρωτες προσώπων και στην αλλοτινή αγνότητα τόπων, που δεν γνωρίσαμε όπως θα τους άρμοζε. Ο Χατζηαντωνίου περιδιαβαίνει με ιστορική γνώση και ευαισθησία κομμάτια του Ελληνισμού, που δεν προβλήθηκαν αρκετά διά της λογοτεχνίας. Το βιβλίο έλαβε το 2011 το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεταφράστηκε έως σήμερα σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

Περικλής Σφυρίδης, Μεταμόσχευση νεφρού και Τηλεοπτικός κανιβαλισμός (μυθιστόρημα, Εστία, 2024)

Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα από το μακρινό 2000, οπότε πρωτοκυκλοφόρησε, το μυθιστόρημα του Π. Σ. επανεκδίδεται εμπλουτισμένο με τη νουβέλα Τηλεοπτικός κανιβαλισμός. Στο βιβλίο καταγράφεται η εμπειρία του συγγραφέα ενός ταξιδιού του στην Ινδία μαζί με την αδελφή του προς αναζήτηση δότη νεφρού, για να σωθεί η άρρωστη γυναίκα. Ένα οικουμενικό μυθιστόρημα, γραμμένο με τέχνη και ενάργεια, που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές του κοινωνικού προβλήματος των μεταμοσχεύσεων ζωτικών οργάνων σε ασθενείς − κάτι που, μόλις τα τελευταία χρόνια, έχει ως πράξη αποενοχοποιηθεί.

 

Πεζογραφία

 

Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2025)

Ο καλός Βολιώτης πεζογράφος έχει καταθέσει και στο παρελθόν, μεταξύ άλλων, και βιβλία γραμμένα με την τεχνική της μυθιστορηματικής βιογραφίας, σ’ ένα, κατά κανόνα, μεταμοντέρνο πλαίσιο γραφής. Αναδεικνύει, έτσι, και προβάλλει στο αναγνωστικό του κοινό σχετικά άγνωστες (ή και περισσότερες γνωστές), όμως σημαντικές προσωπικότητες της πατρίδας (Αλφόνς Χοχάουζερ, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Στρατής Δούκας). Στο παρόν βιβλίο ασχολείται με τη ζωή του Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, ο βίος και η πολιτεία του οποίου (βασανισμένη παιδική ηλικία, μόχθος επιβίωσης, ταξίδια, φιλίες, έρωτες κ. ά.) έχουν από μόνα τους μυθιστορηματική υφή. Οι ήρωες που ο Ακρίβος επιλέγει να υφάνει μυθοπλαστικά τη βιογραφία τους, εμπεριέχουν πάντα κάτι το τραγικό αλλά και το μεγαλειώδες.

 

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Ο ελεγκτής και άλλες ιστορίες βιοποριστικού έρωτα (διηγήματα, εκδ. ΑΩ, 2024)

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ύστερα από σαραντάχρονη πορεία στην ποίηση, αποφάσισε να εκτεθεί και στην πεζογραφία με την πρώτη συλλογή διηγημάτων του. Το ερωτικό στοιχείο διατρέχει το σύνολο των 13 ιστοριών, ενώ στην πλειονότητα των κειμένων κάποια επαγγελματίας του έρωτα ή, απλώς, κάποια ερωτική γυναίκα στηρίζει, ικανοποιεί ή αναγεννά με τις ερωτικές της υπηρεσίες κάποιον εξουθενωμένο από τη ζωή άντρα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και ενθαρρυντική εκκίνηση στον χώρο της πεζογραφίας (διηγηματογραφίας) από τον έμπειρο και καταξιωμένο ποιητή, που πετυχαίνει να διοχετεύσει αβίαστα το ποιητικό του υπόβαθρο και στον πεζό λόγο.

 

Γιώτα Ιωαννίδου, Coffee time (νουβέλα, εκδ. Βακχικόν, 2025)

Το βιβλίο είναι γραμμένο από τη γυναικεία οπτική, ωστόσο η συγγραφέας, μέσα σε λίγες σελίδες, κατορθώνει να θίξει με άμεσο και καίριο τρόπο ζητήματα που άπτονται των ανθρώπινων σχέσεων και του ερωτικού παιχνιδιού. Σκηνοθετικό ντεκόρ της νουβέλας ένα κοινότοπο, καθημερινό, σχεδόν παρακμιακό καφέ της πρωτεύουσας. Ένα κομψό βιβλίο για τους έρωτες που δεν υλοποιούνται, με ισορροπημένη εκ μέρους της συγγραφέως αντιμετώπιση του αντρικού και του γυναικείου ρόλου σε μία σχέση, κάτι που σπανίζει στη σημερινή ερωτική βιβλιοπαραγωγή.

 

Συν μία επιλογή

 

Γιώργος Χρονάς, Το όνομά μου είναι Γιώργος Χρονάς (αυτοβιογραφία, Οδός Πανός, 2024)

Πρόκειται για μια άκρως ενδιαφέρουσα, σχετικά ολιγοσέλιδη, κομψή και περιεκτική αυτοβιογραφία, μοιρασμένη σε 36 σύντομα κεφάλαια, όπου καταγράφονται πρωτίστως τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του ποιητή. Το βιβλίο, στο τέλος, καταλήγει ως ένα είδος πνευματικού και υλικού αντίδωρου, μια απόδοση ευγνωμοσύνης εκ μέρους του ποιητή για την ύπαρξή τους. Η πόλη της Θεσσαλονίκης παίζει σημαντικό ρόλο στις μνήμες και εξομολογήσεις του Χρονά, αφού, ως σημείο αναφοράς ή πεδίο γεγονότων και καταστάσεων, καταλαμβάνει σημαντικό αριθμό κειμένων στη συνολική αυτοβιογραφία.

Π. Γ.


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (4)-Φύλο ασθενές

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (4)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Μαριάνθη Τεντζεράκη, Φύλο ασθενές, διηγήματα, εκδ. Βακχικόν, 2025

 

Η Μαριάνθη Τεντζεράκη (1997), που το 2022 έλαβε Βραβείο πεζογραφίας από την Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης για προηγούμενο έργο της, «διοχέτευσε την οργή της» (κατά δική της δήλωση σε πρόσφατη συνέντευξή της στην book press) για τη βία κατά των γυναικών και τη ζοφερή επικαιρότητα αναφορικά με τις γυναικοκτονίες. Συνέγραψε, λοιπόν, δέκα σχετικά σύντομες ιστορίες για δέκα σύγχρονες ηρωίδες της ελληνικής επικράτειας. Κάθε διήγημα  φέρει ως τίτλο το όνομα της εκάστοτε ηρωίδας. Οι δέκα γυναίκες-πρωταγωνίστριες αποτελούν ικανό και αξιόπιστο δείγμα αυτού, που, με κάπως ειρωνικό τρόπο, προσδιορίζει η ίδια στον τίτλο της συλλογής ως: Φύλο ασθενές. Συνήθως η ενασχόληση των συγγραφέων με την τρέχουσα επικαιρότητα αδυνατίζει και αδικεί το έργο τους, όμως στην περίπτωση της Τεντζεράκη οι ιστορίες, με τον τρόπο γραφής τους και τη δυναμική της θεματολογίας, πετυχαίνουν μια πειστική και εύγλωττη αποτύπωση της πορείας και της μοίρας της γυναίκας στους σύγχρονους καιρούς.

 

Δείγμα γραφής (σελ. 44, από το διήγημα «Ειρήνη»)

 

Γιατί βρίσκομαι μαζί σου; Γιατί κάνω σεξ μαζί σου;

Ρωτάω τον εαυτό μου τα ίδια πράγματα κάθε φορά που θα βαφτώ στο φτερό για να έρθω στο σπίτι σου όμορφη. Ποτέ δεν μου έχεις πει πως είμαι όμορφη. Και ας βλέπω ότι το πιστεύεις με τον τρόπο που με κοιτάς. Ποτέ δεν μου έχεις πει πώς νιώθεις. Αλλά ξέρω. Εσύ δεν νιώθεις, γιατί όπως μου έχεις εκμυστηρευτεί για χιλιοστή φορά όταν αράζαμε στο κρεβάτι σου, δεν σου αρέσει να μεγαλοποιείς καταστάσεις.

Εγώ τι κάνω εδώ, μου λες;

 

Π. Γ.

 

 


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Voyage, voyage-Παρίσι (4)

 



 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 






ΠΑΡΙΣΙ (4)

 

 

Περπατώ στη Λεωφόρο των Καπουτσίνων, στο Παρίσι. Κάθομαι σε μία κρεπερί για ένα μικρό γεύμα και έναν καφέ. Σ’ αυτή τη λεωφόρο περπάτησε, πριν από έναν αιώνα και κάτι, ο σπουδαίος Σκοτ Φιτζέραλντ, γράφοντας ένα από τα σημαντικότερα διηγήματά του, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα». Για το διήγημα αυτό, πρόσφατα, έγραψα κριτική. Δίχως να γνωρίζω τότε τη Λεωφόρο των Καπουτσίνων.

 

 

Ανακάλυψα και την περιοχή του Κλισί. Βρίσκεται στις παρυφές της Μονμάρτρης. Εδώ έγραψε ο Χένρι Μίλερ ένα βιβλίο, το Ήσυχες μέρες στο Κλισί, μια προσωπική και τολμηρή αφήγηση, στο μεταίχμιο της τέχνης με την ελευθεριότητα. Ένα βιβλίο, δηλαδή, στις παρυφές της Μονμάρτρης και σε ό,τι αυτή αποπνέει.

 

 

(Delacroix)

 

Πώς, αυτός, που δεν ταξίδεψε ποτέ του στην Ελλάδα, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Χίο, που έμαθε τα γεγονότα μόνο από τις εφημερίδες της εποχής του, πώς αυτός, λοιπόν, μπόρεσε ν’ αναπαραστήσει τόσο πιστά, τόσο ζωντανά και ρεαλιστικά την απόγνωση της μεγάλης σφαγής στα βλέμματα των σφαγιασμένων;

 

Ο σοφέρ που μας πήρε από το ξενοδοχείο για να μας πάει στα Ηλύσια Πεδία ήταν Αλγερινός Βερβερίνος. Στη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως η Γαλλία έγινε ισχυρή γιατί ενσωμάτωσε όλους τους ξένους και γιατί, όλοι μαζί, αγωνίζονται για τα συμφέροντά της και τα κοινά της ιδεώδη. Όταν τον ρώτησα αν στο ποδόσφαιρο υποστήριζε την Παρί Σεν Ζερμέν, έδειξε δυσφορία:

―Απεχθάνομαι το Παρίσι και τους Παριζιάνους. Εγώ υποστηρίζω την Μπαρτσελόνα!

 

 

 

Μία έγχρωμη γυναίκα στο Le Marrais τραγουδά με μεγάλη αισθαντικότητα, σε μία πλατεία, τραγούδια της Πιάφ.

Ένας βιολιστής, έξω από το Μουσείο Πικάσο, παίζει σαν βιρτουόζος για λίγα κέρματα, που αφήνουν οι επισκέπτες του μουσείου στην ανοιχτή θήκη του μουσικού του οργάνου.

Μια νεαρή γυναίκα στο Τροκαντερό τυπώνει φωτογραφίες τουριστών πάνω σε πεπαλαιωμένο χαρτί εποχής, με χρηματικό αντίτιμο «ό,τι θέλετε, αν θέλετε».

Ο Ισμαήλ, ο σοφέρ Uber, με αποχαιρετά με το πιο εγκάρδιο «enchantè, mon ami!» και αφού πρώτα του έχω αναλύσει επί αρκετή ώρα τις κλιματικές συνθήκες της Θεσσαλονίκης, την οποία, στο παρελθόν, είχε επισκεφτεί.

Και παντού, σε όλους σχεδόν τους χώρους, σε μουσεία, αρωματοπωλεία, ταχυφαγεία, πολυκαταστήματα και ναούς, η ίδια προτροπή, συχνά αναρτημένη και στους τοίχους: «Parler doucement» (μιλάτε απαλά). 

 

Έτσι συντηρείται ο μύθος αυτής της πόλης, έτσι δεν ξεθυμαίνει ποτέ το άρωμά της.

 

 

Στον σταθμό της Λυών, στο μετρό του Παρισιού, όπου βρεθήκαμε για περιήγηση στο Le Marrais, θυμήθηκα εκείνη την απίθανη ιστορία με τα χαμένα νεανικά χειρόγραφα του Χέμινγουεϊ· γκάφα ολκής της τότε συζύγου του, που τα ξέχασε, ακριβώς πριν από έναν αιώνα και κάτι, στον ίδιο σταθμό, πηγαίνοντας ν’ αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό Evian. Υπομειδίασα στην ανάμνηση του γεγονότος και σκέφτηκα πως, αν είχα ξεχάσει και εγώ στο ξενοδοχείο το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου κρατώ ανελλιπώς ιδέες, σημειώσεις και σκαριφήματα διηγημάτων, ίσως αυτό να ήταν ένα μήνυμα θεϊκό, ένας αισιόδοξος οιωνός, ένας προάγγελος πως, ίσως κάποτε, θα άγγιζα, έστω σε απειροελάχιστο βαθμό, σε φήμη και σε αναγνωσιμότητα τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα.

Απομακρυσμένος από το γκρουπ, κάθισα σε παρακείμενο παγκάκι και άνοιξα, όλος αγωνία, το σακίδιο ώμου. Το ημερολόγιο με τις σημειώσεις μου, δυστυχώς, βρισκόταν μέσα.

 

 

Μέσα στο αεροπλάνο, στη διάρκεια της πτήσης της επιστροφής, ολοκληρώνω την πρώτη γραφή αυτών των σημειώσεων. Καταλήγω με τον τρόπο του Καβάφη ως εξής: «Το Παρίσι σού έδωσε αυτές τις ταξιδιωτικές σημειώσεις. Άλλο δεν έχει να σου δώσει…». Όμως αυτό, εκτός του ότι είναι μελαγχολικό, μάλλον δεν είναι και αληθές. Ίσως επανέλθω μελλοντικά στην ίδια πόλη με άλλο βλέμμα, με άλλη διάθεση, εκθέτοντας μια διαφορετική εκδοχή της, που, σήμερα, μου διαφεύγει. Το ταξίδι, λοιπόν, συνεχίζεται μέσα μου, αφού κάθε τόπος και κάθε διαδρομή δεν παύει να είναι ένας τρόπος αναζήτησης του εαυτού μας, και τίποτα περισσότερο.

 

(13 Αυγούστου 2025, πρωινή πτήση Παρίσι-Θεσσαλονίκη, εν μέσω δυνατών αναταράξεων)