Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Εις μνήμιν: Κώστας Ριζάκης

 


 

ΕΙΣ ΜΝΗΜΙΝ

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ

(1960-2026)

 

[Εχθές πληροφορήθηκα τον αδόκητο χαμό του ποιητή Κώστα Ριζάκη. Συνεργάστηκα πολλές φορές μαζί του, μετέχοντας σε αφιερώματα του περιοδικού ΠΑΡΟΔΟΣ, που ο ίδιος το εξέδιδε με περισσή φροντίδα και αφοσίωση, αλλά και, αργότερα, με συνεργασίες μου στο περιοδικό ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ. Ο ίδιος, μαζί με τον Γιώργο Δελιόπουλο, είχε τη φροντίδα της σειράς ΟΙ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, όπου και τυπώθηκε αφιέρωμα στο συνολικό μου έργο από τις εκδόσεις Ρώμη. Υπήρξε ένας άνθρωπος αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην ποίηση και γενικότερα στη λογοτεχνία. Καλό του ταξίδι. Στη μνήμη του αναδημοσιεύω κριτική μου για το βιβλίο του Επιτάφιος δρόμος (Εκδόσεις των Φίλων, 2011), που ο ποιητής την είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν εύστοχη.]

 

֎

 

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΡΙΖΑΚΗ

 

ερήμην με δίκασες ποίημα!

Κ. Ριζάκης

 

Ο Επιτάφιος δρόμος του Κώστα Ριζάκη περιλαμβάνει συνολικά 140 ποιήματα, μοιρασμένα σε έξι ποιητικές ενότητες-συλλογές, και απλωμένα σε χρονικό εύρος 25 χρόνων, από το 1985 έως το 2010. Στον υπότιτλο του βιβλίου αναφέρεται το ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α΄, γεγονός που μαρτυρεί πως μελλοντικά θα ακολουθήσει και κάποιος άλλος τόμος με νεότερα ποιήματα, μαζεμένα σε κάποιον άλλον συγκεντρωτικό τόμο. Ο ποιητής, στο τέλος αυτού του τόμου, που τυπώθηκε από τις «Εκδόσεις των Φίλων» το 2011, αναφέρει χαρακτηριστικά πως «η παρούσα συγκεντρωτική έκδοση, αν και με μηδαμινές βελτιώσεις, αναιρεί κάθ’ επιμέρους προγενέστερή της».

Στην ποίηση του Ρ. είναι ορατή στον αναγνώστη η ύπαρξη λέξεων-συμβόλων, που αφενός λειτουργούν ως θεματική ραχοκοκαλιά στο εκάστοτε ποίημα, αφετέρου μας αποκαλύπτουν και τις ποιητικές εμμονές του δημιουργού, χάρις στις οποίες όμως στηρίζει και χτίζει με μαστοριά το ποίημα. Στίχοι με τη λέξη «φως» υπάρχουν σε τουλάχιστον 28 ποιήματα του τόμου, ενώ ως αντιδιαστολή-αντιστάθμισμα εντόπισα τουλάχιστον 10 ποιήματα στα οποία κυριαρχούν στίχοι με τη λέξη «βυθός». Σε 5 ποιήματα γίνεται αναφορά στα «πράγματα», ενώ ο εξαιρετικός του στίχος «ο βυθός μου τα πράγματα» παραπέμπει στην αγωνία του Μπόρχες να εκφράσει όχι μόνο την υλική υπόσταση των πραγμάτων, αλλά και τη βαθύτερη σημασία τους που σχετίζεται με την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου, αλλά και με τη μοίρα του εν γένει. Αναφορές-συνομιλίες με τη μητέρα του ποιητή θα συναντήσουμε επίσης σε αρκετά ποιήματα, περίπου 13 τον αριθμό, αλλά εκείνο που φαίνεται να κατέχει τη μερίδα του λέοντος, όχι μόνο ως λέξη-σύμβολο, αλλά κυρίως ως διάθεση και έκφραση ποιητικής αγωνίας, είναι οι λέξεις «ποιητής-ποίημα-ποίηση», που θα τις συναντήσουμε σε 50 ποιήματα, δηλαδή σε πάνω από το ένα τρίτο της συνολικής ποιητικής συγκομιδής του τόμου. Τέλος υπάρχουν και ποιήματα όπου ο αναγνώστης θα συναντήσει συγκεντρωμένες σχεδόν όλες τις λέξεις-σύμβολα-ποιητικές εμμονές, όπως το ποίημα «ανατόμος του αίματος» (ποίηση-πράγματα-φως) ή το ποίημα «βυθός» (φως-ποίημα-βυθός). Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί πως το «φως» του Ρ. συχνά καλύπτεται ή έχει ως φόντο το σκοτάδι («επιστρέφω στο φως βιωμένο σκοτάδι», σ. 46 ή «ποτέ σκοτάδι δε σκοτώθηκε στο φως», σ. 47), η αναφορά στη μάνα ή στη μητέρα σχεδόν πάντα έχει κάποια σπαραχτική διάσταση-διατύπωση, ενώ ο «βυθός» εκφράζει συχνά, όχι τόσο καταβύθιση αλλά απελπισία («του βυθού αράγιστες σφίγγοντας ρίζες / στα κρυφά που με σφάζουν ναυάγια πρηνής»). Αντιγράφω ως αποθησαύρισμα μεμονωμένους σκόρπιους στίχους του ποιητή για να αντιληφθεί ο αναγνώστης τις ποιητικές εμμονές-σύμβολα του Ριζάκη: «θραύσματα του βυθού να κλαις», «θνησιγενή ποιήματα ξανά να μου φωτίσεις», «όχι βυθός ο στίχος πύρινο καρφί», «δε γράφουνε οι ώρες ποιήματα», «στα πάθη μου το χώμα σου μητέρα / ο ουρανός σου ακόμα στην ευχή», «μ’ απλωτές κολυμπώντας σε φτάνω μητέρα», «πετραδάκια τα ποιήματα ενδέχονται / κοφτερούς ανελέητους βράχους», «ποιητής μαύρης βροχής», «μπαταρισμένο το τραγούδι μες στο φως», «ακτή καμιά ν’ απαρνηθώ τα πράγματα», «με το αίμα στο ποίημα», «ασκεπής παραδέρνω στο ποίημα», «η στέρηση με αποδίδει φως / στο φως του κόσμου ορυκτό αλάτι», «στις επάλξεις που μπόρεσα πέφτουν μητέρα», «Η Αλίκη βυθός που βουλιάζω (βοήθεια)»,  «μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ», «αντέχουν τα πράγματα», «ο ποιητής που δεν ξέχασα / στο στόμα κουφός», «συντριβάνι να ρέουν τα πράγματα», «πιο χνουδάτο σκοτάδι στο φως!», «εργόχειρο ποίημα ακοίμητο», «κρυώνω τώρα ανυπεράσπιστος μητέρα», «βράδυ βαρύ στον ύπνο μου μανούλα μου που σ’ είδα», «ασπίδα η φωνή μου τον σκέπει βυθός», «νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα», «να καμακώνεις μες στο ποίημα το φως!»

Η συλλογή «Χωρίς χρονολογία», αφορά ένα ποίημα σε δώδεκα μέρη. Και στα 12 ποιήματα αυτής της συλλογής επαναλαμβάνεται η λέξη «Αλίκη». Η Αλίκη, πιθανότατα δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά, συμβολικά, υπονοεί τη γυναίκα, τη θηλυκότητα ή το αβάσταχτο μαρτύριο της ποιητικής τέχνης. Όλη η συγκεκριμένη ενότητα μού θύμισε τόσο ως προς το ύφος αλλά και την ένταση του συμβολισμού της την ποιητική ενότητα «Τα ποιήματα του Μύρωνα» του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Ο Μύρωνας, μια ματαιωμένη ποιητική αγάπη του Ασλάνογλου (πρόσωπο υπαρκτό κατά τον Περικλή Σφυρίδη) λειτουργεί όπως και η «Αλίκη» του Ριζάκη (απεγνωσμένα, σκοτεινά, σπαραχτικά), και ανάγεται σε ποιητικό σύμβολο. Τα ποιήματα της συλλογής «Τα τελευταία ονόματα» αφιερώνονται σε γνωστά πρόσωπα της ποίησης ή της λογοτεχνίας γενικότερα, που φανερώνουν και λογοτεχνικές ωσμώσεις του Ρ. αλλά και τις φιλικές του σχέσεις με ανθρώπους του χώρου (ζώντες και τεθνεώτες). Αναφέρω χαρακτηριστικά ονόματα: Κώστας Τσιρόπουλος, Χρ. Λάσκαρης, Λένα Παππά, Μ. Κουγιουμτζή, Τάσος Λειβαδίτης, Ζέφη Δαράκη, Μάρκος Μέσκος, Παπαδίτσας, Βαβούρης κ. ά.)

Και τώρα κάποιες γενικές παρατηρήσεις-συλλογισμοί για την ποίηση του Ριζάκη.

* Ο Ριζάκης είναι κατά βάση μοντερνιστής στην ποίησή του, γλωσσοκεντρικός όσο αρμόζει, δίχως να υποκύπτει στις σειρήνες μιας αχαλίνωτης νεωτερικότητας, έχοντας βαθύ και γόνιμο παραδοσιακό ποιητικό υπόβαθρο. Όλα τα παραπάνω φανερώνουν ποιητή με σωστές δόσεις και αναλογίες επιρροών και επιδράσεων, ώστε να έχει τα εχέγγυα για να γράφει σημαντική και γνήσια ποίηση.

* Τα περισσότερα ποιήματά του είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, σε κάποια όμως υπάρχει κάποια υποτυπώδης ή περισσότερο φανερή ομοιοκαταληξία («η μέσα πέτρα», σ. 77). Αρκετά ποιήματα της συλλογής του «Τα επόμενα πένθη» (1997) έχουν κάτι από τον απόηχο επτανησιακών σονέτων (σσ. 56, 57, 58, 59, 60, 61)

* Λόγω του μελαγχολικού και ενίοτε θανατόφιλου χαρακτήρα κάποιων ποιημάτων του («το όνειρο», «δωματίου», «βυθός», «νεκρή», «κι απόψε», «των ποιητών», «αναποδράστως» κ.τλ.) θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για γόνιμη επίδραση του έργου του Καρυωτάκη στο δικό του έργο.

 

* Πολλά κλεισίματα ποιημάτων του (ο τελευταίος ή οι τελευταίοι στίχοι του) λειτουργούν ως εκκενώσεις του ποιητικού νοήματος ή του συναισθηματικού φορτίου που αυτά κουβαλούν, γειώνοντας (ή απογειώνοντας, αναλόγως τη στιγμή) απόλυτα φυσικά, αβίαστα και δραστικά το ποιητικό δημιούργημα.

*  Υπάρχει κάποιου είδους ποιητική ώσμωση του Ριζάκη με ποιητές όπως ο Γ. Θεοχάρης, ο Θ. Μαρκόπουλος, ο Μιχ. Γκανάς, ο Μάρκος Μέσκος, ο Β. Κάλφας κ. ά., όχι τόσο ως προς τη θεματολογία (που και σ’ αυτή συμπίπτουν αρκετά, σε πολλά τους ποιήματα) ούτε τόσο ως προς το ποιητικό ύφος-στιλ γραφής, όσο αναφορικά με τον απόηχο μιας δημοτικής παράδοσης, που η βοή της φτάνει με ευκρίνεια στο αυτί μας, θυμίζοντάς μας, ή, καλύτερα, ζωντανεύοντας ηχητικά τα δημοτικά τραγούδια της πίκρας, της ξενιτιάς, της μάνας, του θανάτου. Πολλοί δεκαπεντασύλλαβοι διαφόρων ποιημάτων του, συχνά κομμένοι στη μέση, μαρτυρούν την επίδραση-επιρροή στο έργο του Ριζάκη της δημοτικής μας ποιητικής κληρονομιάς. Επίσης ο πελεκημένος, πυκνός και καλοδουλεμένος στίχος του ανάγεται απευθείας στον Σολωμό, και δευτερευόντως σε Καρυωτάκη, Ασλάνογλου, Καρούζο και Σαχτούρη. Δημοτικό τραγούδι, λοιπόν, και Σολωμός πιστεύω πως είναι τα πρωτογενή του υλικά, τα πιο βαθιά διακειμενικά κοιτάσματα της ποίησής του.

* Σε αρκετά ποιήματα του Ρ. έχουμε αναφορές σε πρόσωπα της μυθολογίας, της Ιστορίας (κάποιοι εξ αυτών λειτουργούν και ως σύμβολα) αλλά και σε εκκλησιαστική ορολογία. Αναφέρω χαρακτηριστικά: Ατλαντίδα, Με τον τρόπο του Αινεία, της διακαινησίμου των πουλιών, Αχέροντας, Μινώταυρος, Θησέας, Θερμοπύλες, Λεωνίδας, Εφιάλτης, Κρέοντας, Αντιγόνη, Γεννησαρέτ, Ιησούς, Ησαύ, Δείπνος-Γολγοθάς, Σταύρωση, αποκαθήλωση, Οιδίπους, Πέτρος, Σίμωνας, Ιουδαία, Ίκαρος κ. ά.

 

* Κλείνοντας, νομίζω πως η αξία (και η ουσία) της ποιητικής διαδρομής του Ρ., εδώ και πάνω από 30 χρόνια δημιουργίας, υπερβαίνει την άρτια μορφή και τεχνική των ποιημάτων του, την πλούσια γκάμα συναισθημάτων και ψυχικών αντιθέσεων που εκφράζει, τις λέξεις-σύμβολα (φως, σκοτάδι, βυθός, μνήμη, αίμα, χώμα, ουρανός κ.τλ.) που πολύ ευρηματικά εκφράζει και αποτυπώνει προσδίδοντάς τους ένα ιδιαίτερο ποιητικό χρώμα κι ένα ιδιαίτερο κάθε φορά νόημα, και την αποτύπωση των αισθημάτων της μοναξιάς, της απώλειας, της θλίψης και του θανάτου. Αυτό το οποίο κυρίως θα αφήσει ο Ρ. ως ποιητική παρακαταθήκη και ως ποιητικό απόσταγμα στις επόμενες γενιές, νομίζω πως θα είναι η σπαραχτική και αγωνιώδης διαδρομή του στο δύσβατο δάσος των λέξεων, η αγωνιώδης προσπάθεια αναζήτησης της ρίζας της ποίησης, της πρώτης αρχέγονης λέξης, αλλά και της ρίζας της ίδιας της ύπαρξής του. Αλλά ας κλείσει αυτό το κείμενο ο ίδιος ο ποιητής με ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό του ποίημα «το δέντρο της στάχτης» που, κατά τη γνώμη μου, αποτυπώνει θαυμάσια την αγωνία για την αναζήτηση των λέξεων, πάντα με τη βαθιά συνείδηση της οδύνης αυτού του εγχειρήματος, που, ενίοτε, τον εξουθενώνει και τον συνθλίβει:

 

Ο ποιητής ένα δέντρο

και – πίστεψε –

δέκα στις δέκα οι λέξεις

καρποί να μου δίνονται

πάντα θ’ αναζητώ την ενδέκατη

ρίζα της πρώτης μου λέξης.

 

(περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 79, άνοιξη-καλοκαίρι 2016, αφιέρωμα στον Κώστα Ριζάκη)


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

"Ο αετός"-Αφήγημα

 


[Καθαρά Δευτέρα σήμερα, και, επ’ αφορμή της ημέρας, αναδημοσιεύω ένα αφήγημα, γραμμένο πριν από 25 χρόνια, που συγκαταλέγεται στη δεύτερη συλλογή αφηγημάτων μου Το ίδιο έργο της ζωής μου (Αλεξάνδρεια, 2002)]

 

֎

 

 

Ο ΑΕΤΟΣ

 

 

Σαν σε σελιλόιντ όλα ξετυλίγονται μπροστά μου. Πιτσιρικάδες, στην αρχή, παίρνουμε μάτι τα ζευγαράκια που χαϊδεύονται στα πίσω δεντράκια, κρατώντας την ανάσα μας έξω απ’ τα συρματοπλέγματα, για να μην προδοθούμε. Οι εκδρομές με το δημοτικό κι η μπάλα η ατέλειωτη στο χώμα της, ανάμεσα στα πεύκα. Γιορτή κρασιού με χορούς και τραγούδια − ο παππούς κι η θεία μου σκνίπα και το μπρούσκο να ρέει άφθονο από τις νταμιτζάνες. Κάποια φεστιβάλ αριστερών νεολαιών, με κόκκινες σημαίες και τραγούδια, κι εγώ, δειλά, να χώνομαι στο πλήθος, πάντα με τον φόβο μη με πάρει κάνα μάτι γνωστό και με καρφώσει στους δικούς μου. Μετά, εκδρομές με το γυμνάσιο, συζητήσεις για ροκ συγκροτήματα στα ξεβαμμένα παγκάκια της. Τα πρώτα φλερτ, παλάμες ιδρωμένες από την αγωνία και σπυριά της ηλικίας. Ένα ξεμονάχιασμα, λίγο πριν το στρατιωτικό, υγρασία στα χείλη κι ανάμεσα στα σκέλια. Μια υπόσχεση για αιώνια αφοσίωση, ένας σπασμός, μια τύψη. Κι η εξομολόγηση του φίλου μου, του Στάθη, ένα πνιγηρό αυγουστιάτικο απόγευμα, με κουτάκια μπίρες κατάχαμα, για κάποια Σόνια που δεν μπορούσε να ξεχάσει.

Καθαρά Δευτέρα, λιακάδα και εξόρμηση. Όλα γυρίζουν, πάλι, στο μυαλό μου, όλα, στο ίδιο πάντα αλσάκι το γνωστό, τ’ αγαπημένο.

―Άντε, μπαμπά, να τον πετάξουμε επιτέλους!, αδημονεί η κόρη μου τραβώντας το μανίκι.

Το παίρνω απόφαση εντέλει, λίγη φόρα απαραίτητη, τρέχω, τεντώνω τον σπάγκο κι αφήνω απότομα τον αετό. Κάνει εκείνος να πετάξει, ίπταται προσωρινά, όμως γρήγορα παίρνει την κατιούσα. Πέφτει με ορμή, γειώνεται στο άλσος της Νέας Ελβετίας όπως το παρελθόν και οι εφηβικές μου αναμνήσεις. Που όλο, λέω, να τις πετάξω μακριά, να τις ξεφορτωθώ κι όλο εκείνες πεισματικά επιστρέφουν στη σκέψη και την καρδιά μου.

(2001)

 

Π. Γ.


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (5)-Σαραμπάντα

 

 


 

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (5)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη, Σαραμπάντα, μικροϊστορίες ημερολογίου, Νησίδες, 2025

 

 

Όλα τα μέχρι τώρα πεζογραφικά κείμενα της Αρχοντούλας Διαβάτη, που η ίδια, ανάλογα της περίστασης, τα χαρακτηρίζει είτε διηγήματα είτε μικρά πεζά, μυθιστορίες, χρονογραφήματα ή ημερολογιακές μικροϊστορίες, συναποτελούν  ένα μικτό είδος γραφής, κάτι μεταξύ όλων των παραπάνω ή και όλα τα παραπάνω μαζί. Το γεγονός αυτό κάνει τα εν λόγω κείμενα πρωτότυπα, γοητευτικά και προσεγγίσιμα από τον αναγνώστη, ακριβώς λόγω του μη ακριβούς υφολογικού και λογοτεχνικού προσδιορισμού τους. (Ο ουδέτερος όρος πεζογραφήματα, που ευφυέστατα, κάποτε, είχε επιλέξει ο Γιώργος Ιωάννου για να προσδιορίσει τα δικά του πεζά, θα ήταν μια κάποια λύση, που ωστόσο, καλώς ή κακώς, η Διαβάτη δεν αποφάσισε ν’ ακολουθήσει.). Όπως και να έχει, το νέο πεζογραφικό βιβλίο της Δ., το Σαραμπάντα, έχει όλα τα πλεονεκτήματα των παλαιότερων βιβλίων της. Στρωτή αφήγηση, μνήμες παλιάς Θεσσαλονίκης, καθημερινότητα, προσωπικά βιώματα και τραύματα ζωής, σκηνές σύγχρονου αστικού παραλογισμού, καταγραφή πολιτιστικών εκδηλώσεων, μέχρι και κριτικές βιβλίων.

Η Δ. είναι ειλικρινής και συνεπής μ’ αυτό που καταγίνεται εδώ και χρόνια. Αναδεικνύει με τα κείμενά της το ελάχιστο και το καθημερινό σε ουσιώδες και μείζον. Τα αφηγηματικά της υλικά απλά (όχι απλοϊκά) και κατανοητά και όχι δυσνόητα και πομπώδη. Διαβάζοντας κάποιος τα βιβλία της έχει την αίσθηση ότι γράφει όχι για τον εαυτό της αλλά για μια ομάδα ανθρώπων, μια συλλογικότητα, που η κοινή συνισταμένη των μελών της είναι η αγάπη γι’ αυτήν την πόλη και μια αισθητικού τύπου κοινή αντίληψη για τα πράγματα.

Στα πρόσφατα βιβλία της ο θάνατος του αγαπημένου συζύγου της, εμφιλοχωρώντας σε αρκετά της πεζά (και ποιήματα) κάνουν τη γραφή της πιο μεστή και κατασταλαγμένη. Εδώ, ας θυμηθούμε και τη ρήση του αείμνηστου Καρόλου Τσίζεκ: «Με φόντο το μαύρο παραπέτασμα του θανάτου, τα χρώματα της αγάπης φαντάζουν πιο μεστά». Αυτό συνέβη και με τη Διαβάτη. Η αγάπη για τον σύντροφό της και η οδύνη της απώλειάς του αποτυπώθηκαν (και αποτυπώνονται) εύγλωττα στα κείμενά της, προκαλώντας στον αναγνώστη πηγαία συγκίνηση, κάτι που, ας μην το ξεχνάμε, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της καλής λογοτεχνίας.

Οι ημερολογιακού τύπου μικροϊστορίες, όπως αυτές του βιβλίου της Δ., ακόμη και οι ημερολογιακές σημειώσεις των συγγραφέων, δεν είναι υποδεέστερο είδος γραφής. Πολλοί διάσημοι συγγραφείς (Καβάφης, Όσκαρ Ουάιλντ, Ντοστογιέφσκι κ. ά.) κατέφυγαν στο ημερολόγιό τους με εκπληκτικά αποτελέσματα. Αυτό το είδος γραφής, απαλλαγμένο εν μέρει από τη συγγραφική αυθεντία, δείχνει γυμνές τις σκέψεις και τις προθέσεις του δημιουργού. Συχνά προκύπτουν λογοτεχνικά διαμαντάκια, κάποιες φορές ακατέργαστα, όμως διόλου αμελητέας αξίας, όπως συμβαίνει και με το βιβλίο Σαραμπάντα της Διαβάτη.

Από τα εννέα ως τώρα βιβλία της συγγραφέως (πεζογραφικά ή ποιητικά) τα οκτώ τελευταία εκδόθηκαν από τις ποιοτικές θεσσαλονικιώτικες εκδόσεις «Νησίδες». Η τύπωση είναι αισθητικά άρτια. Όσο για τον τίτλο: «Σαραμπάντα» είναι το όνομα χορού, που ενώ αρχικά (1583) είχε απαγορευτεί γιατί είχε θεωρηθεί άσεμνος, στην εποχή του Μπαρόκ έγινε εξαιρετικά δημοφιλής, προσλαμβάνοντας τη θέση του στη σουίτα.

 

Δείγμα γραφής (σς. 24-25)

 

Ντύνονταν κι έφευγαν ο ένας μετά τον άλλο, ορίζοντας το πρόγραμμα της επόμενης συνεδρίας, γεμάτοι συμπόνια ίσως όπως αυτή για τον διπλανό τους στο δρόμο, θέλοντας κι αυτοί να αγκαλιάσουν τους αγνώστους που περπατούσαν ανήξεροι δίπλα τους.

Και δεν ήταν η εξάρτηση κι η ανημπόρια του πόνου, εκείνη η προδοσία ήταν, όταν άρχιζε να ανεβαίνει μέσα τους το κύμα του πόνου σαν οργασμός που όμως δεν τους απίθωνε κάτω με ένα χαμόγελο χαμένους και ηττημένους, αλλά ένα χταπόδι τούς άφηνε που το χτύπησαν στο βράχο ξανά και ξανά να μαλακώσει.

 

Π. Γ.







Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Personal zoo (5)-Στον τόπο

 


PERSONAL ZOO (5)

 


Στη στήλη αυτή θα βρίσκετε δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα αναφορικά με τα ζώα. Σκυλιά, γάτες, αμνοερίφια, τσούχτρες, κουνούπια, φίδια, πουλιά, μυρμήγκια και άλλα ζωντανά θα παρελάσουν στις οθόνες σας. Και ας θυμόμαστε πάντα τη φράση του Μίλαν Κούντερα, που θέτει τα ζώα σε ανώτερη θέση σε σχέση με τον άνθρωπο: Τα ζώα δεν διώχθηκαν ποτέ από τον Παράδεισο.           

֎

 

Στον τόπο

 

Κατηφορίζοντας, το πρωί, το στενό, πίσω από το Ιπποκράτειο, για να πάω στη δουλειά μου, βρέθηκα απέναντι σ’ ένα αποτρόπαιο θέαμα. Καταμεσής του δρόμου, ένα γατί, με λιωμένο κεφάλι, χυμένα μυαλά κι εντόσθια, κείτονταν στην άσφαλτο νεκρό. Μια μικρή λιμνούλα αίματος είχε αρχίσει να ξεραίνεται και μόνο τρεις τέσσερις μύγες γυρόφερναν σαδιστικά πάνω απ' το κουφάρι του.

Ανατρίχιασα. Αντικρίζοντας τα ορθάνοιχτα μάτια του −άραγε ακόμα θυμούνταν; κατά τη ρήση του ποιητή*− προσπαθούσα να εικάσω τις φρικτές λεπτομέρειες. Έγιναν τάχα όλα στα σκοτεινά ή μόλις είχε χαράξει; Έτρεχε πολύ ο οδηγός και δεν το είδε; Ή τρόμαξε η γάτα από κάποιο  θόρυβο, πήδηξε από παρακείμενο κάδο σκουπιδιών και βρέθηκε στις φονικές ρόδες που την έλιωσαν;

Ακαριαία, μου ήρθε στον νου ένας παιδικός μου φίλος, ο Πάρης. Μας μάζευε όλους στην παλιά γειτονιά και μας έλεγε σοβαρά σοβαρά πως, αν βλέπαμε ποτέ νεκρό γατί στον δρόμο, έπρεπε να γυρίσουμε το κεφάλι αλλού, να φτύσουμε τρεις φορές στη γη και να τραβήξουμε για λίγο τα μαλλιά μας. Οι περισσότεροι γελούσαν μ’ αυτά τα αφελή και παιδιάστικα ξόρκια. Ανάμεσά τους κι εγώ, που τον κορόιδευα. «Ναι, ρε, έτσι γίνεται, μου το είπε η γιαγιά μου..», επέμενε εκείνος, βέβαιος για την αξία αυτών των ενεργειών. Μεγάλος, κάπου διάβασα πως αυτές οι ενέργειες είναι έθιμα που βασίζονται στον «ανιμισμό» και χάρις σ’ αυτά −όπως πιστεύουν μερικοί− οι ψυχές των πεθαμένων ζώων βρίσκουν γαλήνη κι ηρεμία.

Για μεγάλο διάστημα ξέκοψα από τον Πάρη. Στο λύκειο που τον αντάμωσα και κάναμε σποραδικά παρέα, μου είπε πως το παλεύει να περάσει στο Φυσικομαθηματικό με πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν τα κατάφερε εντέλει και πήγε στα καράβια. Ένας κοινός παιδικός φίλος, χρόνια μετά, με ενημέρωσε πως χάθηκε σε ναυάγιο στον Ειρηνικό. «Τον φάγανε οι καρχαρίες!», μου είπε με μια ωμότητα που με σόκαρε.

Κατάφερα να τραβήξω το βλέμμα μου από το πεθαμένο γατί. Ασυναίσθητα γυρίζω το κεφάλι μου στην αντίθετη κατεύθυνση και φτύνω κάτω τρεις φορές. Ταυτόχρονα πιάνω με το δεξί μου χέρι λίγες τρίχες από το κοντοκουρεμένο κεφάλι μου και τις τραβώ. Τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου, αν όλα αυτά τα έκανα για την ψυχή της πεθαμένης γάτας ή σαν μνημόσυνο στον παιδικό μου φίλο.

(αδημοσίευτο διήγημα γραμμένο το 2004)

 

* «Μάτια σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται», στίχος του Αλέξη Ασλάνογλου.

 

 


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Εκδόσεις "Βαγονέτο"-Η βόλτα με το φτυάρι

 


«Η βόλτα με το φτυάρι» του Δημοσθένη Καμπούρη (κριτική) – Άντρες αβέβαιοι και αναποφάσιστοι, ιστορίες απλές και καλογραμμένες

 

Υποδεχόμαστε τον νεότευκτο εκδοτικό οίκο της πόλης μας, το «Βαγονέτο», που διευθύνει ο καλός πεζογράφος Γιώργος Γκόζης (διατηρεί σε καλαίσθητο χώρο της Ανατολικής Θεσσαλονίκης και το βιβλιοπωλείο «Μεσιέ Σαρλό»), σχολιάζοντας το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο Έλληνα συγγραφέα που εκδίδει. Πρόκειται για τη συλλογή επτά διηγημάτων Η βόλτα με το φτυάρι τού πεζογράφου Δημοσθένη Καμπούρη, που έχει τυπώσει στο παρελθόν δύο ακόμη συλλογές διηγημάτων, το Στη βροχή με μηχανάκι (Ελληνικά Γράμματα, 2001) και το Ο έρωτας στην κωλοτσέπη (Ενύπνιο, 2021). Έκδοση τυπογραφικά άψογη, με λιτό, καλλιτεχνικό εξώφυλλο, σε διχρωμία, που παραπέμπει σε εποχές όπου πλεόναζε η ποιότητα και υπολείπονταν οι χρωματικές ποικιλίες και οι ιλουστρασιόν εντυπωσιασμοί. Ας περιτρέξουμε όμως, κάπως συνοπτικά, στα επτά διηγήματα του βιβλίου. Σε όλες τις ιστορίες ο ήρωας είναι ένας άνδρας, με όνομα πότε Δημήτρης, Τάκης ή Γιάννης.

(για να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου πατήστε στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο:

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/25019-i-volta-me-to-ftyari-tou-dimostheni-kampoyri-kritiki-antres-avevaioi-kai-anapofasistoi-istories-aples-kai-kalogrammenes  )

 


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (1)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 


                           

                                                          Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης-Άγιον Όρος



 

ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1)

 

 

Καρυές

 

1

 

Ο γέροντας Ιωσήφ, ο Κατουνακιώτης, πουλάει στις Καρυές μικροτεχνήματα και μετράει το άχρονο παρόν βαρώντας κομποσκοίνι. Μ’ αφήνει να τον φωτογραφίσω μέσα στη ζέστη του Ιούλη με το φθαρμένο του ζωστικό και τα χέρια ενωμένα στην κοιλιά του με παπαδιαμαντική ευλάβεια. Χείλη μονίμως σφραγιστά, μαθημένα στη σιωπή· βλέμμα καθάριο κι ανυπόκριτο.

Βλέπω τη μορφή του, Φλεβάρη μήνα, στην πόλη, και μια αιώρα με λικνίζει ηδονικά μες στης ζωής τον λίβα τον καυτό. Ένα πολύχρωμο καράβι στα βαθιά της ψυχής και του νου μ’ αρμενίζει.

 

 

2

 

Το πανδοχείο βρόμικο και ταπεινό. Δύο μονά σιδερένια κρεβάτια, ένας νιπτήρας, κάτω η αίθουσα του φαγητού. Μια αυτοκόλλητη μυγοσκοτώστρα, κρεμασμένη από την οροφή, παγιδεύει έντομα. Καύσωνας στο Όρος, ιδρώτας και λαχανιάσματα στις μετακινήσεις μας από Μονή σε Μονή. Δίπλα μας πάμπλουτοι μοναχοί με τσακισμένο το εγώ, δίχως δεκάρα στην τσέπη, καβάλα σε γαϊδούρια μάς προσπερνάνε χαιρετώντας μας. Αεράκι ελευθερίας και ταπείνωσης μάς δροσίζει. Ειρηνικό μελτέμι απ’ των γερόντων τις μορφές και του τοπίου τη γαλήνη φυσά στις ψυχές μας.

 

 

Παΐσιος

 

Μιλούσε γι’ αυτόν με θέρμη ένας καθηγητής μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία, κεντρίζοντάς μου την περιέργεια να τον γνωρίσω από κοντά. Πηγαίνοντας το 1992 στο Όρος, δεν έχασα την ευκαιρία.

Περίμενα καρτερικά ένα δίωρο έξω από την καλύβα του, μαζί με εφτά οχτώ ακόμα επισκέπτες. Έλεγαν πως είσαι πολύ τυχερός εάν συναντήσεις τον Γέροντα, έστω να συζητήσεις για λίγο μαζί του. Ήταν, λέει, ένας Άγιος εν ζωή.

Με το που άνοιξε την πόρτα, έπεσα από τα σύννεφα. Ένα απλό, ταπεινό γεροντάκι με μαύρο σκούφο με κεντημένο σταυρό στο κεφάλι, και κάτι παλιά παπούτσια δίχως φτέρνες, ξεπρόβαλε εμπρός μου. Τον κοίταξα καχύποπτα, δεν τον έκοψα για Άγιο, μάλλον τα παραλέγανε οι πιστοί. Ίσως λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά σε μία μερίδα ανθρώπων προκαλώντας τους μαζική υστερία. Ο Έριχ Φρομ κι ο Σίγμουντ Φρόιντ, μέσα μου, τον είχαν υποσκελίσει. Τον ξανακοίταξα προσεχτικότερα. Κρατούσε ένα πιάτο με λουκούμια.

―Πάρτε, φάρμακα, παλικαρόπουλα…, είπε χαμηλόφωνα.

Ύστερα μάς έφερε καμιά δεκαριά κορμούς δέντρων για να καθίσουμε γύρω του.

Άνοιξε κουβέντα με το πλήθος που τον περίμενε. Ενημερωμένος για όλα. Το Ειδικό Δικαστήριο, τον Παπανδρέου, τον δικαστή Κόκκινο. Ύστερα άρχισε να μιλά για τον Χριστό και την Παναγία. Ένας θεολόγος από την Αθήνα ρώτησε αν υπάρχει ακόμα ελπίδα να σωθεί ο κόσμος.

―Πόσες φορές δίνουμε εξετάσεις σ’ όλη μας τη ζωή; του απάντησε με νόημα.

Φεύγοντας, όλοι τον πλησίαζαν να του εξομολογηθούν κάποιο πρόβλημά τους. Δεν είχα τι να του πω, όμως πλησίασα κι εγώ.

―Εσύ, πώς από 'δω; με ρώτησε διαβάζοντας πάνω μου την έλλειψη σοβαρού λόγου για να τον συναντήσω, ίσως και τη δυσπιστία μου απέναντι στο πρόσωπό του.

―Ευλόγησον, γέροντα, του είπα, επιχειρώντας να ασπαστώ το χέρι του.

Το τράβηξε απότομα και δεν πρόλαβα.

―Βρες έναν πνευματικό, βρε αγόρι μου, να μην παιδεύεσαι. Η Παναγιά μαζί σου…, με ξεπροβόδισε.

Ούτε μάγος ήταν ούτε θαυματοποιός. Η ζωή μου δεν άλλαξε που τον συνάντησα. Δεν ξέρω αν κέρδισα απ’ αυτό το πλησίασμα, αν έγινα καλύτερος. Όμως την ηρεμία του προσώπου του και το ανυπόκριτο βλέμμα του τα κράτησα βαθιά μέσα μου σαν φυλαχτό.

 

͌⃰

Πέρασαν χρόνια από εκείνο το μεσημέρι, ο Γέροντας κοιμήθηκε, κι εγώ ψάχνω ακόμα απεγνωσμένα για το θαύμα του. Τα άγχη, οι φιλοδοξίες και τα αδιέξοδα μού χτυπούν τον ώμο ανησυχητικά, ώρες ώρες ανυπόφορα. Ένα βάρος αφόρητο με πιέζει κάποιες στιγμές, με καθηλώνει, μου κόβει τα γόνατα. Ο Φρομ και ο Φρόιντ, παρότι τους έφαγα με το κουτάλι, δεν μου δίνουν, πλέον, λύσεις. Και πώς να προσμένω το θαύμα, όταν η επαφή μου με τα Θεία και την Εκκλησία εξακολουθεί να παραμένει χλομή, σχεδόν αναιμική; Ίσως αν προλάβαινα τότε να του φιλήσω το χέρι… Ίσως αν τον έβλεπα διαφορετικά…

Κλείνω τα μάτια και φέρνω στον νου το παλιό προσκύνημά μου στο Περιβόλι της Παναγίας. Το δύσβατο μονοπάτι, την πυκνή βλάστηση. Την αγωνία και τη λαχτάρα εκείνων που ήθελαν να συναντήσουν τον Γέροντα. Τα βάσανα του κόσμου. Και το πορτάκι ανοίγει. Η μαυροφορεμένη σιλουέτα γλιστρά αθόρυβα με τα λουκούμια στο χέρι. Λόγια ιαματικά, φάρμακα και βάλσαμο ψυχής για τους λαβωμένους των στασιδιών. Η παράξενη λάμψη στα μάτια του Γέροντα. Η ελπίδα στα μάτια των προσκυνητών. Κάτι είχε γίνει εκείνη τη στιγμή στην καλύβα του Γέροντα που δεν είχα, τότε, αντιληφθεί. Κάποια Θεία Κοινωνία συντελέστηκε. Κάτι δύσκολο και απροσδιόριστο στο να εξηγηθεί. Κάτι που έχει να κάνει με τις ψυχές και τα βλέμματα.

Γαληνεύω και μόνο με την ανάμνηση εκείνου του μεσημεριού. Το μυαλό ξεθολώνει, η ψυχή απαλύνεται. Δεκαέξι χρόνια μετά, η αναπόληση, και μόνο, μιας στιγμής μού προκαλεί ανεξήγητη ευφορία. Δεκαέξι χρόνια μετά, το θαύμα επιτέλους ζυγώνει.

1995, 2008

 

[Το αφήγημά μου «Παΐσιος» περιλαμβάνεται στο βιβλίο Από το τραπέζι του Γέροντα Παϊσίου (ανθολόγηση-επιμέλεια Αναστάσιου Ομ. Πολυχρονιάδη), εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη, 2η έκδοση, 2010]


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Σημειωματάριο (1)

 



ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

  

                



(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

 


 

Ο τύπος στο μπαρ δείχνει άνθρωπο που είναι μέτοχος στην επιχείρηση και που όλη τη μέρα περιφέρεται στον χώρο δίχως να κάνει απολύτως τίποτα.


                                          


 

Η εμμονή της αιωνιότητας και ο φόβος του θανάτου.

 


                                                    



(κούριερ με μηχανάκι)

 

Βάζω στο πικάπ δίσκο της τζαζ, σε μέτρια ένταση, με κλειστά παράθυρα. Στην πιλοτή του διπλανού διαμερίσματος έχει παρκάρει κούριερ με μηχανάκι. Έχοντας αφήσει αναμμένη τη μηχανή ο υπάλληλος ψάχνει στα κουδούνια να παραδώσει δέμα. Το μούγκρισμα της μηχανής του διαπερνά το παράθυρο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το μαγικό σόλο του πιανίστα. Δεν έχω το δικαίωμα να του κάνω παρατήρηση. Νόμιμος εργαζόμενος είναι, βιάζεται να προλάβει τις παραδόσεις του, φορά επιπλέον και κράνος στο κεφάλι για προστασία. Τον κοιτάζω από το παράθυρο κι απλώς δυσφορώ άπραγος. Σε δύο τρία λεπτά κατεβαίνει από την πολυκατοικία, ανεβαίνει στο μηχανάκι που εξακολουθεί να μουγκρίζει έρημο κι εξαφανίζεται. Δυναμώνω την ένταση στο πικάπ. Και ή τζαζ θριαμβεύει.

 

                                                   


 

Συζητώντας με τον Π. Σ. για την παράξενη συμπεριφορά ενός κοινού γνωστού μας, τον χαρακτήρισα τοξικό. «Κάποτε τους τοξικούς τούς λέγαμε κακούς, και έτσι συνεννοούμασταν καλύτερα» με έβαλε στη θέση μου.

 

                                                  


 

(ο διάολος στις λεπτομέρειες)

 

Άκουγα το πρωί πολιτική συζήτηση εκπροσώπων κομμάτων στην τηλεόραση. «Δεν γίνεται έτσι διάλογος» έλεγε ο ένας. «Θα πρέπει οι αγρότες να προχωρήσουν σε διάλογο» τον αντέκρουε άλλος. «Αυτός ο διάλογος είναι προσχηματικός» συμπλήρωσε ένας τρίτος. Κι ένας τέταρτος, με όχι τόσο καλή άρθρωση λόγου, «παρόλα αυτά ο διάλοος θα πρέπει να προχωρήσει» απεφάνθη, τρώγοντας το γάμα από τη λέξη. Σκέφτηκα πως αυτός ο τέταρτος, άθελά του, μας αποκάλυψε τι είχε συμβεί: Ο διάλοος είχε χωθεί στη συζήτηση και στα χαρτιά τους, όπως ο διάολος έχει πάντα την κακή συνήθεια να τρυπώνει στις λεπτομέρειες.

 

                                                         

 

Η δημοσιογράφος πολιτιστικής ραδιοφωνικής εκπομπής βιάστηκε να διορθώσει το σαρδάμ που έκανε αντικαθιστώντας τη λέξη «δρόμος» του τίτλου της εκπομπής με τη λέξη «χρόνος». Γέλασε χαμηλόφωνα για το ατόπημα της κι άρχισε  να δικαιολογείται με τις ώρες. Ποιος ο λόγος; αναρωτήθηκα. Ποιος ο λόγος αφού κάθε δρόμος είναι χρόνος. Και κάθε χρόνος, δρόμος.

 

                                                     

 

Μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου έβγαλα τον σελιδοδείκτη και τον παράτησα στο κομοδίνο. Το βιβλίο το τακτοποίησα στο ράφι μαζί με άλλα βιβλία του είδους του. Το άλλο πρωί το μάτι μου έπεσε στον ξεχασμένο σελιδοδείκτη. Μου φάνηκε σαν να εξέπεμπε κάποιας μορφής θλίψη. Ήθελε, φαίνεται, να χωθεί στις σελίδες κι άλλου βιβλίου, να χορτάσει κι άλλες ιστορίες.

 

 

                                                         

 

Κοιτάζω τη φωτογραφία της εφημερίδας στις εξεγέρσεις της Τεχεράνης και τρέμω από θαυμασμό και συγκίνηση. Μια όμορφη νέα κοπέλα σε κάποια πλατεία, με ακάλυπτο το πρόσωπο της, ανάβει το τσιγάρο της καίγοντας μια αφίσα του Χαμενεΐ. Τι τόλμη, τι υγιές θράσος, τι ερεθιστικός τσαμπουκάς! Δεν τολμώ να φανταστώ τι την περιμένει από τους «φρουρούς» του άθλιου καθεστώτος. Την ξανακοιτάζω απορροφημένος από το μεγαλείο της. Ίσως το πιο δυνατό ποίημα που έπεσε στην αντίληψη μου το τελευταίο διάστημα. Αλήθεια, ποια επιτροπή απονομής λογοτεχνικών βραβείων του πλανήτη θα τολμούσε να  απονείμει σ’ αυτή τη μέγιστη ποιήτρια έστω μια απλή τιμητική διάκριση;

 

 

                                                         

 

Άνθρωποι που δεν κλότσησαν ποτέ στην ζωή τους μπάλα γράφουν μελέτες για το ποδόσφαιρο. Και άλλοι, που δεν πάτησαν το πόδι τους σε γήπεδο γιατί «απεχθάνονται» τη βία  και τις βωμολοχίες, τις παρουσιάζουν στο ανυποψίαστο κοινό, που τους πιστεύει ακράδαντα.

 

Π. Γ.