Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Τσιγάρο με τον Καραϊσκάκη

 


 

 

[Με αφορμή τη σημερινή επέτειο της 25ης Μαρτίου αναδημοσιεύω ένα διήγημά μου, που περιλαμβάνεται στη συλλογή μου Η εγγύτητα των πραγμάτων (Νησίδες, 2021). Θα το βρείτε και στην επετειακή συλλογή 1821 μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (24γράμματα, 2020, επιμέλεια Ελ. Ιντζέμπελης)]

 

 

֎

 

 

ΤΣΙΓΑΡΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑÏΣΚΑΚΗ

 

 

 

Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτό το καμαράκι. Αυτή η αραχνιασμένη αποθηκούλα στο υπόγειο του Γυμνασίου, τιγκαρισμένη από ανθρώπινα ομοιώματα για την Ανθρωπολογία, χαλασμένες υδρόγειες σφαίρες δίχως άξονα και βάση, σκουριασμένες ζυγαριές πειραμάτων Φυσικής, σκοροφαγωμένο εποπτικό υλικό και τα πορτρέτα έξι-επτά αγωνιστών της επανάστασης, να περιμένουν κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη ημερομηνία για ν’ αποκαθηλωθούν στο γυμναστήριο, στην επέτειο του ’21. Εδώ χώνομαι σε κάποια διαλείμματα και καπνίζω. Άτυπο καπνιστήριο το καθιερώσαμε οι θεριακλήδες καθηγητές, με τη σύμφωνη γνώμη του γυμνασιάρχη. Ο οποίος στην αρχή ήταν αρνητικός με την ιδέα, φοβούμενος τις συνέπειες του Γραφείου, αλλά μετά υπαναχώρησε – ας όψεται το δικό του πάθος με τη νικοτίνη.

Ο χώρος είναι τρία επί τρία –σωστό κελί– και δεν χωρά παραπάνω από έναν καπνιστή, οπότε όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. Ο επόμενος θα καπνίσει σε άλλο κενό ή σε άλλο διάλειμμα ή αφού αποχωρήσει ο προηγούμενος θεριακλής. Τώρα, μάλιστα, με τον κορωνοϊό δόθηκε εντολή από τον γυμνασιάρχη να μπαίνουμε με μάσκα. Και στο τέλος να απολυμαίνουμε τα πάντα. Αφού δεν υπάρχει καν παραθυράκι για εξαερισμό, αναγκαζόμαστε εμείς να τα κάνουμε όλα λαμπίκο. Σ’ αυτόν τον χώρο είμαστε καθηγητές, καπνιστές και καθαριστές ταυτόχρονα. Εγώ, τελευταία, συχνάζω εδώ και για έναν ακόμη λόγο. Αποφεύγω να συναντώ στο γραφείο τη Δήμητρα. Όχι για τήρηση αποστάσεων, μέτρα προφύλαξης και τέτοια υποχονδριακά. Αλλά πώς ν’ αντικρίσεις ένα πρόσωπο που είχες μαζί του σχέση εδώ και τέσσερις μήνες, και στην τελευταία επαφή σου μαζί της σού αποκάλυψε πως σκέφτεται ακόμη, κάποιες φορές, τον πρώην της; Και πως δεν είναι σίγουρη αν η σχέση μαζί σου οδηγεί πουθενά. Ανασφαλείς γυναικείοι χαρακτήρες, τι να πεις… Δυσερμήνευτα πλάσματα. Ή όπως το θέτει ποιητικότερα ένας κολλητός μου από τον στρατό: «η αθέατη όψη του φεγγαριού».

Τελειώνοντας το μάθημα με το Α2 –τους έχω κάνει σαΐνια στην κλίμακα του ντο, ακόμη και τους πιο άμουσους– τρυπώνω πάλι στην αποθηκούλα για να καπνίσω. Ρυθμίζω τη μάσκα κάτω από το στόμα κι ανάβω τσιγάρο. Έξω, στην πόρτα, είναι αναρτημένο το ταμπελάκι «Κατειλημμένη», οπότε ο επόμενος θεριακλής θα καταλάβει και θα κρατηθεί για αργότερα. Περιμένω πώς και πώς να τελειώσει αυτή η δίσεκτη σχολική χρονιά, να κατέβω στα μέρη μου, στον θεσσαλικό κάμπο, ν’ ανταμώσω με γονείς και φίλους, γιατί η πανδημία με έχει τρεις μήνες τώρα καθηλωμένο στη Θεσσαλονίκη. Ίσως ξεκόψω κι από κείνη, και σκεφτώ καθαρότερα για τη σχέση μας. Γιατί όσο συναντιόμαστε καθημερινά, όσο χώνεται ο ένας στα πόδια του άλλου, πάντα θα βρίσκεται κάποια αιτία αυτού που ονομάζω «υποτροπή στη συνέχιση της αδιέξοδης σχέσης». Κι αυτός που συνήθως υποτροπιάζει, που άγεται και φέρεται και σέρνεται πίσω της σαν σκυλάκι, είμαι εγώ.

Ασυναίσθητα αγγίζω τα πορτρέτα των αγωνιστών του εικοσιένα που νιώθω να ασφυκτιούν σ’ αυτό το στενόχωρο μέρος. Τέτοια λαμπρά πνεύματα, τέτοιες αδούλωτες ψυχές, τέτοιους γενναίους πολεμιστές και να τους ντουμανιάζουν ασύστολα καθηγητές και καθηγήτριες ή κάτι ψυχάκηδες σαν και ελλόγου μου, τι κρίμα… Σκέφτομαι πως θα άξιζαν οπωσδήποτε καλύτερης μεταχείρισης, έναν τοίχο φέρ’ ειπείν για μια μόνιμη διά βίου ανάρτηση ως ένδειξη αναγνώρισης των ανδραγαθημάτων τους. Όταν φτάνω στην εικόνα του Καραϊσκάκη κοκαλώνω. Το βλέμμα του δεν έχει καμία σχέση με το πράο και ήπιο βλέμμα του Κωνσταντίνου Κανάρη, το κιμπάρικο της Μαντώς Μαυγογένους ή το γοητευτικά υπερήφανο του Αθανασίου Διάκου. Επικεντρώνεται πάνω μου κάπως αδιάκριτα, θαρρείς τρυπά το τζαμάκι του κάδρου του και με καρφώνει ανελέητα. Τα καλυμμένα από μαύρα μουστάκια χείλη του αρχίζουν να σαλεύουν. Στην αρχή αργά, με κανονικό ρυθμό κατόπιν.

–Τι γίνεται εδώ, ρε παλληκάρι;

Χάνω το χρώμα μου, τη μιλιά μου, όμως οφείλω να του απαντήσω. Κοτζάμ Καραϊσκάκης μού απευθύνει τον λόγο και θα μείνει αναπάντητος; Το λιγότερο, δεν είναι τιμητικό για το πρόσωπό του. Ούτε και ευγενικό.

–Τι εννοείτε; Αποθήκη είναι εδώ. Καπνιστήριο γυμνασίου.

–Α, έτσι… Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί δεν μας βγάλατε φέτος στη γιορτή που κάνετε κάθε χρόνο;

–Πού να σας εξηγώ… Υπάρχει μια επικίνδυνη πανδημία αυτόν τον καιρό στον πλανήτη, και είχαν κλείσει τα σχολεία. Πεθαίνει κόσμος σε όλη τη γη, πολλές χιλιάδες άνθρωποι. Ακόμα βασανιζόμαστε…

–Τι μου λες;

–Ναι, και γι’ αυτό τον λόγο, φέτος, ακυρώθηκε δυστυχώς η επέτειός σας. Του χρόνου όμως…

–Τι θα γίνει του χρόνου;

–Κλείνουν διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821. Θα σας γιορτάσουμε όλους με μεγαλοπρέπεια. Θα σας τιμήσουμε δεόντως.

Σαν να σηκώθηκε το χέρι από το σπαθί του και έσιαξε τις μουστάκες του – έτσι μού φάνηκε.

–Πολύ σκεφτικό σε βλέπω τελευταία. Κι όλο καπνίζεις. Έχεις κάτι;

–Ε, αναποδιές. Πού να σας εξηγώ τώρα, κύριε Καραϊσκάκη;

–Μίλησέ μου. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου και θα σε καταλάβω.

Του είπα για το σαράκι που μ’ έτρωγε με τη Δήμητρα, τη βιολόγο του γυμνασίου. Για το διπλό παιχνίδι που ήμουν σίγουρος πως έπαιζε μαζί μου. Τον τρόπο που κινούσε τα νήματα κι εγώ έτρεχα πίσω της σαν μαριονέτα.

–Γι’ αυτά χολοσκάς, μωρέ; Αυτά, εμείς, τότε, δεν είχαμε χρόνο να τα σκεφτούμε. Εμένα καλόγρια ήταν η μάνα μου – τώρα σε μοναστήρι γεννήθηκα, σε σπηλιά, θα σε γελάσω. Η φυματίωση με ταλαιπώρησε από μικρό μέχρι τα υστερνά μου. Πήγα και στα Επτάνησα σε καλούς γιατρούς, γνώρισα εκεί και τη Μαριώ που ήταν τουρκοκόρη, τα φτιάξαμε ένα φεγγάρι, την είχα νοσοκόμα. Νοσοκόμα και ερωμένη. Οι Τζαβελαίοι ήταν φίλοι μου, χρυσά παιδιά! Εκείνος ο Μαυροκορδάτος μονάχα μού στάθηκε στο στομάχι…

–Σας πολέμησε πολύ, έτσι γράφει η Ιστορία.

–Μόνο με πολέμησε… Πρέπει να γνωρίζεις πως είχα πολύ τραγικό τέλος…

–Ναι, το γνωρίζω αυτό από τα σχολικά εγχειρίδια…

–Τίποτα δεν γνωρίζεις…

Σαν να χάιδεψε πάλι τις μουστάκες του, το ύφος του έγινε ακόμη πιο μαύρο και άγριο, τα λόγια έφευγαν από τα χείλη σαν καρφιά.

–Στις 23 του Απρίλη του 1827 ήμουν πολύ άρρωστος. Στο Κερατσίνι ήμασταν, εκεί είχαμε στρατοπεδεύσει, από απέναντι οι Τούρκοι μάς προκαλούσαν ως συνήθως. Ακούστηκαν φωνές, απειλές, κατάρες. Βγήκα να δω τι συνέβαινε…

–Και δεχτήκατε τη σφαίρα κατάστηθα, συμπλήρωσα.

–Βιάζεσαι. Εκτός από αδέξιος και δειλός με τις γυναίκες είσαι και πολύ βιαστικός. Και πιστεύεις πολύ σε ό,τι γράφει ο ένας και ο άλλος…

–Τι συνέβη δηλαδή;

–Πράγματι έφαγα σφαίρα. Και απ’ αυτήν σκοτώθηκα. Και πράγματι οι Τούρκοι απέναντι με είχαν πάρει χαμπάρι και με σημάδευαν. Όμως, προτού σβήσω, τους είδα να έρχονται σαν σκιές. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Τους αναγνώρισα. Ήταν άνθρωποι του Μαυροκορδάτου, εκείνου του σκύλου, κρυμμένοι στον χώρο του στρατοπέδου. Δεν ξέρω αν πυροβόλησαν εκείνοι ή οι Τούρκοι. Έφυγα μ’ αυτήν την απορία ζωγραφισμένη στα χείλη. Οι παλιότουρκοι με έφαγαν ή οι υποτακτικοί, οι τζουτζέδες εκείνου του σκύλου; Ακόμη και στη μετέπειτα ζωή μου απ’ αυτό βασανίζομαι. Εσείς τώρα με δαφνοστεφανώνετε, με τραγουδάτε, λέτε ποιήματα για χάρη μου, τιμάτε το όνομα και τον αγώνα μου, αλλά εμένα με τρώει ακόμη η αμφιβολία. Πάντα θα με τρώει…

Γέμισα σκέψεις. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως ολόκληρος Καραϊσκάκης θα ταλανιζόταν μετά θάνατον από τέτοια ζητήματα, όπως κι εκείνος ποτέ του δεν θα φανταζόταν ότι ένας σύγχρονος, ελεύθερος, νέος και σχετικά εμφανίσιμος Έλληνας θα ταλανιζόταν και θα υπέφερε από κάποια Δήμητρα.

Τίναξα προσεκτικά τη στάχτη σε ένα πλαστικό ποτηράκι με κατακάθια του καφέ και τον κοίταξα. Εκείνος με ρώτησε:

–Θέλεις να της μιλήσω εγώ όταν έρθει να καπνίσει; Να φύγει η αμφιβολία από το πρόσωπό σου…

Δίστασα αλλά του το είπα:

–Αφήστε, καλύτερα. Εσείς ήσασταν και αθυρόστομος…

Σαν να χαμογέλασε. Ύστερα, απρόσμενα, άρχισε να τα βάζει μαζί μου.

–Ζωήρεψε, μωρέ! Φέρσου σαν άντρας. Εδώ διώξαμε την Τουρκιά και ελευθερώσαμε την Ελλάδα για να ’χετε σήμερα εσείς οι νέοι τέτοια μούτρα; Πιάσ’ την και μίλα της σταράτα. Το και το. Τι φοβάσαι; Γαμώ τα πρέκια σας, μέσα! Άντρες είστε εσείς ή κλανιάρηδες;

Άρχισε πάλι να βρίζει. Έκρινα πως έπρεπε να σταματήσω την κουβέντα μαζί του. Δεν ανεχόμουν να με βρίζουν ούτε για το καλό μου.  Ακόμα κι αν αυτός που με έβριζε λεγόταν Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ταχτοποίησα το πορτρέτο του στην πίσω σειρά μαζί με τα υπόλοιπα, πέταξα τα αποτσίγαρα στο καλάθι, καθάρισα με απολυμαντικό το τραπέζι και το πόμολο της πόρτας κατά το πρόσταγμα του γυμνασιάρχη, φόρεσα τη μάσκα μου και κατευθύνθηκα στο γραφείο. Είχα μισή ώρα στη διάθεσή μου μέχρι να ανέβω στη δεύτερη τάξη για το μάθημα της Μουσικής. Σαββόπουλο θα τους έπαιζα σήμερα με το ακορντεόν, το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη».

Μπήκε αθόρυβα σαν τη γάτα στο γραφείο κι αμέσως οδηγήθηκε στον ψύκτη για να βάλει νερό. Ένιωθε σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, ούτε μάσκα στο πρόσωπο ούτε τίποτα. Είχε ζέψει τον γάιδαρό της για τα καλά. Μόλις με είδε, ένα πονηρό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. Έκανε να με αποφύγει, κάνοντας πάλι τα νεύρα μου τσατάλια.

Δεν ξέρω από πού, από ποιον ένδοξο αέρα ποιας ηρωικής εποχής φούσκωσε το στήθος μου. Ένιωθα να ψηλώνω. Δεν άντεχα να ζω με την αμφιβολία. Άφησα το ακορντεόν στο γραφείο κι έτρεξα να την προλάβω προτού μπει στην τάξη της για την επόμενη ώρα.

Τη σταμάτησα στη μέση του διαδρόμου.

–Κοίτα να δεις, Δήμητρα, της είπα μ’ ένα θάρρος πρωτόγνωρο για την ψυχοσύνθεσή μου. Νομίζω πως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μεταξύ μας κάποια πράγματα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Ή συνεχίζεις μαζί μου ή μαζί του. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει… Διάλεξε!

Όταν, το επόμενο διάλειμμα, ξαναχώθηκα στην αποθηκούλα για να καπνίσω, ήμουν πιο ήρεμος με τον εαυτό μου. Είχα πετάξει το μπαλάκι προς το μέρος της, ας αποφάσιζε εκείνη κι ας μου έλεγε. Παραδίπλα, ο γιος της καλόγριας, μέσα από το κάδρο του, επιδοκίμαζε τη στάση μου χαμογελώντας.

Π. Γ.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ημέρα ποίησης-Ένα ποίημα

 

 

 

Παγκόσμια ημέρα ποίησης η σημερινή και ξεκίνημα της άνοιξης. Τα τιμούμε και τα δύο σεμνά, όπως αρμόζει, δίχως περιττές κωδωνοκρουσίες, με ένα αδημοσίευτο ποίημα.

 

֎

 

 

ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

 

 

Και ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος

αρχίζει να χιονίζει.

Νιφάδες μνήμης στροβιλίζονται στον αέρα.

Πρόσωπα σαν από βαμβάκι

μορφές αγαπημένες που πια εξαϋλώθηκαν

παίρνουνε σάρκα και οστά.

Όλο εκείνο το ευλογημένο λευκό 

του παρελθόντος

έρχεται πάλι να σε συντροφεύσει.

 

Αφήνεις τα ποιήματα, αφήνεις τα κύματα

και τρέχεις σαν παιδί να πιάσεις λίγο χιόνι

ν’ αγγίξεις κάτι απ’ τα παλιά.

Όμως με την παραμικρή αφή

το χιόνι λιώνει

και το τοπίο αλλάζει ακαριαία.

 

Τα χιόνια του καλοκαιριού

εξαφανίζονται όπως τα όνειρα

σώνονται όπως τα θαύματα

λιώνουν όπως οι ξεχασμένες αγάπες.

Και μένεις πάλι ολομόναχος,

Ιούλιο μήνα, μ’ ένα ξυλάκι παγωτό στο χέρι

να ελπίζεις –αμετανόητος– σε νέο χιονιά.

 

Π. Γ.


Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (6): Γεώργιος Σχορετσανίτης

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (6)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου, εκδ. Οδός Πανός, 2025

 

Όταν μιλάμε για λογοτεχνία του Αμερικάνικου Νότου το μυαλό μας πηγαίνει ακαριαία στον «πατέρα» της λογοτεχνίας του Νότου, τον Ουίλιαμ Φόκνερ (1897-1962). Μετά ξεπηδούν κι άλλες σημαντικές μορφές, όπως ο θεατρικός συγγραφέας Τένεσι Ουίλιαμ, ο Τρούμαν Καπότε, η Φλάνερι ο Κόνορ, για να φτάσουμε μέχρι τη σύγχρονη Τόνι Μόρισαν (1931-2019), που βραβεύτηκε με Νόμπελ το 1993 και που με το συνολικό της έργο αντιτάχθηκε στη σεξιστική και ρατσιστική γλώσσα, στη σκλαβιά, τη γενοκτονία και τον πόλεμο. Κοινά στοιχεία της λογοτεχνίας των παραπάνω συγγραφέων η καταγραφή ιστορικών γεγονότων, η φυλετική ένταση, η ανθρώπινη παρακμή και οι οικογενειακές σχέσεις. Αυτή όμως η λογοτεχνία του Αμερικάνικου Νότου έχει βαθιές ρίζες, που φτάνουν σε βάθος χρόνου. Αυτές τις ρίζες, δηλαδή τις απαρχές της, μελετά ο συγγραφέας Γεώργιος Σχορετσανίτης στο βιβλίο του Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου (Οδός Πανός, 2025). Θα σταθώ μόνο σε μερικά σημεία-πληροφορίες, που τα θεωρώ σημαντικά και που φωτίζονται από τον συγγραφέα επαρκώς.

  Μία κατηγορία λογοτεχνών του Νότου (οι πρώτοι χρονολογικά και οι περισσότεροι που έδωσαν έργα στις αρχές και στα μέσα του 19ου αιώνα) πάτησαν στα βιβλία τους στη «λευκή παράδοση». Εξύμνησαν δηλαδή το καθεστώς των απέραντων φυτειών, θρηνώντας για ένα παρελθόν το οποίο στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε (σ. 12)

  Η θεωρία της «χαμένης αιτίας» (νοσταλγία για το Συνομοσπονδιακό παρελθόν, συλλογική λήθη της φρίκης της σκλαβιάς των μαύρων, χρήσιμο εργαλείο συμφιλίωσης Βορρά-Νότου μετά τον Αμερικανικό εμφύλιο) επηρέασε και κατηύθυνε πολλούς λογοτέχνες. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της λογοτεχνικής τάσης ο Τόμας Νέλσον Πέιτζ (1853-1922) (σ. 64).

  Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849), που, πέρα από σημαντικός συγγραφέας, υπήρξε και εξέχων κριτικός της γενιάς του, βοήθησε σημαντικά σε μια στροφή προς μια πιο κοινωνική ματιά στο θέμα της δουλείας και της καταπίεσης των μαύρων από τους λευκούς. Υπήρξε εμβληματικός εκπρόσωπος του κριτικού πνεύματος. Πρώτος παρατήρησε πως «πολλοί νότιοι συγγραφείς στις πρώτες και μεσαίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αναγκάστηκαν να αγωνιστούν με δύσκολα πολιτιστικά και πολιτικά συστήματα που δεν υιοθέτησαν εναλλακτικές ιδεολογίες, αλλά αντίθετα επέστρεψαν σε δυσάρεστα ρατσιστικά και αντιδραστικά ιδεώδη» (σ. 148).

  Η Χάριετ Μπίτσερ Στόου (1811-1896) υπήρξε συγγραφέας-υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας. Το μνημειώδες βιβλίο της Η καλύβα του μπαρμπα Θωμά εκδόθηκε το 1852 και έγινε πασίγνωστο σε όλη τη χώρα – οι πωλήσεις του υπολείπονταν μόνο από εκείνες της Βίβλου. Θεωρείται πως η κυκλοφορία του συνδαύλισε το αποσχιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1850.

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης, που στο παρελθόν ασχολήθηκε και σε άλλα του βιβλία με την αμερικάνικη λογοτεχνία, με αυτό το βιβλίο-μελέτη αναλύει και εξηγεί όλο το παρελθόν της λογοτεχνίας του Αμερικάνικου Νότου, το ιστορικό πλαίσιο, τις παθογένειες της εποχής αλλά και τις κατευθύνσεις που αυτή ακολούθησε. Είναι χρήσιμο να τα γνωρίζουμε όλα αυτά για να ερμηνεύουμε σωστότερα και με γνώση τα σύγχρονα λογοτεχνικά ρεύματα αλλά και να αντιληφθούμε καλύτερα την ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα που, παραδοσιακά, χαρακτηρίζει τη γραφή των συγγραφέων του Αμερικάνικου Νότου, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

 

Π. Γ.

 

 

 


Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Το τραύμα της ανθρώπινης απώλειας/ Κριτική

 


ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ «ΝΕΚΥΙΑΣ 20kg»

ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ

 




Ολοκληρώθηκε με επιτυχία η πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Σάκη Σερέφα «Νέκυια 20kg», στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών. Στη φωτογραφία μέλη του θιάσου και συντελεστές της παράστασης χαιρετούν το κοινό. Μπορείτε να διαβάσετε κριτική του θεατρικού έργου και της παράστασης στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:

 

                           https://bookpress.gr/politismos/theatro-xoros/25297-nekyia-20kg-tou-saki-serefa-sti-    moni-lazariston-to-trayma-tis-anthropinis-apoleias

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

ΝΕΚΥΙΑ 20 kg. στο ΚΘΒΕ




Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει

το νέο έργο του Σάκη Σερέφα

«Νέκυια 20 kg»

Σε σκηνοθεσία Ανδρομάχης Χρυσομάλη

Η Υπόθεση

Μια προσωπική «κάθοδος»

Εμπνευσμένο από τη ραψωδία λ της Οδύσσειας, το έργο μεταφέρει την έννοια της «Νέκυιας» —της επικοινωνίας με τους νεκρούς— από το επικό επίπεδο στο προσωπικό.

Μια γυναίκα και ένας άντρας, ερμηνευμένοι από τον Τάσο Παλαντζίδη και την Πελαγία Αγγελίδου, συναντιούνται σε έναν χώρο μνήμης. Εκεί, το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν, και η προσωπική ιστορία μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή αναμέτρηση.

Η Σκηνοθετική Προσέγγιση

Η Ανδρομάχη Χρυσομάλη, μετά την επιτυχημένη θητεία της σε κλασικότερα κείμενα, καταπιάνεται με τη σύγχρονη γραφή του Σερέφα.

*Στη Ροή του Χρόνου

Η παρουσία δύο ακόμη ηθοποιών —Καραγιάννης και Μαλγαρινού— που υποδύονται τους κεντρικούς ήρωες σε νεαρή ηλικία, δημιουργεί μια παράλληλη δράση ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα», αναδεικνύοντας τη διαρκή συνομιλία του ανθρώπου με το παρελθόν του. Στο έργο συμμετέχουν επίσης οι ηθοποιοί Αγγελική Κιντώνη και Ζωή Ευθυμίου.


*Στη Μουσικότητα

Η πρωτότυπη σύνθεση της Χρύσας Γούτα και η σκηνική κίνηση του Δημήτρη Σωτηρίου διαμορφώνουν ένα ατμοσφαιρικό περιβάλλον. Το Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών μετατρέπεται σε έναν «ενδιάμεσο» τόπο μνήμης — έναν χώρο όπου η ανάμνηση αποκτά σώμα και φωνή. 

Διαβάστε περισσότερα:https://kulturosupa.gr/theatromania/erga-kai-parastaseis/nekyia-20-kg-o-sakis-serefas-epistrefei-sto-kthve-me-mia-sygklonistiki-kathodo-sti-mnimi-2/

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (2)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 

             



ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (2)

 

 

Θολές εποχές

 

 

Καλοκαίρι του 1990, ακριβώς τριάντα χρόνια πριν. Έχει προηγηθεί το «βρόμικο ’89», το χρηματοπιστωτικό σκάνδαλο Κοσκωτά, η αποπομπή του Παπανδρέου στο Ειδικό δικαστήριο. Τα μακρυμάνικα πουκάμισά μας – το δικό μου και του Νίκου – οφείλονται όχι σε τερτίπια του καιρού και της φύσης, αλλά για λόγους ευπρέπειας. Βρισκόμαστε στον περίβολο της Μονής Γρηγορίου, στη μία και μοναδική έως τώρα επίσκεψή μας στο Περιβόλι της Παναγίας. Τα πρόσωπα φρέσκα και ξεκούραστα, τα μαλλιά μαύρα και πυκνά. Δεν υπάρχουν ίχνη προσωπικής, επαγγελματικής ή οικογενειακής φθοράς επάνω μας. Το δισάκι με τα αναγκαία – κονσέρβες, φωτογραφική μηχανή, χαρτομάντιλα, μπουκαλάκια με νερό – το έχω εναποθέσει σ’ εκείνον και έχω ξεμπερδέψει. Δεν θυμάμαι ποιος μας απαθανάτισε σ’ αυτήν τη στάση: προσκυνητής ή μοναχός;

Την προηγούμενη μέρα, στον ίδιο χώρο, ένας μοναχός μάς είχε αραδιάσει ένα τσουβάλι πατάτες για να τις καθαρίσουμε, κάτι που αρχικά μάς δυσαρέστησε αφού το στρατιωτικό μας με όλα τα συμπαρομαρτούντα μάς ήταν σχετικά πρόσφατο. Στην τράπεζα, στο απόδειπνο και στο αρχονταρίκι της μονής αποζημιωθήκαμε. Η μυσταγωγία των λειτουργιών, οι διά Χριστόν σαλοί, τα πολλά μορφωμένα καλογέρια που πιάσαμε κουβέντα μαζί τους, το κύμα που έσκαζε στον αρσανά όλο το βράδυ και μας γαλήνευε σύγκορμους, νωπά στη μνήμη μου. Ήμασταν έτοιμοι να πάμε στις Καρυές, και κατόπιν σε μια κοντινή καλύβα, έξω από το Κουτλουμούσι, για να γνωρίσουμε τον γέροντα Παΐσιο, που, τότε, ήταν κάτι σαν θρύλος και σήμερα έχει ανακηρυχτεί άγιος. Η αναμονή στην αυλή, οι κουβέντες του, το ανήσυχο βλέμμα του, η καταληκτική του φράση όταν μας ξεπροβόδησε –πάρτε φάρμακα, παλικαρόπουλα!–, βάζοντας στο χέρι μας λουκούμια, ακόμη φεγγοβολούν μέσα μου. Όλο αυτό στάθηκε η αιτία να γράψω κι ένα μικρό διήγημα, το μόνο θεολογικού ενδιαφέροντος που έχω γράψει, και που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο: Επίσκεψις οσίου Παϊσίου (εκδ. Αλτιντζής, 2017)

Τριάντα χρόνια μετά ζούμε και πάλι μια θολή εποχή. Το «βρόμικο 2020». Ηχητικές υποκλοπές συνδιαλέξεων πολιτικών με επιχειρηματίες, το «παρακράτος» που οργιάζει, το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς που ξεπουπουλιάστηκε, το δικό μας «μαγαζί», οι δικοί μας εισαγγελείς, εμείς και οι άλλοι, οι ηθικοί και οι ανήθικοι. Οι «έντιμοι» της υπόθεσης οραματίζονται και πάλι διώξεις και ειδικά δικαστήρια. Το σκηνικό περίπου το ίδιο. Μόνο που εμείς έχουμε αλλάξει. Τριάντα επιπλέον χρόνια στις πλάτες μας, άσπρα, αραιωμένα μαλλιά, ρυτίδες και ανασφάλειες. Είναι και η πανδημία στη μέση που κάνει πιο άχαρο, πιο αβέβαιο το παρόν μας. Όμως τα παιδιά και των δυο μας, τα μοναχοπαίδια μας που στην εν λόγω φωτογραφία είναι ακόμη αγέννητα, μας δίνουν το στίγμα, χαράσσουν τη ρότα της μελλοντικής μας πορείας. Ο Δημητράκης, που τελειώνει στην Κοζάνη τη Σχολή των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, και η Χρύσα, που εργάζεται ειδικευόμενη γιατρός στο «Γεννηματάς», σπάζοντας το πρωί τα μπλόκα «παιδαγωγών» που κλείνουν τους δρόμους αρνούμενοι την αξιολόγηση, για να φτάσει στον χώρο εργασίας της. Βρόμικα παιχνίδια, θολές εποχές, ευσεβείς γέροντες που από ψηλά μάς ραίνουν λουκουμόσκονη, πανδημίες και, στο φόντο, μια πατρίδα απτόητη, φτωχή, εκκωφαντικά ασυνείδητη, ακατάβλητη από κάθε ιό και ανεπίδεκτη εξέλιξης. Η αιώνια Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.

 

(το κείμενο γράφτηκε το 2020 και δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην book press)


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Σημειωματάριο(2)

 

 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

 

                

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

  

 

Κλείνουν τα ταχυδρομικά υποκατάστημα, μετατίθενται οι υπάλληλοι σε άλλες υπηρεσίες. Ο κόσμος δεν στέλνει πια γράμματα, τα βιβλία και τα δέματα φεύγουν με κούριερ. Κοιτάζω με συγκίνηση στην ξύλινη κούτα την παλιά μου αλληλογραφία. Γράμματα και καρτούλες του Χριστιανόπουλου, του Μάρκογλου, του Ριτσώνη, του Βασίλη Ιωαννίδη. Της δασκάλας μου στο Δημοτικό και μιας φιλενάδες της μάνας μου, που μου είχαν γράψει τις εντυπώσεις τους για το πρώτο μου βιβλίο. Και πόσων ακόμη που διάβηκαν στην απέναντι όχθη... Το πρόβλημα δεν είναι, όπως  διαβάζω σε διάφορες αναλύσεις, πως με το κλείσιμο των ταχυδρομείων σταματά ή περιορίζεται ο γραπτός πολιτισμός − αυτός θα βρει τρόπους να επιβιώσει. Είναι πως, σταδιακά, απομακρυνόμαστε από την απόλαυση των χειρογράφων των πεθαμένων.

 

 

Στο έγγραφο με τις διευθύνσεις των λογοτεχνών (κάπου τριακόσια και βάλε ονόματα) που μου το έστειλε παλιός συγγραφέας της πόλης, σημειώνω με έντονη γραφή όσους πεθαίνουν. Τα μαυρισμένα σημεία του εγγράφου συνεχώς αυξάνονται. Όμως δεν διαγράφω ονόματα και διευθύνσεις των αποχωρησάντων. Τους αφήνω να ξεχωρίζουν, να λάμπουν για πάντα, φωτίζοντας με την απουσία τους την οδό και το έργο των επιζώντων.

 

Ο Τεσόν γράφει πως ο Προυστ κατανάλωνε την εφημερίδα σαν πνευματικό ψωμί ή σαν ένα κρουασάν. Η δική  μου περίπτωση είναι πιο ανησυχητική. Σαν τοξικοεξαρτημένος μπουκάρω στο ψιλικατζίδικο για την εφημερίδα μου. «Δεν ήρθαν ακόμη, λόγω των μπλόκων» μου λέει η κοπέλα και φεύγω αμίλητος, με σκυμμένο κεφάλι. Η ενημερωτική στέρηση με παραλύει. Η εφημερίδα: η αντανάκλαση, η πεμπτουσία της αστικής ζωής μας. Έχω γίνει ένας πρεζάκιας των τυπωμένων ειδήσεων. Τελείως ακατάλληλος για επαναστάσεις.

 

Μήπως τελικά ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγαλειώδη απόδραση της ψυχής, όταν της δοθεί η ευκαιρία, για να γλιτώσει από το φθαρτό και καταπιεστικό σώμα της;

 

 

Επέζησε στο δωμάτιό του δύο μέρες δίχως νερό και φαγητό. Μόνο ακούγοντας μουσική. Ένας ερημίτης της τζαζ.

 

Όπως κάθε πόλη έχει τον πολιούχο της, κάθε νυχτερινό κέντρο της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων μικρών ή μεγάλων πόλεων έχει τον προστάτη της. Αν δεν συμμορφωθούν οι μαγαζάτορες στα «ασφάλιστρα», κάποιοι πληρωμένοι μπράβοι τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς προς συμμόρφωση. Διατηρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνεχώς κι αδιαλείπτως, μια «θρησκευτικού» τύπου χωροταξική προστασία, υπό την ανοχή πάντα του επίσημου κράτους.

 

Τόσο αισιόδοξος όσο και το σύμπαν. Τόσο απελπισμένος όσο και το σύμπαν. Το σύμπαν που δεν νιώθει, που δεν έχει συναισθήματα, που απλώς υπάρχει. Και πώς να το γράψεις όλο αυτό, πώς να το εξηγήσεις... Και, κυρίως, πώς να το αποδεχτείς...

 

Αν οι πέντε εργάτριες της «Βιολάντα» ήταν τη στιγμή της έκρηξης σε άλλον χώρο του εργοστασίου; Αν ήταν εκείνες οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ και ακολουθούσαν πιο σύντομη διαδρομή για τη Λυών; Αν, πάλι, οι επτά φίλαθλοι δούλευαν στο εργοστάσιο και είχαν ψυλλιαστεί έγκαιρα τη διαρροή προπανίου; Ή αν αποφάσιζαν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη με πούλμαν και όχι με βανάκι; Όμως με υποθέσεις και με «αν» δεν προχωράει η ζωή ούτε και λιγοστεύουν τα δυστυχήματα. Η έκρηξη στο εργοστάσιο ακούστηκε καθαρά μέχρι την πόλη των Τρικάλων. Και οι κραυγές των οπαδών ήχησαν με παλμό και απόγνωση από την Τιμισοάρα μέχρι την Ημαθία:

ΠΑΟΚΑΡΑ ΕΙΜΑΙ ΧΑΡΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΑΡΕ!

 

Μία φήμη ακολουθούσε πάντα στη ζωή του αυτόν τον άνθρωπο. Μια αστήρικτη ωστόσο διαδεδομένη φήμη, κάτι μεταξύ υπόνοιας, μομφής αλλά και ειρωνείας (Κύριος οίδε από πού πρωτοξεκίνησε) για την εν γένει στάση του απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Μία φήμη που κάλλιστα ο ίδιος, με αδιάσειστα επιχειρήματα, μπορούσε να τη διαλύσει, να την εξαφανίσει στη στιγμή υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, όμως αντιμετώπιζε το όλο θέμα ως φαιδρό και ανάξιο λόγου. Έζησε όλη του τη ζωή με τη φήμη να θολώνει κάθε του δημιουργία, κάθε θετική του δράση. Ήταν ζήτημα αξιοπρέπειας η όλη του στάση. Έζησε μ’ αυτό, συμβιβάστηκε, αφέθηκε στην αφάνεια εξ αιτίας αυτής της φήμης. Όταν πέθανε, κάποιοι τον αποκάλεσαν δειλό.

 

Π. Γ.



Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Εις μνήμιν: Κώστας Ριζάκης

 


 

ΕΙΣ ΜΝΗΜΙΝ

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ

(1960-2026)

 

[Εχθές πληροφορήθηκα τον αδόκητο χαμό του ποιητή Κώστα Ριζάκη. Συνεργάστηκα πολλές φορές μαζί του, μετέχοντας σε αφιερώματα του περιοδικού ΠΑΡΟΔΟΣ, που ο ίδιος το εξέδιδε με περισσή φροντίδα και αφοσίωση, αλλά και, αργότερα, με συνεργασίες μου στο περιοδικό ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ. Ο ίδιος, μαζί με τον Γιώργο Δελιόπουλο, είχε τη φροντίδα της σειράς ΟΙ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, όπου και τυπώθηκε αφιέρωμα στο συνολικό μου έργο από τις εκδόσεις Ρώμη. Υπήρξε ένας άνθρωπος αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην ποίηση και γενικότερα στη λογοτεχνία. Καλό του ταξίδι. Στη μνήμη του αναδημοσιεύω κριτική μου για το βιβλίο του Επιτάφιος δρόμος (Εκδόσεις των Φίλων, 2011), που ο ποιητής την είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν εύστοχη.]

 

֎

 

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΡΙΖΑΚΗ

 

ερήμην με δίκασες ποίημα!

Κ. Ριζάκης

 

Ο Επιτάφιος δρόμος του Κώστα Ριζάκη περιλαμβάνει συνολικά 140 ποιήματα, μοιρασμένα σε έξι ποιητικές ενότητες-συλλογές, και απλωμένα σε χρονικό εύρος 25 χρόνων, από το 1985 έως το 2010. Στον υπότιτλο του βιβλίου αναφέρεται το ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α΄, γεγονός που μαρτυρεί πως μελλοντικά θα ακολουθήσει και κάποιος άλλος τόμος με νεότερα ποιήματα, μαζεμένα σε κάποιον άλλον συγκεντρωτικό τόμο. Ο ποιητής, στο τέλος αυτού του τόμου, που τυπώθηκε από τις «Εκδόσεις των Φίλων» το 2011, αναφέρει χαρακτηριστικά πως «η παρούσα συγκεντρωτική έκδοση, αν και με μηδαμινές βελτιώσεις, αναιρεί κάθ’ επιμέρους προγενέστερή της».

Στην ποίηση του Ρ. είναι ορατή στον αναγνώστη η ύπαρξη λέξεων-συμβόλων, που αφενός λειτουργούν ως θεματική ραχοκοκαλιά στο εκάστοτε ποίημα, αφετέρου μας αποκαλύπτουν και τις ποιητικές εμμονές του δημιουργού, χάρις στις οποίες όμως στηρίζει και χτίζει με μαστοριά το ποίημα. Στίχοι με τη λέξη «φως» υπάρχουν σε τουλάχιστον 28 ποιήματα του τόμου, ενώ ως αντιδιαστολή-αντιστάθμισμα εντόπισα τουλάχιστον 10 ποιήματα στα οποία κυριαρχούν στίχοι με τη λέξη «βυθός». Σε 5 ποιήματα γίνεται αναφορά στα «πράγματα», ενώ ο εξαιρετικός του στίχος «ο βυθός μου τα πράγματα» παραπέμπει στην αγωνία του Μπόρχες να εκφράσει όχι μόνο την υλική υπόσταση των πραγμάτων, αλλά και τη βαθύτερη σημασία τους που σχετίζεται με την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου, αλλά και με τη μοίρα του εν γένει. Αναφορές-συνομιλίες με τη μητέρα του ποιητή θα συναντήσουμε επίσης σε αρκετά ποιήματα, περίπου 13 τον αριθμό, αλλά εκείνο που φαίνεται να κατέχει τη μερίδα του λέοντος, όχι μόνο ως λέξη-σύμβολο, αλλά κυρίως ως διάθεση και έκφραση ποιητικής αγωνίας, είναι οι λέξεις «ποιητής-ποίημα-ποίηση», που θα τις συναντήσουμε σε 50 ποιήματα, δηλαδή σε πάνω από το ένα τρίτο της συνολικής ποιητικής συγκομιδής του τόμου. Τέλος υπάρχουν και ποιήματα όπου ο αναγνώστης θα συναντήσει συγκεντρωμένες σχεδόν όλες τις λέξεις-σύμβολα-ποιητικές εμμονές, όπως το ποίημα «ανατόμος του αίματος» (ποίηση-πράγματα-φως) ή το ποίημα «βυθός» (φως-ποίημα-βυθός). Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί πως το «φως» του Ρ. συχνά καλύπτεται ή έχει ως φόντο το σκοτάδι («επιστρέφω στο φως βιωμένο σκοτάδι», σ. 46 ή «ποτέ σκοτάδι δε σκοτώθηκε στο φως», σ. 47), η αναφορά στη μάνα ή στη μητέρα σχεδόν πάντα έχει κάποια σπαραχτική διάσταση-διατύπωση, ενώ ο «βυθός» εκφράζει συχνά, όχι τόσο καταβύθιση αλλά απελπισία («του βυθού αράγιστες σφίγγοντας ρίζες / στα κρυφά που με σφάζουν ναυάγια πρηνής»). Αντιγράφω ως αποθησαύρισμα μεμονωμένους σκόρπιους στίχους του ποιητή για να αντιληφθεί ο αναγνώστης τις ποιητικές εμμονές-σύμβολα του Ριζάκη: «θραύσματα του βυθού να κλαις», «θνησιγενή ποιήματα ξανά να μου φωτίσεις», «όχι βυθός ο στίχος πύρινο καρφί», «δε γράφουνε οι ώρες ποιήματα», «στα πάθη μου το χώμα σου μητέρα / ο ουρανός σου ακόμα στην ευχή», «μ’ απλωτές κολυμπώντας σε φτάνω μητέρα», «πετραδάκια τα ποιήματα ενδέχονται / κοφτερούς ανελέητους βράχους», «ποιητής μαύρης βροχής», «μπαταρισμένο το τραγούδι μες στο φως», «ακτή καμιά ν’ απαρνηθώ τα πράγματα», «με το αίμα στο ποίημα», «ασκεπής παραδέρνω στο ποίημα», «η στέρηση με αποδίδει φως / στο φως του κόσμου ορυκτό αλάτι», «στις επάλξεις που μπόρεσα πέφτουν μητέρα», «Η Αλίκη βυθός που βουλιάζω (βοήθεια)»,  «μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ», «αντέχουν τα πράγματα», «ο ποιητής που δεν ξέχασα / στο στόμα κουφός», «συντριβάνι να ρέουν τα πράγματα», «πιο χνουδάτο σκοτάδι στο φως!», «εργόχειρο ποίημα ακοίμητο», «κρυώνω τώρα ανυπεράσπιστος μητέρα», «βράδυ βαρύ στον ύπνο μου μανούλα μου που σ’ είδα», «ασπίδα η φωνή μου τον σκέπει βυθός», «νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα», «να καμακώνεις μες στο ποίημα το φως!»

Η συλλογή «Χωρίς χρονολογία», αφορά ένα ποίημα σε δώδεκα μέρη. Και στα 12 ποιήματα αυτής της συλλογής επαναλαμβάνεται η λέξη «Αλίκη». Η Αλίκη, πιθανότατα δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά, συμβολικά, υπονοεί τη γυναίκα, τη θηλυκότητα ή το αβάσταχτο μαρτύριο της ποιητικής τέχνης. Όλη η συγκεκριμένη ενότητα μού θύμισε τόσο ως προς το ύφος αλλά και την ένταση του συμβολισμού της την ποιητική ενότητα «Τα ποιήματα του Μύρωνα» του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Ο Μύρωνας, μια ματαιωμένη ποιητική αγάπη του Ασλάνογλου (πρόσωπο υπαρκτό κατά τον Περικλή Σφυρίδη) λειτουργεί όπως και η «Αλίκη» του Ριζάκη (απεγνωσμένα, σκοτεινά, σπαραχτικά), και ανάγεται σε ποιητικό σύμβολο. Τα ποιήματα της συλλογής «Τα τελευταία ονόματα» αφιερώνονται σε γνωστά πρόσωπα της ποίησης ή της λογοτεχνίας γενικότερα, που φανερώνουν και λογοτεχνικές ωσμώσεις του Ρ. αλλά και τις φιλικές του σχέσεις με ανθρώπους του χώρου (ζώντες και τεθνεώτες). Αναφέρω χαρακτηριστικά ονόματα: Κώστας Τσιρόπουλος, Χρ. Λάσκαρης, Λένα Παππά, Μ. Κουγιουμτζή, Τάσος Λειβαδίτης, Ζέφη Δαράκη, Μάρκος Μέσκος, Παπαδίτσας, Βαβούρης κ. ά.)

Και τώρα κάποιες γενικές παρατηρήσεις-συλλογισμοί για την ποίηση του Ριζάκη.

* Ο Ριζάκης είναι κατά βάση μοντερνιστής στην ποίησή του, γλωσσοκεντρικός όσο αρμόζει, δίχως να υποκύπτει στις σειρήνες μιας αχαλίνωτης νεωτερικότητας, έχοντας βαθύ και γόνιμο παραδοσιακό ποιητικό υπόβαθρο. Όλα τα παραπάνω φανερώνουν ποιητή με σωστές δόσεις και αναλογίες επιρροών και επιδράσεων, ώστε να έχει τα εχέγγυα για να γράφει σημαντική και γνήσια ποίηση.

* Τα περισσότερα ποιήματά του είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, σε κάποια όμως υπάρχει κάποια υποτυπώδης ή περισσότερο φανερή ομοιοκαταληξία («η μέσα πέτρα», σ. 77). Αρκετά ποιήματα της συλλογής του «Τα επόμενα πένθη» (1997) έχουν κάτι από τον απόηχο επτανησιακών σονέτων (σσ. 56, 57, 58, 59, 60, 61)

* Λόγω του μελαγχολικού και ενίοτε θανατόφιλου χαρακτήρα κάποιων ποιημάτων του («το όνειρο», «δωματίου», «βυθός», «νεκρή», «κι απόψε», «των ποιητών», «αναποδράστως» κ.τλ.) θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για γόνιμη επίδραση του έργου του Καρυωτάκη στο δικό του έργο.

 

* Πολλά κλεισίματα ποιημάτων του (ο τελευταίος ή οι τελευταίοι στίχοι του) λειτουργούν ως εκκενώσεις του ποιητικού νοήματος ή του συναισθηματικού φορτίου που αυτά κουβαλούν, γειώνοντας (ή απογειώνοντας, αναλόγως τη στιγμή) απόλυτα φυσικά, αβίαστα και δραστικά το ποιητικό δημιούργημα.

*  Υπάρχει κάποιου είδους ποιητική ώσμωση του Ριζάκη με ποιητές όπως ο Γ. Θεοχάρης, ο Θ. Μαρκόπουλος, ο Μιχ. Γκανάς, ο Μάρκος Μέσκος, ο Β. Κάλφας κ. ά., όχι τόσο ως προς τη θεματολογία (που και σ’ αυτή συμπίπτουν αρκετά, σε πολλά τους ποιήματα) ούτε τόσο ως προς το ποιητικό ύφος-στιλ γραφής, όσο αναφορικά με τον απόηχο μιας δημοτικής παράδοσης, που η βοή της φτάνει με ευκρίνεια στο αυτί μας, θυμίζοντάς μας, ή, καλύτερα, ζωντανεύοντας ηχητικά τα δημοτικά τραγούδια της πίκρας, της ξενιτιάς, της μάνας, του θανάτου. Πολλοί δεκαπεντασύλλαβοι διαφόρων ποιημάτων του, συχνά κομμένοι στη μέση, μαρτυρούν την επίδραση-επιρροή στο έργο του Ριζάκη της δημοτικής μας ποιητικής κληρονομιάς. Επίσης ο πελεκημένος, πυκνός και καλοδουλεμένος στίχος του ανάγεται απευθείας στον Σολωμό, και δευτερευόντως σε Καρυωτάκη, Ασλάνογλου, Καρούζο και Σαχτούρη. Δημοτικό τραγούδι, λοιπόν, και Σολωμός πιστεύω πως είναι τα πρωτογενή του υλικά, τα πιο βαθιά διακειμενικά κοιτάσματα της ποίησής του.

* Σε αρκετά ποιήματα του Ρ. έχουμε αναφορές σε πρόσωπα της μυθολογίας, της Ιστορίας (κάποιοι εξ αυτών λειτουργούν και ως σύμβολα) αλλά και σε εκκλησιαστική ορολογία. Αναφέρω χαρακτηριστικά: Ατλαντίδα, Με τον τρόπο του Αινεία, της διακαινησίμου των πουλιών, Αχέροντας, Μινώταυρος, Θησέας, Θερμοπύλες, Λεωνίδας, Εφιάλτης, Κρέοντας, Αντιγόνη, Γεννησαρέτ, Ιησούς, Ησαύ, Δείπνος-Γολγοθάς, Σταύρωση, αποκαθήλωση, Οιδίπους, Πέτρος, Σίμωνας, Ιουδαία, Ίκαρος κ. ά.

 

* Κλείνοντας, νομίζω πως η αξία (και η ουσία) της ποιητικής διαδρομής του Ρ., εδώ και πάνω από 30 χρόνια δημιουργίας, υπερβαίνει την άρτια μορφή και τεχνική των ποιημάτων του, την πλούσια γκάμα συναισθημάτων και ψυχικών αντιθέσεων που εκφράζει, τις λέξεις-σύμβολα (φως, σκοτάδι, βυθός, μνήμη, αίμα, χώμα, ουρανός κ.τλ.) που πολύ ευρηματικά εκφράζει και αποτυπώνει προσδίδοντάς τους ένα ιδιαίτερο ποιητικό χρώμα κι ένα ιδιαίτερο κάθε φορά νόημα, και την αποτύπωση των αισθημάτων της μοναξιάς, της απώλειας, της θλίψης και του θανάτου. Αυτό το οποίο κυρίως θα αφήσει ο Ρ. ως ποιητική παρακαταθήκη και ως ποιητικό απόσταγμα στις επόμενες γενιές, νομίζω πως θα είναι η σπαραχτική και αγωνιώδης διαδρομή του στο δύσβατο δάσος των λέξεων, η αγωνιώδης προσπάθεια αναζήτησης της ρίζας της ποίησης, της πρώτης αρχέγονης λέξης, αλλά και της ρίζας της ίδιας της ύπαρξής του. Αλλά ας κλείσει αυτό το κείμενο ο ίδιος ο ποιητής με ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό του ποίημα «το δέντρο της στάχτης» που, κατά τη γνώμη μου, αποτυπώνει θαυμάσια την αγωνία για την αναζήτηση των λέξεων, πάντα με τη βαθιά συνείδηση της οδύνης αυτού του εγχειρήματος, που, ενίοτε, τον εξουθενώνει και τον συνθλίβει:

 

Ο ποιητής ένα δέντρο

και – πίστεψε –

δέκα στις δέκα οι λέξεις

καρποί να μου δίνονται

πάντα θ’ αναζητώ την ενδέκατη

ρίζα της πρώτης μου λέξης.

 

(περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 79, άνοιξη-καλοκαίρι 2016, αφιέρωμα στον Κώστα Ριζάκη)