ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (8)
(στη
στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που,
κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)
●
Στράτος
Κοσσιώρης, Η αγκαλιά του Δεκάλεπτου, ποιήματα, εκδ. ναρκοπέδιο, 2026
Στα
σπίτια του επί πληρωμή έρωτα συνήθως κυριαρχεί η ωμότητα, ο κυνισμός, η
βιασύνη, η συναλλαγή. Τα πορνεία είναι τόποι όπου ο πελάτης θέλει να κρύψει το
πρόσωπό του από τους άλλους πελάτες, να κάνει μηχανικά την πράξη και να
επιστρέψει στην καθημερινότητά του. Ωστόσο, λογοτέχνες όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος,
ο Βασίλης Δημητράκος, ο Γιάννης Παλαμιώτης, ο Κώστας Ταχτσής, ο Γιώργος Χρονάς
κ. ά., μπόρεσαν ν’ αποτυπώσουν σκηνές, στιγμές και πρόσωπα αγοραίου έρωτα (σε οίκους
ανοχής ή σε στέκια, συνήθως πλατείες), όπου κυριαρχούσαν συναισθήματα όπως η
ερωτική αγωνία, η ενοχή της συναλλαγής, οι αφόρητες τύψεις, η ερωτική ματαίωση
ή η σχέση υποτέλειας-υποταγής ανάμεσα σ’ αυτόν που πληρώνει γιατί έχει ανάγκη
να συνευρεθεί ερωτικά και σ’ αυτόν που πληρώνεται εκ συνηθείας ή εξ
επαγγέλματος.
Ο Στράτος Κοσσιώρης, ακολουθώντας τον
δρόμο των παραπάνω λογοτεχνών, στην ποιητική συλλογή του Η αγκαλιά του
Δεκαλέπτου (ναρκοπέδιο, 2026) καταθέτει κουβεντιαστά,
εξομολογητικά ποιήματα (εξομολογητικός ρεαλισμός είναι ο ακριβής όρος του
λογοτεχνικού ρεύματος που ακολουθεί) πάνω σε βιωμένες καταστάσεις αναφορικά με
το κυνήγι του αγοραίου έρωτα, σε «ύποπτους» δρόμους και «σταμπαρισμένα» σημεία της
πρωτεύουσας. Με μάτι παρατηρητικό, τις αισθήσεις του σε υπερδιέγερση και μια
σπάνια ακρίβεια και λεπτομέρεια στην έκφραση των (συν)αισθημάτων που επιχειρεί
ν’ αποτυπώσει, μας αποκαλύπτει μικρές ή μεγάλες στιγμές ανθρωπιάς, ερωτικής διέγερσης,
ανοχής, προσωπικών δραμάτων, αλλά και σοφίας ζωής που αποκομίζει κανείς
επισκεπτόμενος συστηματικά οίκους ανοχής. Τα δίπολα κυνισμός-ενοχή, αμαρτία-αθωότητα, τύψεις-ερωτική απόλαυση, τρυφερότητα-ωμότητα κυριαρχούν στο βιβλίο. Τα ποιήματα συνήθως καταλήγουν σ' ένα επιμύθιο ενός-δύο στίχων, που συμπυκνώνει την ποιητική ουσία του εκάστοτε δημιουργήματός του. Ο Κοσσιώρης, επί του προκειμένου, δεν
λειτουργεί απλώς ως πελάτης που πληρώνει για να συνευρεθεί με μια εκδιδόμενη κοπέλα,
αλλά ως μια διευρυμένη συνείδηση που ρουφάει αχόρταγα όλα όσα συμβαίνουν μέσα
του ή γύρω του κατά τη διαδικασία (από την προσέλευσή του στον χώρο, την
ερωτική προετοιμασία μέχρι την αναχώρησή του) της επί πληρωμή ερωτικής πράξης. Απογυμνωμένος από τις παγιωμένες συμβάσεις και
τα υποκριτικά «πρέπει» μιας κοινωνίας που «κουτά συσχετίζει» καταφεύγει στον
επί πληρωμή έρωτα με τρυφερότητα, λεπτότητα κι ευαισθησία, και ο τρόπος του
θυμίζει κάτι από πιστό μιας παράδοξης θρησκείας, που προσφεύγει σε χώρο ιερό
για να εξαγνισθεί και να ταπεινωθεί. Η άφεση αμαρτιών, σχεδόν πάντα, έρχεται ως
φυσικό επακόλουθο του ερωτικού σμιξίματος που έχει προηγηθεί.
Απόλαυσα ιδιαιτέρως τα ειλικρινή ποιήματα
του Κοσσιώρη, κυρίως για δύο λόγους:
Πρώτον, γιατί ο τρόπος του και η γραφή του,
εκτός τους καβαφικούς απόηχους που εκπέμπουν τα ποιήματα στο σύνολό τους, μού
θύμισαν και τη γραφή του αξεπέραστου Μπουκόβσκι, όπου κυνισμός και τρυφερότητα,
πιασμένες χέρι χέρι, δίνουν τον τόνο σε ποιητικό και πεζό λόγο, γοητεύοντας τον
αναγνώστη.
Δεύτερον: Γιατί όλο και λιγοστεύουν στη
σημερινή λογοτεχνία καταγραφές του αγοραίου έρωτα, αφού η πολιτική ορθότητα (πέρα
από τη λεκτική στεγνότητα, την ηθικολογία και τον ιδεολογικό διδακτισμό που επέβαλε
στα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα) υποβάθμισε και την εν λόγω θεματολογία αντιμετωπίζοντάς
την, ατυχώς, ως παρακμιακή και υποτιμητική της θέσης της γυναίκας και των
επιλογών της ζωής της.
Και κάτι τελευταίο: Ο Κοσσιώρης, όταν μιλά
στα ποιήματα του για τις εκδιδόμενες γυναίκες, τις αποκαλεί με τα μικρά τους ονόματα
ή τις λέει «κοπέλες» (σπανίως χρησιμοποιεί τους όρους «πόρνη» και «ιερόδουλη»).
Αποφεύγει συνειδητά τόσο τον υποτιμητικό όρο «πουτάνα» όσο και τον
περισπούδαστο, αναιμικό πολίτικαλ κόρεκτ όρο «σεξεργάτρια», που ακούγεται κατά
κόρον τελευταία σε δημοσιογραφικού τύπου άρθρα κοινωνικής κριτικής.
Δείγμα γραφής (σ. 9)
Αναπηρικό αμαξίδιο
Όπως έκανα να μπω
άνοιξε απότομα η πόρτα.
Έκανα πίσω
κι είδα έκπληκτος
έναν ηλικιωμένο κύριο να σπρώχνει
με δυσκολία ένα αναπηρικό αμαξίδιο.
Δυο νεαροί θαμώνες βγήκαν σβέλτοι
και τον βοήθησαν.
Ο πατέρας αυτός πόση αφοσίωση έδειχνε
πίσω απ’ το ταλαίπωρο βλέμμα του
και πόση στοργή για το ανάπηρο παιδί
του.
Παραμέρισα,
δεν θέλησα μέσα στον οίκο αυτό να
εισέλθω.
Καθώς απομακρυνόμουν
η σκέψη μου πήγε στην πόρνη.
Άραγε θα μπορέσω κάποτε κι εγώ να
αξιωθώ
μια τέτοια ταπείνωση;
Μια τέτοια άφεση αμαρτιών;
Π. Γ.



