Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ρέκβιεμ για μία εποχή και μία τραγουδίστρια

 


«MΕ ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΙΑ ΤΑ ΚΟΝΤΟΜΑΝΙΚΑ»


(ρέκβιεμ για μια εποχή και μια τραγουδίστρια)

 

֎

 

Ένα κείμενο για τη Μαρινέλα σ’ ένα αμιγώς λογοτεχνικό blog ίσως και να φαντάζει ξεκάρφωτο. Αντιστάθηκα πολύ μέχρι ν’ αποφασίσω να το δημοσιοποιήσω, το πάλεψα μέχρις εσχάτων, όμως τελικώς υπέκυψα. Είναι και το παρελθόν που χιμάει κάποιες φορές ορμητικό σαν ποτάμι μέσα μας, θυμίζοντάς μας τα περασμένα.

Μια παλιά φιλενάδα της θείας μου, η Λία, δούλευε οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαρινέλας και του Βοσκόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η Λία, όταν ερχόταν σπίτι να μας συναντήσει, μας μιλούσε σχεδόν εκστασιασμένη για τη ζωή των δύο σταρ της εποχής, τα γλέντια στο αίθριο του σπιτιού τους στην Αθήνα, για τις ιδιορρυθμίες και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν. Το πόσο απλοί ήταν στην καθημερινότητά τους. Το σπίτι μας είχε γεμίσει με κασέτες τραγουδιών της Μαρινέλας και φωτογραφίες του διάσημου ζεύγους από απλές στιγμές της ζωής τους. Η θεία μου, από το πρωί ως το βράδυ άκουγε Μαρινέλα. Εγώ, δεκατέσσερα στα δεκαπέντε, είχα εντυπωσιαστεί από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με τη Μαρινέλα, που η Λία μού το είχε φέρει δώρο στα γενέθλιά μου για να το ακούσω. Τα τραγούδια του Κώστα Χατζή και τα διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη, που τότε διάβαζε η μητέρα μου φανατικά, ήταν τα πρώτα καταλυτικά κεντρίσματα στην προεφηβική και εφηβική μου συνείδηση, από αυτά πήρα τα πρώτα κοινωνικά μηνύματα, που, χρόνια μετά, τα μετέφερα και στα πρώτα βιβλία μου, κυρίως μέσα από διηγήματα ή ποιήματα. Προτού γνωρίσω τους Αμερικανούς μπήτνικ, τον Σαββόπουλο, τον Μπόρχες, τη λογοτεχνική σχολή της «Διαγωνίου», τον κύκλο του περιοδικού «το τραμ», το progressive ροκ και τους τζαζίστες της εταιρίας ECM. Μοιραία, λοιπόν, η φωνή της Μαρινέλας, ιδίως μέσα από την αγάπη (λατρεία πες) που της είχαν η μάνα μου, η θεία μου και η Λία, δέσποζε στα μουσικά ακούσματα του σπιτιού. Η καμπανιστή, μπριόζα φωνή της υπήρξε ταυτισμένη με τα νεανικά μου χρόνια.

Δεκαεφτά χρονών σε ζαχαροπλαστείο δίπλα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Καραπουλιτίδη, στη Χαλκιδική, η Μαρινέλα τραγουδούσε το «Σήμερα» και «Τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα». Με το αυτί κολλημένο στο ηχείο του μαγαζιού η παρέα άπλωνε την αρίδα της στα καλοκαιρινά τραπεζάκια, στην πλατεία της Νέας Ηράκλειας, τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Β. Γ., σημερινός αθλητικός μεγαλοπαράγοντας, ο Ν. Ζ., ο Β. Ο., οι αδελφοί Π., εγώ, η παιδική μου φίλη Γιάννα. Τ., που έφυγε από τα ναρκωτικά, η αδελφή της, κάποια άλλα συνομήλικά μας κορίτσια. Όταν ο ιδιοκτήτης άλλαζε την κασέτα, ο Β. Γ. τιναζόταν όρθιος και πρόσταζε στον Σπύρο, το γκαρσόνι: «Σπύρο, γιατί ρε αγόρι μου; Βάλε ξανά το “Σήμερα”. Τη θεά, ρε Σπύρο, τη θεά!». Η κασέτα έπαιζε από την αρχή και όλοι ηρεμούσαν. Είχε αποκατασταθεί η μουσική ισορροπία του απογεύματος. Πέρασαν πάνω από 45 χρόνια από τότε, όμως η φράση του φίλου μου και η φωνή της Μαρινέλας μού θυμίζουν ακόμη τ’ ανέμελα καλοκαίρια μας.

Για αρκετά χρόνια, μέχρι να αρραβωνιαστώ και να φύγω από το πατρικό μας διαμέρισμα, η Μαρινέλα ήταν κάτι σαν μουσική ιέρεια του σπιτού − όχι πάντως και του δωματίου μου. Τα τραγούδια της καθόριζαν το κέφι και τη διάθεση των μελών της οικογένειας.

Και πέρασαν τα χρόνια. Η μητέρα μου και η θεία μου μετοίκησαν εις Κύριον. Η Λία είχε τραγικό τέλος: Τη χτύπησε αυτοκίνητο σε διασταύρωση στου Χαριλάου αφήνοντάς την στον τόπο. Η μεγάλη ντίβα, στα 87 της χρόνια, ανηφόρισε κι αυτή στα ουράνια. Λύγισε επί σκηνής, όπως αρμόζει στους μεγάλους σταρ. Πολλοί σημαντικοί άνθρωποι (Γιάννης Ξανθούλης, Σταμάτης Φασουλής κ. ά.) έγραψαν από καρδιάς ευαίσθητα λόγια για τη σπουδαιότητα της μεγάλης ερμηνεύτριας. Όλη η χώρα θρήνησε την αποδημία της. Εμένα, μεταξύ άλλων, μου έμειναν κάτι παλιές φωτογραφίες της και οι δυο κασέτες από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με την ίδια ως ερμηνεύτρια − ένα σημαντικό έργο της ελληνικής δισκογραφίας, που, παρά τις υψηλές πωλήσεις του, δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε από τους μουσικούς ειδήμονες, ίσως γιατί το διπλό άλμπουμ δεν ήταν στιχουργικά αμιγώς πολιτικό και ηχητικά δεόντως εμβατηριακό, κατά το πρότυπο της εποχής.

Η ζωή συνεχίζεται. Δίχως τη μάνα μου, τη θεία μου, τη Λία, τη φίλη μου τη Γιάννα, τη σπουδαία Μαρινέλα, δίχως τις νοστιμιές και την αμεριμνησία ενός παρελθόντος που έφυγε ανεπιστρεπτί. Όμως, ένα τραγούδι της Μαρινέλας ίσως αρκεί για να έρθουν τα πάνω κάτω, να ζωντανέψουν ξανά τα παλιά. Για να γίνουν και πάλι τα καλοκαίρια μας ανέφελα και αισιόδοξα. Εκείνα της νιότης μας, φορώντας πάντα «τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα».

 

Π. Γ.


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Σημειωματάριο(2)

 

 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

 

                

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

  

 

Κλείνουν τα ταχυδρομικά υποκατάστημα, μετατίθενται οι υπάλληλοι σε άλλες υπηρεσίες. Ο κόσμος δεν στέλνει πια γράμματα, τα βιβλία και τα δέματα φεύγουν με κούριερ. Κοιτάζω με συγκίνηση στην ξύλινη κούτα την παλιά μου αλληλογραφία. Γράμματα και καρτούλες του Χριστιανόπουλου, του Μάρκογλου, του Ριτσώνη, του Βασίλη Ιωαννίδη. Της δασκάλας μου στο Δημοτικό και μιας φιλενάδες της μάνας μου, που μου είχαν γράψει τις εντυπώσεις τους για το πρώτο μου βιβλίο. Και πόσων ακόμη που διάβηκαν στην απέναντι όχθη... Το πρόβλημα δεν είναι, όπως  διαβάζω σε διάφορες αναλύσεις, πως με το κλείσιμο των ταχυδρομείων σταματά ή περιορίζεται ο γραπτός πολιτισμός − αυτός θα βρει τρόπους να επιβιώσει. Είναι πως, σταδιακά, απομακρυνόμαστε από την απόλαυση των χειρογράφων των πεθαμένων.

 

 

Στο έγγραφο με τις διευθύνσεις των λογοτεχνών (κάπου τριακόσια και βάλε ονόματα) που μου το έστειλε παλιός συγγραφέας της πόλης, σημειώνω με έντονη γραφή όσους πεθαίνουν. Τα μαυρισμένα σημεία του εγγράφου συνεχώς αυξάνονται. Όμως δεν διαγράφω ονόματα και διευθύνσεις των αποχωρησάντων. Τους αφήνω να ξεχωρίζουν, να λάμπουν για πάντα, φωτίζοντας με την απουσία τους την οδό και το έργο των επιζώντων.

 

Ο Τεσόν γράφει πως ο Προυστ κατανάλωνε την εφημερίδα σαν πνευματικό ψωμί ή σαν ένα κρουασάν. Η δική  μου περίπτωση είναι πιο ανησυχητική. Σαν τοξικοεξαρτημένος μπουκάρω στο ψιλικατζίδικο για την εφημερίδα μου. «Δεν ήρθαν ακόμη, λόγω των μπλόκων» μου λέει η κοπέλα και φεύγω αμίλητος, με σκυμμένο κεφάλι. Η ενημερωτική στέρηση με παραλύει. Η εφημερίδα: η αντανάκλαση, η πεμπτουσία της αστικής ζωής μας. Έχω γίνει ένας πρεζάκιας των τυπωμένων ειδήσεων. Τελείως ακατάλληλος για επαναστάσεις.

 

Μήπως τελικά ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγαλειώδη απόδραση της ψυχής, όταν της δοθεί η ευκαιρία, για να γλιτώσει από το φθαρτό και καταπιεστικό σώμα της;

 

 

Επέζησε στο δωμάτιό του δύο μέρες δίχως νερό και φαγητό. Μόνο ακούγοντας μουσική. Ένας ερημίτης της τζαζ.

 

Όπως κάθε πόλη έχει τον πολιούχο της, κάθε νυχτερινό κέντρο της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων μικρών ή μεγάλων πόλεων έχει τον προστάτη της. Αν δεν συμμορφωθούν οι μαγαζάτορες στα «ασφάλιστρα», κάποιοι πληρωμένοι μπράβοι τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς προς συμμόρφωση. Διατηρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνεχώς κι αδιαλείπτως, μια «θρησκευτικού» τύπου χωροταξική προστασία, υπό την ανοχή πάντα του επίσημου κράτους.

 

Τόσο αισιόδοξος όσο και το σύμπαν. Τόσο απελπισμένος όσο και το σύμπαν. Το σύμπαν που δεν νιώθει, που δεν έχει συναισθήματα, που απλώς υπάρχει. Και πώς να το γράψεις όλο αυτό, πώς να το εξηγήσεις... Και, κυρίως, πώς να το αποδεχτείς...

 

Αν οι πέντε εργάτριες της «Βιολάντα» ήταν τη στιγμή της έκρηξης σε άλλον χώρο του εργοστασίου; Αν ήταν εκείνες οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ και ακολουθούσαν πιο σύντομη διαδρομή για τη Λυών; Αν, πάλι, οι επτά φίλαθλοι δούλευαν στο εργοστάσιο και είχαν ψυλλιαστεί έγκαιρα τη διαρροή προπανίου; Ή αν αποφάσιζαν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη με πούλμαν και όχι με βανάκι; Όμως με υποθέσεις και με «αν» δεν προχωράει η ζωή ούτε και λιγοστεύουν τα δυστυχήματα. Η έκρηξη στο εργοστάσιο ακούστηκε καθαρά μέχρι την πόλη των Τρικάλων. Και οι κραυγές των οπαδών ήχησαν με παλμό και απόγνωση από την Τιμισοάρα μέχρι την Ημαθία:

ΠΑΟΚΑΡΑ ΕΙΜΑΙ ΧΑΡΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΑΡΕ!

 

Μία φήμη ακολουθούσε πάντα στη ζωή του αυτόν τον άνθρωπο. Μια αστήρικτη ωστόσο διαδεδομένη φήμη, κάτι μεταξύ υπόνοιας, μομφής αλλά και ειρωνείας (Κύριος οίδε από πού πρωτοξεκίνησε) για την εν γένει στάση του απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Μία φήμη που κάλλιστα ο ίδιος, με αδιάσειστα επιχειρήματα, μπορούσε να τη διαλύσει, να την εξαφανίσει στη στιγμή υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, όμως αντιμετώπιζε το όλο θέμα ως φαιδρό και ανάξιο λόγου. Έζησε όλη του τη ζωή με τη φήμη να θολώνει κάθε του δημιουργία, κάθε θετική του δράση. Ήταν ζήτημα αξιοπρέπειας η όλη του στάση. Έζησε μ’ αυτό, συμβιβάστηκε, αφέθηκε στην αφάνεια εξ αιτίας αυτής της φήμης. Όταν πέθανε, κάποιοι τον αποκάλεσαν δειλό.

 

Π. Γ.



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Personal zoo (5)-Στον τόπο

 


PERSONAL ZOO (5)

 


Στη στήλη αυτή θα βρίσκετε δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα αναφορικά με τα ζώα. Σκυλιά, γάτες, αμνοερίφια, τσούχτρες, κουνούπια, φίδια, πουλιά, μυρμήγκια και άλλα ζωντανά θα παρελάσουν στις οθόνες σας. Και ας θυμόμαστε πάντα τη φράση του Μίλαν Κούντερα, που θέτει τα ζώα σε ανώτερη θέση σε σχέση με τον άνθρωπο: Τα ζώα δεν διώχθηκαν ποτέ από τον Παράδεισο.           

֎

 

Στον τόπο

 

Κατηφορίζοντας, το πρωί, το στενό, πίσω από το Ιπποκράτειο, για να πάω στη δουλειά μου, βρέθηκα απέναντι σ’ ένα αποτρόπαιο θέαμα. Καταμεσής του δρόμου, ένα γατί, με λιωμένο κεφάλι, χυμένα μυαλά κι εντόσθια, κείτονταν στην άσφαλτο νεκρό. Μια μικρή λιμνούλα αίματος είχε αρχίσει να ξεραίνεται και μόνο τρεις τέσσερις μύγες γυρόφερναν σαδιστικά πάνω απ' το κουφάρι του.

Ανατρίχιασα. Αντικρίζοντας τα ορθάνοιχτα μάτια του −άραγε ακόμα θυμούνταν; κατά τη ρήση του ποιητή*− προσπαθούσα να εικάσω τις φρικτές λεπτομέρειες. Έγιναν τάχα όλα στα σκοτεινά ή μόλις είχε χαράξει; Έτρεχε πολύ ο οδηγός και δεν το είδε; Ή τρόμαξε η γάτα από κάποιο  θόρυβο, πήδηξε από παρακείμενο κάδο σκουπιδιών και βρέθηκε στις φονικές ρόδες που την έλιωσαν;

Ακαριαία, μου ήρθε στον νου ένας παιδικός μου φίλος, ο Πάρης. Μας μάζευε όλους στην παλιά γειτονιά και μας έλεγε σοβαρά σοβαρά πως, αν βλέπαμε ποτέ νεκρό γατί στον δρόμο, έπρεπε να γυρίσουμε το κεφάλι αλλού, να φτύσουμε τρεις φορές στη γη και να τραβήξουμε για λίγο τα μαλλιά μας. Οι περισσότεροι γελούσαν μ’ αυτά τα αφελή και παιδιάστικα ξόρκια. Ανάμεσά τους κι εγώ, που τον κορόιδευα. «Ναι, ρε, έτσι γίνεται, μου το είπε η γιαγιά μου..», επέμενε εκείνος, βέβαιος για την αξία αυτών των ενεργειών. Μεγάλος, κάπου διάβασα πως αυτές οι ενέργειες είναι έθιμα που βασίζονται στον «ανιμισμό» και χάρις σ’ αυτά −όπως πιστεύουν μερικοί− οι ψυχές των πεθαμένων ζώων βρίσκουν γαλήνη κι ηρεμία.

Για μεγάλο διάστημα ξέκοψα από τον Πάρη. Στο λύκειο που τον αντάμωσα και κάναμε σποραδικά παρέα, μου είπε πως το παλεύει να περάσει στο Φυσικομαθηματικό με πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν τα κατάφερε εντέλει και πήγε στα καράβια. Ένας κοινός παιδικός φίλος, χρόνια μετά, με ενημέρωσε πως χάθηκε σε ναυάγιο στον Ειρηνικό. «Τον φάγανε οι καρχαρίες!», μου είπε με μια ωμότητα που με σόκαρε.

Κατάφερα να τραβήξω το βλέμμα μου από το πεθαμένο γατί. Ασυναίσθητα γυρίζω το κεφάλι μου στην αντίθετη κατεύθυνση και φτύνω κάτω τρεις φορές. Ταυτόχρονα πιάνω με το δεξί μου χέρι λίγες τρίχες από το κοντοκουρεμένο κεφάλι μου και τις τραβώ. Τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου, αν όλα αυτά τα έκανα για την ψυχή της πεθαμένης γάτας ή σαν μνημόσυνο στον παιδικό μου φίλο.

(αδημοσίευτο διήγημα γραμμένο το 2004)

 

* «Μάτια σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται», στίχος του Αλέξη Ασλάνογλου.

 

 


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Σημειωματάριο (1)

 



ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

  

                



(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

 


 

Ο τύπος στο μπαρ δείχνει άνθρωπο που είναι μέτοχος στην επιχείρηση και που όλη τη μέρα περιφέρεται στον χώρο δίχως να κάνει απολύτως τίποτα.


                                          


 

Η εμμονή της αιωνιότητας και ο φόβος του θανάτου.

 


                                                    



(κούριερ με μηχανάκι)

 

Βάζω στο πικάπ δίσκο της τζαζ, σε μέτρια ένταση, με κλειστά παράθυρα. Στην πιλοτή του διπλανού διαμερίσματος έχει παρκάρει κούριερ με μηχανάκι. Έχοντας αφήσει αναμμένη τη μηχανή ο υπάλληλος ψάχνει στα κουδούνια να παραδώσει δέμα. Το μούγκρισμα της μηχανής του διαπερνά το παράθυρο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το μαγικό σόλο του πιανίστα. Δεν έχω το δικαίωμα να του κάνω παρατήρηση. Νόμιμος εργαζόμενος είναι, βιάζεται να προλάβει τις παραδόσεις του, φορά επιπλέον και κράνος στο κεφάλι για προστασία. Τον κοιτάζω από το παράθυρο κι απλώς δυσφορώ άπραγος. Σε δύο τρία λεπτά κατεβαίνει από την πολυκατοικία, ανεβαίνει στο μηχανάκι που εξακολουθεί να μουγκρίζει έρημο κι εξαφανίζεται. Δυναμώνω την ένταση στο πικάπ. Και ή τζαζ θριαμβεύει.

 

                                                   


 

Συζητώντας με τον Π. Σ. για την παράξενη συμπεριφορά ενός κοινού γνωστού μας, τον χαρακτήρισα τοξικό. «Κάποτε τους τοξικούς τούς λέγαμε κακούς, και έτσι συνεννοούμασταν καλύτερα» με έβαλε στη θέση μου.

 

                                                  


 

(ο διάολος στις λεπτομέρειες)

 

Άκουγα το πρωί πολιτική συζήτηση εκπροσώπων κομμάτων στην τηλεόραση. «Δεν γίνεται έτσι διάλογος» έλεγε ο ένας. «Θα πρέπει οι αγρότες να προχωρήσουν σε διάλογο» τον αντέκρουε άλλος. «Αυτός ο διάλογος είναι προσχηματικός» συμπλήρωσε ένας τρίτος. Κι ένας τέταρτος, με όχι τόσο καλή άρθρωση λόγου, «παρόλα αυτά ο διάλοος θα πρέπει να προχωρήσει» απεφάνθη, τρώγοντας το γάμα από τη λέξη. Σκέφτηκα πως αυτός ο τέταρτος, άθελά του, μας αποκάλυψε τι είχε συμβεί: Ο διάλοος είχε χωθεί στη συζήτηση και στα χαρτιά τους, όπως ο διάολος έχει πάντα την κακή συνήθεια να τρυπώνει στις λεπτομέρειες.

 

                                                         

 

Η δημοσιογράφος πολιτιστικής ραδιοφωνικής εκπομπής βιάστηκε να διορθώσει το σαρδάμ που έκανε αντικαθιστώντας τη λέξη «δρόμος» του τίτλου της εκπομπής με τη λέξη «χρόνος». Γέλασε χαμηλόφωνα για το ατόπημα της κι άρχισε  να δικαιολογείται με τις ώρες. Ποιος ο λόγος; αναρωτήθηκα. Ποιος ο λόγος αφού κάθε δρόμος είναι χρόνος. Και κάθε χρόνος, δρόμος.

 

                                                     

 

Μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου έβγαλα τον σελιδοδείκτη και τον παράτησα στο κομοδίνο. Το βιβλίο το τακτοποίησα στο ράφι μαζί με άλλα βιβλία του είδους του. Το άλλο πρωί το μάτι μου έπεσε στον ξεχασμένο σελιδοδείκτη. Μου φάνηκε σαν να εξέπεμπε κάποιας μορφής θλίψη. Ήθελε, φαίνεται, να χωθεί στις σελίδες κι άλλου βιβλίου, να χορτάσει κι άλλες ιστορίες.

 

 

                                                         

 

Κοιτάζω τη φωτογραφία της εφημερίδας στις εξεγέρσεις της Τεχεράνης και τρέμω από θαυμασμό και συγκίνηση. Μια όμορφη νέα κοπέλα σε κάποια πλατεία, με ακάλυπτο το πρόσωπο της, ανάβει το τσιγάρο της καίγοντας μια αφίσα του Χαμενεΐ. Τι τόλμη, τι υγιές θράσος, τι ερεθιστικός τσαμπουκάς! Δεν τολμώ να φανταστώ τι την περιμένει από τους «φρουρούς» του άθλιου καθεστώτος. Την ξανακοιτάζω απορροφημένος από το μεγαλείο της. Ίσως το πιο δυνατό ποίημα που έπεσε στην αντίληψη μου το τελευταίο διάστημα. Αλήθεια, ποια επιτροπή απονομής λογοτεχνικών βραβείων του πλανήτη θα τολμούσε να  απονείμει σ’ αυτή τη μέγιστη ποιήτρια έστω μια απλή τιμητική διάκριση;

 

 

                                                         

 

Άνθρωποι που δεν κλότσησαν ποτέ στην ζωή τους μπάλα γράφουν μελέτες για το ποδόσφαιρο. Και άλλοι, που δεν πάτησαν το πόδι τους σε γήπεδο γιατί «απεχθάνονται» τη βία  και τις βωμολοχίες, τις παρουσιάζουν στο ανυποψίαστο κοινό, που τους πιστεύει ακράδαντα.

 

Π. Γ.

 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Voyage, voyage-Παρίσι (4)

 



 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 






ΠΑΡΙΣΙ (4)

 

 

Περπατώ στη Λεωφόρο των Καπουτσίνων, στο Παρίσι. Κάθομαι σε μία κρεπερί για ένα μικρό γεύμα και έναν καφέ. Σ’ αυτή τη λεωφόρο περπάτησε, πριν από έναν αιώνα και κάτι, ο σπουδαίος Σκοτ Φιτζέραλντ, γράφοντας ένα από τα σημαντικότερα διηγήματά του, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα». Για το διήγημα αυτό, πρόσφατα, έγραψα κριτική. Δίχως να γνωρίζω τότε τη Λεωφόρο των Καπουτσίνων.

 

 

Ανακάλυψα και την περιοχή του Κλισί. Βρίσκεται στις παρυφές της Μονμάρτρης. Εδώ έγραψε ο Χένρι Μίλερ ένα βιβλίο, το Ήσυχες μέρες στο Κλισί, μια προσωπική και τολμηρή αφήγηση, στο μεταίχμιο της τέχνης με την ελευθεριότητα. Ένα βιβλίο, δηλαδή, στις παρυφές της Μονμάρτρης και σε ό,τι αυτή αποπνέει.

 

 

(Delacroix)

 

Πώς, αυτός, που δεν ταξίδεψε ποτέ του στην Ελλάδα, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Χίο, που έμαθε τα γεγονότα μόνο από τις εφημερίδες της εποχής του, πώς αυτός, λοιπόν, μπόρεσε ν’ αναπαραστήσει τόσο πιστά, τόσο ζωντανά και ρεαλιστικά την απόγνωση της μεγάλης σφαγής στα βλέμματα των σφαγιασμένων;

 

Ο σοφέρ που μας πήρε από το ξενοδοχείο για να μας πάει στα Ηλύσια Πεδία ήταν Αλγερινός Βερβερίνος. Στη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως η Γαλλία έγινε ισχυρή γιατί ενσωμάτωσε όλους τους ξένους και γιατί, όλοι μαζί, αγωνίζονται για τα συμφέροντά της και τα κοινά της ιδεώδη. Όταν τον ρώτησα αν στο ποδόσφαιρο υποστήριζε την Παρί Σεν Ζερμέν, έδειξε δυσφορία:

―Απεχθάνομαι το Παρίσι και τους Παριζιάνους. Εγώ υποστηρίζω την Μπαρτσελόνα!

 

 

 

Μία έγχρωμη γυναίκα στο Le Marrais τραγουδά με μεγάλη αισθαντικότητα, σε μία πλατεία, τραγούδια της Πιάφ.

Ένας βιολιστής, έξω από το Μουσείο Πικάσο, παίζει σαν βιρτουόζος για λίγα κέρματα, που αφήνουν οι επισκέπτες του μουσείου στην ανοιχτή θήκη του μουσικού του οργάνου.

Μια νεαρή γυναίκα στο Τροκαντερό τυπώνει φωτογραφίες τουριστών πάνω σε πεπαλαιωμένο χαρτί εποχής, με χρηματικό αντίτιμο «ό,τι θέλετε, αν θέλετε».

Ο Ισμαήλ, ο σοφέρ Uber, με αποχαιρετά με το πιο εγκάρδιο «enchantè, mon ami!» και αφού πρώτα του έχω αναλύσει επί αρκετή ώρα τις κλιματικές συνθήκες της Θεσσαλονίκης, την οποία, στο παρελθόν, είχε επισκεφτεί.

Και παντού, σε όλους σχεδόν τους χώρους, σε μουσεία, αρωματοπωλεία, ταχυφαγεία, πολυκαταστήματα και ναούς, η ίδια προτροπή, συχνά αναρτημένη και στους τοίχους: «Parler doucement» (μιλάτε απαλά). 

 

Έτσι συντηρείται ο μύθος αυτής της πόλης, έτσι δεν ξεθυμαίνει ποτέ το άρωμά της.

 

 

Στον σταθμό της Λυών, στο μετρό του Παρισιού, όπου βρεθήκαμε για περιήγηση στο Le Marrais, θυμήθηκα εκείνη την απίθανη ιστορία με τα χαμένα νεανικά χειρόγραφα του Χέμινγουεϊ· γκάφα ολκής της τότε συζύγου του, που τα ξέχασε, ακριβώς πριν από έναν αιώνα και κάτι, στον ίδιο σταθμό, πηγαίνοντας ν’ αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό Evian. Υπομειδίασα στην ανάμνηση του γεγονότος και σκέφτηκα πως, αν είχα ξεχάσει και εγώ στο ξενοδοχείο το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου κρατώ ανελλιπώς ιδέες, σημειώσεις και σκαριφήματα διηγημάτων, ίσως αυτό να ήταν ένα μήνυμα θεϊκό, ένας αισιόδοξος οιωνός, ένας προάγγελος πως, ίσως κάποτε, θα άγγιζα, έστω σε απειροελάχιστο βαθμό, σε φήμη και σε αναγνωσιμότητα τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα.

Απομακρυσμένος από το γκρουπ, κάθισα σε παρακείμενο παγκάκι και άνοιξα, όλος αγωνία, το σακίδιο ώμου. Το ημερολόγιο με τις σημειώσεις μου, δυστυχώς, βρισκόταν μέσα.

 

 

Μέσα στο αεροπλάνο, στη διάρκεια της πτήσης της επιστροφής, ολοκληρώνω την πρώτη γραφή αυτών των σημειώσεων. Καταλήγω με τον τρόπο του Καβάφη ως εξής: «Το Παρίσι σού έδωσε αυτές τις ταξιδιωτικές σημειώσεις. Άλλο δεν έχει να σου δώσει…». Όμως αυτό, εκτός του ότι είναι μελαγχολικό, μάλλον δεν είναι και αληθές. Ίσως επανέλθω μελλοντικά στην ίδια πόλη με άλλο βλέμμα, με άλλη διάθεση, εκθέτοντας μια διαφορετική εκδοχή της, που, σήμερα, μου διαφεύγει. Το ταξίδι, λοιπόν, συνεχίζεται μέσα μου, αφού κάθε τόπος και κάθε διαδρομή δεν παύει να είναι ένας τρόπος αναζήτησης του εαυτού μας, και τίποτα περισσότερο.

 

(13 Αυγούστου 2025, πρωινή πτήση Παρίσι-Θεσσαλονίκη, εν μέσω δυνατών αναταράξεων)


Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Voyage, voyage-Παρίσι (3)

 



Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 




ΠΑΡΙΣΙ (3)

 

 

«Νησί της μοναρχίας» αποκαλούν οι Γάλλοι περιφρονητικά την Αγγλία, λόγω του πολιτεύματός της. Όμως αυτοί που, εδώ και σχεδόν δυόμισι αιώνες, κατέλυσαν εμφατικά τη μοναρχία, εξακολουθούν να διοργανώνουν μονοήμερες εκδρομές και επισκέψεις, με πανάκριβο αντίτιμο, στο παλάτι των Βερσαλλιών και στους Βασιλικούς κήπους, αφαιμάσσοντας οικονομικά τους τουρίστες, στο όνομα πάντα της δημοκρατίας.

 

 

Χάρηκα επειδή το κατάλυμά μου στο Παρίσι ήταν ένα από τα ξενοδοχεία της αλυσίδας Mercure. Θα με φιλοξενούσε για μία εβδομάδα το ίδιο ξενοδοχείο, όπου διαμένει κατά διαστήματα ο αγαπημένος μου Γάλλος συγγραφέας, ο Μισέλ Ουελμπέκ, (κάτι που συνηθίζουν να κάνουν, φυσικά, και κάποιοι ήρωές του), περιδιαβαίνοντας τη γαλλική ύπαιθρο και καταγράφοντας την κόπωση και τα αδιέξοδα των Γάλλων αγροτών αλλά και εν γένει του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου και του δυτικού πολιτισμού.

Παραγγείλαμε με τη γυναίκα μου, στο δωμάτιό μας, ποικιλία τυριών και τοπικό κρασί, όπως κάνει κατά καιρούς κι εκείνος, και το γιορτάσαμε δεόντως στην υγειά του.

Τώρα, το μόνο που μου μένει είναι να μάθω να γράφω όπως εκείνος.

 

Ο αρχηγός της εκδρομής -ικανός, ευφραδής και μόνιμος κάτοικος Παρισιού- στέλνει πάντα τα μέλη του γκρουπ που ξεναγεί σε γνωστή του Γαλλίδα, ιδιοκτήτρια αναψυκτήριου, στον χώρο των Βασιλικών κήπων των Βερσαλλιών, παρακάμπτοντας τις δύο άλλες υπαίθριες καντίνες. Εκείνη, σηκώνει παρέες Γάλλων από τα τραπεζάκια τους και τους αλλάζει θέσεις, για να δημιουργηθεί ο χώρος φιλοξενίας των συμπατριωτών του φίλου της. Μέχρι και χρέη σερβιτόρας εκτελεί για να εξυπηρετηθούν όλοι, δίχως παράπονα και καθυστερήσεις.

Το αθάνατο ελληνικό «μέσο», σκέφτηκα, διαπρέπει και εις Παρισίους!

 

 

Με συγκίνησε μία πληροφορία που έλαβα από τον ξεναγό, αναφορικά με τη Μονμάρτρη:

Δεκάδες, λέει, άσημοι (ή και καταξιωμένοι, πλέον) συγγραφείς και ζωγράφοι, από όλες τις μεριές του κόσμου, επιστρέφουν σε προχωρημένη ηλικία στη Μονμάρτρη για να επισκεφτούν τα μαγαζιά ή τα δωμάτια όπου έπιναν και κοιμούνταν στη μακρινή τους νιότη, αφήνοντας, συχνά, μεγάλα χρέη, για ν’ ανταποδώσουν τη φιλοξενία των ανθρώπων που τους υπέθαλψαν και τους ανέχτηκαν εκείνα τα χρόνια, ή για να συναντήσουν τους απόγονούς τους, αν οι προηγούμενοι έχουν πια πεθάνει.

 

 

Είχαμε αγοράσει με τη γυναίκα μου δύο κρύα σάντουιτς από το Carrefoor και, προτού καταλήξουμε στο δωμάτιό μας για να τα φάμε, σκεφτήκαμε ν’ ανεβούμε στην ταράτσα του ξενοδοχείου, στον 12ο όροφο, να κοιτάζαμε τη θέα, μήπως πίναμε εκεί ένα ποτό το βράδυ έχοντας στα πόδια μας το βραδινό Παρίσι. Η σερβιτόρα του μπαρ αρνήθηκε να μας επιτρέψει την είσοδο, λέγοντάς μας πως έχουμε μαζί μας προϊόντα αγορασμένα από άλλο κατάστημα και πως αυτό απαγορευόταν. Της εξήγησα στη γλώσσα της πως είμαστε πελάτες του ξενοδοχείου, πως θα βλέπαμε μόνο τον χώρο, με προοπτική να το επισκεφτούμε ξανά αργότερα. Η σερβιτόρα ανένδοτη. Αφήσαμε στην άκρη τα προϊόντα μας, της δείξαμε ταυτότητα και αριθμό δωματίου, όμως… Άρνηση και πάλι…

     Της είπα πως αυτό που κάνει δεν είναι ευγενικό, κάτι παρόμοιο τής επισήμανε και η γυναίκα μου στα αγγλικά, όμως η υπάλληλος το τροπάριο το γνωστό. Ρητή θέση του ξενοδοχείου κτλ. κτλ. Πήραμε την κρυάδα και τα κρύα μας σάντουιτς και επιστρέψαμε στο δωμάτιο. Φυσικά ακυρώσαμε την αρχική μας σκέψη για βραδινό ποτό στην ταράτσα.

Το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε σε γειτονικό του ξενοδοχείου πάρκο, στην περιοχή της Defense. Ζευγάρια κάθονταν ήσυχα στα παγκάκια, μικρά παιδιά ακόμη έπαιζαν ξένοιαστα, μελαμψοί νεαροί χαριεντίζοντας μεταξύ τους, ένα σιντριβάνι πετούσε ψηλά το νερό με εντυπωσιακούς εναλλασσόμενους σχηματισμούς. Τότε είδαμε τον χοντρό αρουραίο να ξεπροβάλει από ένα παρτέρι του πάρκου και να τρέχει προς τη μεριά του δρόμου, σκορπίζοντας τον τρόμο σε αρκετούς θαμώνες.

―Άνθρωποι και ποντίκια, μονολόγησε η γυναίκα μου κι εγώ χαμογέλασα.

Ήταν η πιο πετυχημένη ατάκα για να συνοψίσει τα όσα είχαν προηγηθεί και, έτσι, να ολοκληρωθεί αυτό το μικρό πεζό.

 

Ένα μπουκέτο δροσερές Γιαπωνεζούλες, δεκάξι στα δεκαεπτά, με πουά ανάλαφρες φουστίτσες της αθωότητας να ανεμίζουν από το ελαφρύ αεράκι, φωτογραφίζουν, ενθουσιασμένες, από επιλεγμένο σημείο της πόλης τον φωταγωγημένο Πύργο του Άιφελ, ενώ από πίσω τους, μες στο στριμωξίδι και τον συνωστισμό, το επιτήδειο χέρι ψαχουλεύει αδίστακτα στα μισάνοιχτα σακίδια πλάτης, ξαφρίζοντας τα πορτοφόλια τους.

 

 

Το μαύρο ταξί τρέχει στο ίδιο μοιραίο τούνελ της πόλης όπως και τότε. Η θλιμμένη πριγκίπισσα αδημονεί να γλιτώσει από τους αδίστακτους παπαράτσι. Αδημονεί να ξεφύγει από την ίδια τη ζωή της. Η γυναίκα μου με κοιτάζει με παράπονο κι εγώ ανησυχώ. Ιδρώνω, συστέλλομαι, οι σφυγμοί μου ανεβαίνουν απρόσμενα. Το μαύρο ταξί συνεχίζει τον ξέφρενο ρυθμό του θαρρείς ακυβέρνητο. Προσπερνάμε το σκοτεινό σημείο, το τούνελ επιτέλους τελειώνει, βγαίνουμε πάλι στο φως. Αναπνέουμε και οι δύο ξανά, φανερά ανακουφισμένοι, ανάβοντας νοερά ένα κερί στη μνήμη της αδικοχαμένης πριγκίπισσας.

 

(συνεχίζεται)