ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ
(στη
στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο
σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)
֎
Ο
τύπος στο μπαρ δείχνει άνθρωπο που είναι μέτοχος στην επιχείρηση και που
όλη τη μέρα περιφέρεται στον χώρο δίχως να κάνει απολύτως τίποτα.
Η
εμμονή της αιωνιότητας και ο φόβος του θανάτου.
(κούριερ
με μηχανάκι)
Βάζω
στο πικάπ δίσκο της τζαζ, σε μέτρια ένταση, με κλειστά παράθυρα. Στην πιλοτή
του διπλανού διαμερίσματος έχει παρκάρει κούριερ με μηχανάκι. Έχοντας αφήσει
αναμμένη τη μηχανή ο υπάλληλος ψάχνει στα κουδούνια να παραδώσει δέμα. Το
μούγκρισμα της μηχανής του διαπερνά το παράθυρο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το
μαγικό σόλο του πιανίστα. Δεν έχω το δικαίωμα να του κάνω παρατήρηση. Νόμιμος
εργαζόμενος είναι, βιάζεται να προλάβει τις παραδόσεις του, φορά επιπλέον και
κράνος στο κεφάλι για προστασία. Τον κοιτάζω από το παράθυρο κι απλώς δυσφορώ
άπραγος. Σε δύο τρία λεπτά κατεβαίνει από την πολυκατοικία, ανεβαίνει στο
μηχανάκι που εξακολουθεί να μουγκρίζει έρημο κι εξαφανίζεται. Δυναμώνω την
ένταση στο πικάπ. Και ή τζαζ θριαμβεύει.
Συζητώντας
με τον Π. Σ. για την παράξενη συμπεριφορά ενός κοινού γνωστού μας, τον
χαρακτήρισα τοξικό. «Κάποτε τους τοξικούς τούς λέγαμε κακούς, και έτσι
συνεννοούμασταν καλύτερα» με έβαλε στη θέση μου.
(ο
διάολος στις λεπτομέρειες)
Άκουγα
το πρωί πολιτική συζήτηση εκπροσώπων κομμάτων στην τηλεόραση. «Δεν γίνεται έτσι
διάλογος» έλεγε ο ένας. «Θα πρέπει οι αγρότες να προχωρήσουν σε διάλογο» τον
αντέκρουε άλλος. «Αυτός ο διάλογος είναι προσχηματικός» συμπλήρωσε ένας τρίτος.
Κι ένας τέταρτος, με όχι τόσο καλή άρθρωση λόγου, «παρόλα αυτά ο διάλοος θα
πρέπει να προχωρήσει» απεφάνθη, τρώγοντας το γάμα από τη λέξη. Σκέφτηκα πως
αυτός ο τέταρτος, άθελά του, μας αποκάλυψε τι είχε συμβεί: Ο διάλοος είχε χωθεί
στη συζήτηση και στα χαρτιά τους, όπως ο διάολος έχει πάντα την κακή συνήθεια
να τρυπώνει στις λεπτομέρειες.
Η
δημοσιογράφος πολιτιστικής ραδιοφωνικής εκπομπής βιάστηκε να διορθώσει το
σαρδάμ που έκανε αντικαθιστώντας τη λέξη «δρόμος» του τίτλου της εκπομπής με τη
λέξη «χρόνος». Γέλασε χαμηλόφωνα για το ατόπημα της κι άρχισε να δικαιολογείται με τις ώρες. Ποιος ο λόγος;
αναρωτήθηκα. Ποιος ο λόγος αφού κάθε δρόμος είναι χρόνος. Και κάθε χρόνος,
δρόμος.
Μετά
την ανάγνωση ενός βιβλίου έβγαλα τον σελιδοδείκτη και τον παράτησα στο
κομοδίνο. Το βιβλίο το τακτοποίησα στο ράφι μαζί με άλλα βιβλία του είδους του.
Το άλλο πρωί το μάτι μου έπεσε στον ξεχασμένο σελιδοδείκτη. Μου φάνηκε σαν να
εξέπεμπε κάποιας μορφής θλίψη. Ήθελε, φαίνεται, να χωθεί στις σελίδες κι άλλου
βιβλίου, να χορτάσει κι άλλες ιστορίες.
Κοιτάζω
τη φωτογραφία της εφημερίδας στις εξεγέρσεις της Τεχεράνης και τρέμω από
θαυμασμό και συγκίνηση. Μια όμορφη νέα κοπέλα σε κάποια πλατεία, με ακάλυπτο το
πρόσωπο της, ανάβει το τσιγάρο της καίγοντας μια αφίσα του Χομεϊνί. Τι τόλμη,
τι υγιές θράσος, τι ερεθιστικός τσαμπουκάς! Δεν τολμώ να φανταστώ τι την
περιμένει από τους «φρουρούς» του άθλιου καθεστώτος. Την ξανακοιτάζω
απορροφημένος από το μεγαλείο της. Ίσως το πιο δυνατό ποίημα που έπεσε στην
αντίληψη μου το τελευταίο διάστημα. Αλήθεια, ποια επιτροπή απονομής
λογοτεχνικών βραβείων του πλανήτη θα τολμούσε να απονείμει σ’ αυτή τη μέγιστη ποιήτρια έστω μια απλή τιμητική διάκριση;
Άνθρωποι
που δεν κλότσησαν ποτέ στην ζωή τους μπάλα γράφουν μελέτες για το ποδόσφαιρο.
Και άλλοι, που δεν πάτησαν το πόδι τους σε γήπεδο γιατί «απεχθάνονται» τη
βία και τις βωμολοχίες, τις παρουσιάζουν
στο ανυποψίαστο κοινό, που τους πιστεύει ακράδαντα.
Π. Γ.




