Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Δωδέκατος παίκτης (10)-Ντριπλέρ

 



ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ ΠΑΙΚΤΗΣ

 

 

(σ’ αυτή τη στήλη δημοσιεύονται για πρώτη φορά –ή αναδημοσιεύονται– διηγήματά μου αναφορικά με το ποδόσφαιρο)

 

 

֎




Ντριπλέρ

 

 

 

Είχα χρόνια να τον συναντήσω στη γειτονιά. Τον πέτυχα στην ουρά ενός ταμείου στον Σκλαβενίτη, επί της Παπαναστασίου, και θυμήθηκα τα παλιά. Τριγυρνούσε τη δεκαετία του ογδόντα στη γειτονιά με μια δερμάτινη μπάλα σε ένα φιλεδάκι,  ψάχνοντας συμπαίκτες στις αλάνες και στο βοηθητικό γηπεδάκι, πίσω από το γήπεδο του Άρη, για να στήσουν διπλό. Όσοι αποφασίζανε να παίξουν μαζί του δεινοπαθούσαν. Φοβερός τεχνίτης και ντριπλέρ, δεν μπορούσες να του πάρεις την μπάλα από τα πόδια ακόμα κι αν είχες μπάρμπα τον ίδιο τον Θεό. Έμπαινε και στα γήπεδα των μεγάλων ομάδων της πόλης, του Άρη, του ΠΑΟΚ και του Ηρακλή, κατέβαινε, άγνωστο πώς, στο ημίχρονο στον αγωνιστικό χώρο και τάραζε στις ντρίπλες τους αναπληρωματικούς των ομάδων, που έτριβαν τα μάτια τους με αυτόν τον απίθανο τύπο, που είχαν μπλέξει. Είχε σχετικά μακρύ μαλλί, κάπως γλιτσερό, και φορούσε πάντα φτηνές ελβιέλες στα πόδια. Ένα φαρδύ πουκάμισο χυνόταν ανέμελα πάνω από τη φόρμα. Κανείς δεν γνώριζε πώς ζούσε, πού έμενε, πώς τα έφερνε βόλτα. Μέχρι και την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα έκανε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Γυρνούσε με μια μπάλα υπό μάλης ψάχνοντας πιτσιρικάδες ή και μεγαλύτερους για να τους ταράξει στις ντρίπλες. Την περίπτωσή του την αναφέρει σε κάποιο βιβλίο του και γνωστός διηγηματογράφος της πόλης μας, που πέρασε κι αυτός τα νεανικά του χρόνια στο Χαριλάου.

Τον γνώρισα με το πρώτο. Ο χρόνος που μεσολάβησε δεν τον είχε αλλοιώσει σημαντικά. Θα πρέπει να είχε περάσει κατά πολύ τα εβδομήντα, όμως το στιλ του πάντα αέρινο και νεανικό. Φορούσε κάτι χιλιοφορεμένα αθλητικά και έβαζε σε μια σακούλα τα λιγοστά του ψώνια. Δεν άντεξα να μην του μιλήσω:

«Ο Ορέστης δεν είσαι;» τον ρώτησα.

«Κάπου σε θυμάμαι· είσαι παλιός Χαριλιώτης;» ρώτησε στρέφοντας πάνω μου το κουρασμένο βλέμμα του.

«Ναι, παίζαμε πριν από χρόνια μπάλα στις αλάνες, πίσω από τον Άρη, εκεί που σήμερα έχει γίνει πάρκο».

Χαμογέλασε αχνά.

«Τι χρόνια!» σιγομουρμούρισε κάπως συγκινημένος.

Πήρα θάρρος και συνέχισα.

«Σε θυμάμαι, ρε Ορέστη, ένα απόγευμα στο Χαριλάου, σε ένα ματς Άρης-Ιωνικός, που είχες ταράξει στις ντρίπλες όλη την ομάδα του Άρη και επί δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά κανείς δεν μπορούσε να σου πάρει την μπάλα από τα πόδια».

Μια πίκρα απλώθηκε ξαφνικά στο πρόσωπο του. Με κοίταξε μια τελευταία φορά στα μάτια, σήκωσε τη σακούλα με τα ψώνια, «αυτά περάσανε, αγόρι μου· τώρα μας ντριπλάρει ο Θεός! Κανείς μας δεν του παίρνει την μπάλα από τα πόδια!» μου είπε, και βιάστηκε να φύγει, άρον άρον, από το κατάστημα.


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Σημειωματάριο (3)

 


 

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ (3)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 



֎

 

   

 

 

Μετά την πολύωρη καταρρακτώδη βροχή ένα περιστέρι ήρθε και θρονιάστηκε στο περβάζι του μπαλκονιού μου. Άνοιξα δειλά το παράθυρο, ο Νώε πουθενά. Το περιστέρι έφερε μια ακόμη γύρα στο μπαλκόνι, άφησε μια γενναία κουτσουλιά και πέταξε μακριά, σαν να μου έλεγε: "Κιβωτός είναι τα βιβλία που γράφεις· αυτά θα σε σώσουν από τον κατακλυσμό που πλησιάζει και τίποτε άλλο".

 

 

Μετά από σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια οι επιστήμονες, χάρη στην τεχνολογία, μπόρεσαν να διαβάσουν ένα γκράφιτι στην περιοχή της Πομπηίας, που είχε καλυφθεί από τέφρα λόγω της φοβερής έκρηξης του ηφαιστείου. Το γκράφιτι έγραφε: Erato amat. Δεν στάθηκε δυνατόν να αναγνωστεί η συνέχεια, δεν μαθεύτηκε ποτέ ποιον αγαπούσε η Ερατώ. Κι αυτό το πολύτιμο εύρημα ωστόσο, έστω και λειψό, δεν παύει να είναι σαν ένας απρόσμενος θησαυρός κρυμμένος κάτω από χαλάσματα. Ίσως πολυτιμότερος από τους τάφους στρατηλατών, αυτοκρατόρων η θρησκευτικών μυστών, που απεγνωσμένα οι αρχαιολόγοι πασχίζουν να φέρουν στο φως. Ένας έρωτας που αντέχει τόσα χρόνια θαμμένος κάτω από χαλάσματα.

 

 

Έγραφε με αφόρητη πεζότητα ιστορίες υπερβατικής λογοτεχνίας. Σαν να περιέγραφε το πώς έψησε κέικ στον φούρνο της. Σκέφτομαι πως δεν εξοικειώνεται έτσι ο αναγνώστης με το ανοίκειο. Το ανοίκειο για να γίνει οικείο θέλει ένα ιδιαίτερο ξεπέταγμα της σκέψης και της γραφής, μια λεπταίσθητη φαντασία. Το κάτι διαφορετικό που να προσεγγίζει την ποίηση.

 

 

Αδειάζω το μυαλό μου γεμίζοντας τη σελίδα με λέξεις. Γράφοντας σημειώσεις στο κινητό μου, νομίζω πως αυτό, από άψυχο αντικείμενο, μεταμορφώνεται και εξανθρωπίζεται. Είναι κι αυτό μια πορεία, ένας στόχος στη ζωή: το να εξανθρωπίζεις το κινητό σου.

 

 

Οπαδοί, που με χολή και κακία υποδέχονται τους αντιπάλους τους στα γήπεδα, ενώθηκαν και έστειλαν μηνύματα συμπαράστασης στους αντιπάλους τους μετά την τραγωδία της Τιμισοάρα. Τους ένωσε ο δρόμος, η τρέλα και οι οπαδικές εκδρομές. Η απέλπιδα φυγή για μια ιδέα μοναδική και ανεπανάληπτη. Τους ένωσε η σκιά του θανάτου.

 

 

Προσέχω τα χέρια των πωλητριών όταν ψωνίζω. Το δέρμα, τις φλέβες, τη λευκότητα τους. Τις ανατομικές λεπτομέρειες. Τα χέρια που μου δίνουν κάθε πρωί στο χέρι το ψωμί, την εφημερίδα, τον καφέ, τα τσιγάρα μου. Προσέχω τα χέρια. Τα χέρια που δίνουν.

 

 

Η Μήδεια, η Φραγκογιαννού, οι σύγχρονες δήμιοι που εμφανίζονται στις τηλεοπτικές μας οθόνες. Η παιδοκτονία. Τόσο παλιά, τόσο δοκιμασμένη, τόσο ελληνική συνήθεια. Μανάδες που σκοτώνουν τα παιδιά τους!

 

 

Στην αντιηρωική εποχή μας έχουμε την τάση να κατασκευάζουμε ήρωες. Σε τροχαία δυστυχήματα, σε σιδηροδρομικές τραγωδίες (ή μήπως εγκλήματα;), σε εργατικά ατυχήματα σε εργοστάσια. Από την άλλη όμως, και μόνο η επιβίωση σ’ αυτή την απίστευτη χώρα δεν ενέχει κάτι το ηρωικό; Πόσο μάλλον το να χάνεις τη ζωή σου κάτω από τέτοιες συνθήκες...

 

 

Όλα μου τα βιβλία τα έχω γράψει σε μεταφορικά μέσα, σε καφέ ή στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Πολλές ιδέες σημειώθηκαν μέσα σε σχολικές αίθουσες, στα διαλείμματα. Τώρα που απέκτησα δικό μου χώρο σε καινούριο, ευρύχωρο διαμέρισμα, κάθομαι στο γραφείο μου, ανοίγω τον υπολογιστή και δεν ξέρω τι να γράψω.

 

                                               (συνεχίζεται)

 

 


Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ρέκβιεμ για μία εποχή και μία τραγουδίστρια

 


«MΕ ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΙΑ ΤΑ ΚΟΝΤΟΜΑΝΙΚΑ»


(ρέκβιεμ για μια εποχή και μια τραγουδίστρια)

 

֎

 

Ένα κείμενο για τη Μαρινέλα σ’ ένα αμιγώς λογοτεχνικό blog ίσως και να φαντάζει ξεκάρφωτο. Αντιστάθηκα πολύ μέχρι ν’ αποφασίσω να το δημοσιοποιήσω, το πάλεψα μέχρις εσχάτων, όμως τελικώς υπέκυψα. Είναι και το παρελθόν που χιμάει κάποιες φορές ορμητικό σαν ποτάμι μέσα μας, θυμίζοντάς μας τα περασμένα.

Μια παλιά φιλενάδα της θείας μου, η Λία, δούλευε οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαρινέλας και του Βοσκόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η Λία, όταν ερχόταν σπίτι να μας συναντήσει, μας μιλούσε σχεδόν εκστασιασμένη για τη ζωή των δύο σταρ της εποχής, τα γλέντια στο αίθριο του σπιτιού τους στην Αθήνα, για τις ιδιορρυθμίες και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν. Το πόσο απλοί ήταν στην καθημερινότητά τους. Το σπίτι μας είχε γεμίσει με κασέτες τραγουδιών της Μαρινέλας και φωτογραφίες του διάσημου ζεύγους από απλές στιγμές της ζωής τους. Η θεία μου, από το πρωί ως το βράδυ άκουγε Μαρινέλα. Εγώ, δεκατέσσερα στα δεκαπέντε, είχα εντυπωσιαστεί από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με τη Μαρινέλα, που η Λία μού το είχε φέρει δώρο στα γενέθλιά μου για να το ακούσω. Τα τραγούδια του Κώστα Χατζή και τα διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη, που τότε διάβαζε η μητέρα μου φανατικά, ήταν τα πρώτα καταλυτικά κεντρίσματα στην προεφηβική και εφηβική μου συνείδηση, από αυτά πήρα τα πρώτα κοινωνικά μηνύματα, που, χρόνια μετά, τα μετέφερα και στα πρώτα βιβλία μου, κυρίως μέσα από διηγήματα ή ποιήματα. Προτού γνωρίσω τους Αμερικανούς μπήτνικ, τον Σαββόπουλο, τον Μπόρχες, τη λογοτεχνική σχολή της «Διαγωνίου», τον κύκλο του περιοδικού «το τραμ», το progressive ροκ και τους τζαζίστες της εταιρίας ECM. Μοιραία, λοιπόν, η φωνή της Μαρινέλας, ιδίως μέσα από την αγάπη (λατρεία πες) που της είχαν η μάνα μου, η θεία μου και η Λία, δέσποζε στα μουσικά ακούσματα του σπιτιού. Η καμπανιστή, μπριόζα φωνή της υπήρξε ταυτισμένη με τα νεανικά μου χρόνια.

Δεκαεφτά χρονών σε ζαχαροπλαστείο δίπλα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Καραπουλιτίδη, στη Χαλκιδική, η Μαρινέλα τραγουδούσε το «Σήμερα» και «Τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα». Με το αυτί κολλημένο στο ηχείο του μαγαζιού η παρέα άπλωνε την αρίδα της στα καλοκαιρινά τραπεζάκια, στην πλατεία της Νέας Ηράκλειας, τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Β. Γ., σημερινός αθλητικός μεγαλοπαράγοντας, ο Ν. Ζ., ο Β. Ο., οι αδελφοί Π., εγώ, η παιδική μου φίλη Γιάννα. Τ., που έφυγε από τα ναρκωτικά, η αδελφή της, κάποια άλλα συνομήλικά μας κορίτσια. Όταν ο ιδιοκτήτης άλλαζε την κασέτα, ο Β. Γ. τιναζόταν όρθιος και πρόσταζε στον Σπύρο, το γκαρσόνι: «Σπύρο, γιατί ρε αγόρι μου; Βάλε ξανά το “Σήμερα”. Τη θεά, ρε Σπύρο, τη θεά!». Η κασέτα έπαιζε από την αρχή και όλοι ηρεμούσαν. Είχε αποκατασταθεί η μουσική ισορροπία του απογεύματος. Πέρασαν πάνω από 45 χρόνια από τότε, όμως η φράση του φίλου μου και η φωνή της Μαρινέλας μού θυμίζουν ακόμη τ’ ανέμελα καλοκαίρια μας.

Για αρκετά χρόνια, μέχρι να αρραβωνιαστώ και να φύγω από το πατρικό μας διαμέρισμα, η Μαρινέλα ήταν κάτι σαν μουσική ιέρεια του σπιτού − όχι πάντως και του δωματίου μου. Τα τραγούδια της καθόριζαν το κέφι και τη διάθεση των μελών της οικογένειας.

Και πέρασαν τα χρόνια. Η μητέρα μου και η θεία μου μετοίκησαν εις Κύριον. Η Λία είχε τραγικό τέλος: Τη χτύπησε αυτοκίνητο σε διασταύρωση στου Χαριλάου αφήνοντάς την στον τόπο. Η μεγάλη ντίβα, στα 87 της χρόνια, ανηφόρισε κι αυτή στα ουράνια. Λύγισε επί σκηνής, όπως αρμόζει στους μεγάλους σταρ. Πολλοί σημαντικοί άνθρωποι (Γιάννης Ξανθούλης, Σταμάτης Φασουλής κ. ά.) έγραψαν από καρδιάς ευαίσθητα λόγια για τη σπουδαιότητα της μεγάλης ερμηνεύτριας. Όλη η χώρα θρήνησε την αποδημία της. Εμένα, μεταξύ άλλων, μου έμειναν κάτι παλιές φωτογραφίες της και οι δυο κασέτες από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με την ίδια ως ερμηνεύτρια − ένα σημαντικό έργο της ελληνικής δισκογραφίας, που, παρά τις υψηλές πωλήσεις του, δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε από τους μουσικούς ειδήμονες, ίσως γιατί το διπλό άλμπουμ δεν ήταν στιχουργικά αμιγώς πολιτικό και ηχητικά δεόντως εμβατηριακό, κατά το πρότυπο της εποχής.

Η ζωή συνεχίζεται. Δίχως τη μάνα μου, τη θεία μου, τη Λία, τη φίλη μου τη Γιάννα, τη σπουδαία Μαρινέλα, δίχως τις νοστιμιές και την αμεριμνησία ενός παρελθόντος που έφυγε ανεπιστρεπτί. Όμως, ένα τραγούδι της Μαρινέλας ίσως αρκεί για να έρθουν τα πάνω κάτω, να ζωντανέψουν ξανά τα παλιά. Για να γίνουν και πάλι τα καλοκαίρια μας ανέφελα και αισιόδοξα. Εκείνα της νιότης μας, φορώντας πάντα «τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα».

 

Π. Γ.


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Σημειωματάριο(2)

 

 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

 

                

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

  

 

Κλείνουν τα ταχυδρομικά υποκατάστημα, μετατίθενται οι υπάλληλοι σε άλλες υπηρεσίες. Ο κόσμος δεν στέλνει πια γράμματα, τα βιβλία και τα δέματα φεύγουν με κούριερ. Κοιτάζω με συγκίνηση στην ξύλινη κούτα την παλιά μου αλληλογραφία. Γράμματα και καρτούλες του Χριστιανόπουλου, του Μάρκογλου, του Ριτσώνη, του Βασίλη Ιωαννίδη. Της δασκάλας μου στο Δημοτικό και μιας φιλενάδες της μάνας μου, που μου είχαν γράψει τις εντυπώσεις τους για το πρώτο μου βιβλίο. Και πόσων ακόμη που διάβηκαν στην απέναντι όχθη... Το πρόβλημα δεν είναι, όπως  διαβάζω σε διάφορες αναλύσεις, πως με το κλείσιμο των ταχυδρομείων σταματά ή περιορίζεται ο γραπτός πολιτισμός − αυτός θα βρει τρόπους να επιβιώσει. Είναι πως, σταδιακά, απομακρυνόμαστε από την απόλαυση των χειρογράφων των πεθαμένων.

 

 

Στο έγγραφο με τις διευθύνσεις των λογοτεχνών (κάπου τριακόσια και βάλε ονόματα) που μου το έστειλε παλιός συγγραφέας της πόλης, σημειώνω με έντονη γραφή όσους πεθαίνουν. Τα μαυρισμένα σημεία του εγγράφου συνεχώς αυξάνονται. Όμως δεν διαγράφω ονόματα και διευθύνσεις των αποχωρησάντων. Τους αφήνω να ξεχωρίζουν, να λάμπουν για πάντα, φωτίζοντας με την απουσία τους την οδό και το έργο των επιζώντων.

 

Ο Τεσόν γράφει πως ο Προυστ κατανάλωνε την εφημερίδα σαν πνευματικό ψωμί ή σαν ένα κρουασάν. Η δική  μου περίπτωση είναι πιο ανησυχητική. Σαν τοξικοεξαρτημένος μπουκάρω στο ψιλικατζίδικο για την εφημερίδα μου. «Δεν ήρθαν ακόμη, λόγω των μπλόκων» μου λέει η κοπέλα και φεύγω αμίλητος, με σκυμμένο κεφάλι. Η ενημερωτική στέρηση με παραλύει. Η εφημερίδα: η αντανάκλαση, η πεμπτουσία της αστικής ζωής μας. Έχω γίνει ένας πρεζάκιας των τυπωμένων ειδήσεων. Τελείως ακατάλληλος για επαναστάσεις.

 

Μήπως τελικά ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγαλειώδη απόδραση της ψυχής, όταν της δοθεί η ευκαιρία, για να γλιτώσει από το φθαρτό και καταπιεστικό σώμα της;

 

 

Επέζησε στο δωμάτιό του δύο μέρες δίχως νερό και φαγητό. Μόνο ακούγοντας μουσική. Ένας ερημίτης της τζαζ.

 

Όπως κάθε πόλη έχει τον πολιούχο της, κάθε νυχτερινό κέντρο της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων μικρών ή μεγάλων πόλεων έχει τον προστάτη της. Αν δεν συμμορφωθούν οι μαγαζάτορες στα «ασφάλιστρα», κάποιοι πληρωμένοι μπράβοι τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς προς συμμόρφωση. Διατηρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνεχώς κι αδιαλείπτως, μια «θρησκευτικού» τύπου χωροταξική προστασία, υπό την ανοχή πάντα του επίσημου κράτους.

 

Τόσο αισιόδοξος όσο και το σύμπαν. Τόσο απελπισμένος όσο και το σύμπαν. Το σύμπαν που δεν νιώθει, που δεν έχει συναισθήματα, που απλώς υπάρχει. Και πώς να το γράψεις όλο αυτό, πώς να το εξηγήσεις... Και, κυρίως, πώς να το αποδεχτείς...

 

Αν οι πέντε εργάτριες της «Βιολάντα» ήταν τη στιγμή της έκρηξης σε άλλον χώρο του εργοστασίου; Αν ήταν εκείνες οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ και ακολουθούσαν πιο σύντομη διαδρομή για τη Λυών; Αν, πάλι, οι επτά φίλαθλοι δούλευαν στο εργοστάσιο και είχαν ψυλλιαστεί έγκαιρα τη διαρροή προπανίου; Ή αν αποφάσιζαν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη με πούλμαν και όχι με βανάκι; Όμως με υποθέσεις και με «αν» δεν προχωράει η ζωή ούτε και λιγοστεύουν τα δυστυχήματα. Η έκρηξη στο εργοστάσιο ακούστηκε καθαρά μέχρι την πόλη των Τρικάλων. Και οι κραυγές των οπαδών ήχησαν με παλμό και απόγνωση από την Τιμισοάρα μέχρι την Ημαθία:

ΠΑΟΚΑΡΑ ΕΙΜΑΙ ΧΑΡΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΑΡΕ!

 

Μία φήμη ακολουθούσε πάντα στη ζωή του αυτόν τον άνθρωπο. Μια αστήρικτη ωστόσο διαδεδομένη φήμη, κάτι μεταξύ υπόνοιας, μομφής αλλά και ειρωνείας (Κύριος οίδε από πού πρωτοξεκίνησε) για την εν γένει στάση του απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Μία φήμη που κάλλιστα ο ίδιος, με αδιάσειστα επιχειρήματα, μπορούσε να τη διαλύσει, να την εξαφανίσει στη στιγμή υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, όμως αντιμετώπιζε το όλο θέμα ως φαιδρό και ανάξιο λόγου. Έζησε όλη του τη ζωή με τη φήμη να θολώνει κάθε του δημιουργία, κάθε θετική του δράση. Ήταν ζήτημα αξιοπρέπειας η όλη του στάση. Έζησε μ’ αυτό, συμβιβάστηκε, αφέθηκε στην αφάνεια εξ αιτίας αυτής της φήμης. Όταν πέθανε, κάποιοι τον αποκάλεσαν δειλό.

 

Π. Γ.



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Personal zoo (5)-Στον τόπο

 


PERSONAL ZOO (5)

 


Στη στήλη αυτή θα βρίσκετε δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα αναφορικά με τα ζώα. Σκυλιά, γάτες, αμνοερίφια, τσούχτρες, κουνούπια, φίδια, πουλιά, μυρμήγκια και άλλα ζωντανά θα παρελάσουν στις οθόνες σας. Και ας θυμόμαστε πάντα τη φράση του Μίλαν Κούντερα, που θέτει τα ζώα σε ανώτερη θέση σε σχέση με τον άνθρωπο: Τα ζώα δεν διώχθηκαν ποτέ από τον Παράδεισο.           

֎

 

Στον τόπο

 

Κατηφορίζοντας, το πρωί, το στενό, πίσω από το Ιπποκράτειο, για να πάω στη δουλειά μου, βρέθηκα απέναντι σ’ ένα αποτρόπαιο θέαμα. Καταμεσής του δρόμου, ένα γατί, με λιωμένο κεφάλι, χυμένα μυαλά κι εντόσθια, κείτονταν στην άσφαλτο νεκρό. Μια μικρή λιμνούλα αίματος είχε αρχίσει να ξεραίνεται και μόνο τρεις τέσσερις μύγες γυρόφερναν σαδιστικά πάνω απ' το κουφάρι του.

Ανατρίχιασα. Αντικρίζοντας τα ορθάνοιχτα μάτια του −άραγε ακόμα θυμούνταν; κατά τη ρήση του ποιητή*− προσπαθούσα να εικάσω τις φρικτές λεπτομέρειες. Έγιναν τάχα όλα στα σκοτεινά ή μόλις είχε χαράξει; Έτρεχε πολύ ο οδηγός και δεν το είδε; Ή τρόμαξε η γάτα από κάποιο  θόρυβο, πήδηξε από παρακείμενο κάδο σκουπιδιών και βρέθηκε στις φονικές ρόδες που την έλιωσαν;

Ακαριαία, μου ήρθε στον νου ένας παιδικός μου φίλος, ο Πάρης. Μας μάζευε όλους στην παλιά γειτονιά και μας έλεγε σοβαρά σοβαρά πως, αν βλέπαμε ποτέ νεκρό γατί στον δρόμο, έπρεπε να γυρίσουμε το κεφάλι αλλού, να φτύσουμε τρεις φορές στη γη και να τραβήξουμε για λίγο τα μαλλιά μας. Οι περισσότεροι γελούσαν μ’ αυτά τα αφελή και παιδιάστικα ξόρκια. Ανάμεσά τους κι εγώ, που τον κορόιδευα. «Ναι, ρε, έτσι γίνεται, μου το είπε η γιαγιά μου..», επέμενε εκείνος, βέβαιος για την αξία αυτών των ενεργειών. Μεγάλος, κάπου διάβασα πως αυτές οι ενέργειες είναι έθιμα που βασίζονται στον «ανιμισμό» και χάρις σ’ αυτά −όπως πιστεύουν μερικοί− οι ψυχές των πεθαμένων ζώων βρίσκουν γαλήνη κι ηρεμία.

Για μεγάλο διάστημα ξέκοψα από τον Πάρη. Στο λύκειο που τον αντάμωσα και κάναμε σποραδικά παρέα, μου είπε πως το παλεύει να περάσει στο Φυσικομαθηματικό με πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν τα κατάφερε εντέλει και πήγε στα καράβια. Ένας κοινός παιδικός φίλος, χρόνια μετά, με ενημέρωσε πως χάθηκε σε ναυάγιο στον Ειρηνικό. «Τον φάγανε οι καρχαρίες!», μου είπε με μια ωμότητα που με σόκαρε.

Κατάφερα να τραβήξω το βλέμμα μου από το πεθαμένο γατί. Ασυναίσθητα γυρίζω το κεφάλι μου στην αντίθετη κατεύθυνση και φτύνω κάτω τρεις φορές. Ταυτόχρονα πιάνω με το δεξί μου χέρι λίγες τρίχες από το κοντοκουρεμένο κεφάλι μου και τις τραβώ. Τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου, αν όλα αυτά τα έκανα για την ψυχή της πεθαμένης γάτας ή σαν μνημόσυνο στον παιδικό μου φίλο.

(αδημοσίευτο διήγημα γραμμένο το 2004)

 

* «Μάτια σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται», στίχος του Αλέξη Ασλάνογλου.

 

 


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Σημειωματάριο (1)

 



ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

 

  

                



(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 

֎

 


 

Ο τύπος στο μπαρ δείχνει άνθρωπο που είναι μέτοχος στην επιχείρηση και που όλη τη μέρα περιφέρεται στον χώρο δίχως να κάνει απολύτως τίποτα.


                                          


 

Η εμμονή της αιωνιότητας και ο φόβος του θανάτου.

 


                                                    



(κούριερ με μηχανάκι)

 

Βάζω στο πικάπ δίσκο της τζαζ, σε μέτρια ένταση, με κλειστά παράθυρα. Στην πιλοτή του διπλανού διαμερίσματος έχει παρκάρει κούριερ με μηχανάκι. Έχοντας αφήσει αναμμένη τη μηχανή ο υπάλληλος ψάχνει στα κουδούνια να παραδώσει δέμα. Το μούγκρισμα της μηχανής του διαπερνά το παράθυρο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το μαγικό σόλο του πιανίστα. Δεν έχω το δικαίωμα να του κάνω παρατήρηση. Νόμιμος εργαζόμενος είναι, βιάζεται να προλάβει τις παραδόσεις του, φορά επιπλέον και κράνος στο κεφάλι για προστασία. Τον κοιτάζω από το παράθυρο κι απλώς δυσφορώ άπραγος. Σε δύο τρία λεπτά κατεβαίνει από την πολυκατοικία, ανεβαίνει στο μηχανάκι που εξακολουθεί να μουγκρίζει έρημο κι εξαφανίζεται. Δυναμώνω την ένταση στο πικάπ. Και ή τζαζ θριαμβεύει.

 

                                                   


 

Συζητώντας με τον Π. Σ. για την παράξενη συμπεριφορά ενός κοινού γνωστού μας, τον χαρακτήρισα τοξικό. «Κάποτε τους τοξικούς τούς λέγαμε κακούς, και έτσι συνεννοούμασταν καλύτερα» με έβαλε στη θέση μου.

 

                                                  


 

(ο διάολος στις λεπτομέρειες)

 

Άκουγα το πρωί πολιτική συζήτηση εκπροσώπων κομμάτων στην τηλεόραση. «Δεν γίνεται έτσι διάλογος» έλεγε ο ένας. «Θα πρέπει οι αγρότες να προχωρήσουν σε διάλογο» τον αντέκρουε άλλος. «Αυτός ο διάλογος είναι προσχηματικός» συμπλήρωσε ένας τρίτος. Κι ένας τέταρτος, με όχι τόσο καλή άρθρωση λόγου, «παρόλα αυτά ο διάλοος θα πρέπει να προχωρήσει» απεφάνθη, τρώγοντας το γάμα από τη λέξη. Σκέφτηκα πως αυτός ο τέταρτος, άθελά του, μας αποκάλυψε τι είχε συμβεί: Ο διάλοος είχε χωθεί στη συζήτηση και στα χαρτιά τους, όπως ο διάολος έχει πάντα την κακή συνήθεια να τρυπώνει στις λεπτομέρειες.

 

                                                         

 

Η δημοσιογράφος πολιτιστικής ραδιοφωνικής εκπομπής βιάστηκε να διορθώσει το σαρδάμ που έκανε αντικαθιστώντας τη λέξη «δρόμος» του τίτλου της εκπομπής με τη λέξη «χρόνος». Γέλασε χαμηλόφωνα για το ατόπημα της κι άρχισε  να δικαιολογείται με τις ώρες. Ποιος ο λόγος; αναρωτήθηκα. Ποιος ο λόγος αφού κάθε δρόμος είναι χρόνος. Και κάθε χρόνος, δρόμος.

 

                                                     

 

Μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου έβγαλα τον σελιδοδείκτη και τον παράτησα στο κομοδίνο. Το βιβλίο το τακτοποίησα στο ράφι μαζί με άλλα βιβλία του είδους του. Το άλλο πρωί το μάτι μου έπεσε στον ξεχασμένο σελιδοδείκτη. Μου φάνηκε σαν να εξέπεμπε κάποιας μορφής θλίψη. Ήθελε, φαίνεται, να χωθεί στις σελίδες κι άλλου βιβλίου, να χορτάσει κι άλλες ιστορίες.

 

 

                                                         

 

Κοιτάζω τη φωτογραφία της εφημερίδας στις εξεγέρσεις της Τεχεράνης και τρέμω από θαυμασμό και συγκίνηση. Μια όμορφη νέα κοπέλα σε κάποια πλατεία, με ακάλυπτο το πρόσωπο της, ανάβει το τσιγάρο της καίγοντας μια αφίσα του Χαμενεΐ. Τι τόλμη, τι υγιές θράσος, τι ερεθιστικός τσαμπουκάς! Δεν τολμώ να φανταστώ τι την περιμένει από τους «φρουρούς» του άθλιου καθεστώτος. Την ξανακοιτάζω απορροφημένος από το μεγαλείο της. Ίσως το πιο δυνατό ποίημα που έπεσε στην αντίληψη μου το τελευταίο διάστημα. Αλήθεια, ποια επιτροπή απονομής λογοτεχνικών βραβείων του πλανήτη θα τολμούσε να  απονείμει σ’ αυτή τη μέγιστη ποιήτρια έστω μια απλή τιμητική διάκριση;

 

 

                                                         

 

Άνθρωποι που δεν κλότσησαν ποτέ στην ζωή τους μπάλα γράφουν μελέτες για το ποδόσφαιρο. Και άλλοι, που δεν πάτησαν το πόδι τους σε γήπεδο γιατί «απεχθάνονται» τη βία  και τις βωμολοχίες, τις παρουσιάζουν στο ανυποψίαστο κοινό, που τους πιστεύει ακράδαντα.

 

Π. Γ.

 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Voyage, voyage-Παρίσι (4)

 



 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 






ΠΑΡΙΣΙ (4)

 

 

Περπατώ στη Λεωφόρο των Καπουτσίνων, στο Παρίσι. Κάθομαι σε μία κρεπερί για ένα μικρό γεύμα και έναν καφέ. Σ’ αυτή τη λεωφόρο περπάτησε, πριν από έναν αιώνα και κάτι, ο σπουδαίος Σκοτ Φιτζέραλντ, γράφοντας ένα από τα σημαντικότερα διηγήματά του, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα». Για το διήγημα αυτό, πρόσφατα, έγραψα κριτική. Δίχως να γνωρίζω τότε τη Λεωφόρο των Καπουτσίνων.

 

 

Ανακάλυψα και την περιοχή του Κλισί. Βρίσκεται στις παρυφές της Μονμάρτρης. Εδώ έγραψε ο Χένρι Μίλερ ένα βιβλίο, το Ήσυχες μέρες στο Κλισί, μια προσωπική και τολμηρή αφήγηση, στο μεταίχμιο της τέχνης με την ελευθεριότητα. Ένα βιβλίο, δηλαδή, στις παρυφές της Μονμάρτρης και σε ό,τι αυτή αποπνέει.

 

 

(Delacroix)

 

Πώς, αυτός, που δεν ταξίδεψε ποτέ του στην Ελλάδα, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Χίο, που έμαθε τα γεγονότα μόνο από τις εφημερίδες της εποχής του, πώς αυτός, λοιπόν, μπόρεσε ν’ αναπαραστήσει τόσο πιστά, τόσο ζωντανά και ρεαλιστικά την απόγνωση της μεγάλης σφαγής στα βλέμματα των σφαγιασμένων;

 

Ο σοφέρ που μας πήρε από το ξενοδοχείο για να μας πάει στα Ηλύσια Πεδία ήταν Αλγερινός Βερβερίνος. Στη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως η Γαλλία έγινε ισχυρή γιατί ενσωμάτωσε όλους τους ξένους και γιατί, όλοι μαζί, αγωνίζονται για τα συμφέροντά της και τα κοινά της ιδεώδη. Όταν τον ρώτησα αν στο ποδόσφαιρο υποστήριζε την Παρί Σεν Ζερμέν, έδειξε δυσφορία:

―Απεχθάνομαι το Παρίσι και τους Παριζιάνους. Εγώ υποστηρίζω την Μπαρτσελόνα!

 

 

 

Μία έγχρωμη γυναίκα στο Le Marrais τραγουδά με μεγάλη αισθαντικότητα, σε μία πλατεία, τραγούδια της Πιάφ.

Ένας βιολιστής, έξω από το Μουσείο Πικάσο, παίζει σαν βιρτουόζος για λίγα κέρματα, που αφήνουν οι επισκέπτες του μουσείου στην ανοιχτή θήκη του μουσικού του οργάνου.

Μια νεαρή γυναίκα στο Τροκαντερό τυπώνει φωτογραφίες τουριστών πάνω σε πεπαλαιωμένο χαρτί εποχής, με χρηματικό αντίτιμο «ό,τι θέλετε, αν θέλετε».

Ο Ισμαήλ, ο σοφέρ Uber, με αποχαιρετά με το πιο εγκάρδιο «enchantè, mon ami!» και αφού πρώτα του έχω αναλύσει επί αρκετή ώρα τις κλιματικές συνθήκες της Θεσσαλονίκης, την οποία, στο παρελθόν, είχε επισκεφτεί.

Και παντού, σε όλους σχεδόν τους χώρους, σε μουσεία, αρωματοπωλεία, ταχυφαγεία, πολυκαταστήματα και ναούς, η ίδια προτροπή, συχνά αναρτημένη και στους τοίχους: «Parler doucement» (μιλάτε απαλά). 

 

Έτσι συντηρείται ο μύθος αυτής της πόλης, έτσι δεν ξεθυμαίνει ποτέ το άρωμά της.

 

 

Στον σταθμό της Λυών, στο μετρό του Παρισιού, όπου βρεθήκαμε για περιήγηση στο Le Marrais, θυμήθηκα εκείνη την απίθανη ιστορία με τα χαμένα νεανικά χειρόγραφα του Χέμινγουεϊ· γκάφα ολκής της τότε συζύγου του, που τα ξέχασε, ακριβώς πριν από έναν αιώνα και κάτι, στον ίδιο σταθμό, πηγαίνοντας ν’ αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό Evian. Υπομειδίασα στην ανάμνηση του γεγονότος και σκέφτηκα πως, αν είχα ξεχάσει και εγώ στο ξενοδοχείο το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου κρατώ ανελλιπώς ιδέες, σημειώσεις και σκαριφήματα διηγημάτων, ίσως αυτό να ήταν ένα μήνυμα θεϊκό, ένας αισιόδοξος οιωνός, ένας προάγγελος πως, ίσως κάποτε, θα άγγιζα, έστω σε απειροελάχιστο βαθμό, σε φήμη και σε αναγνωσιμότητα τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα.

Απομακρυσμένος από το γκρουπ, κάθισα σε παρακείμενο παγκάκι και άνοιξα, όλος αγωνία, το σακίδιο ώμου. Το ημερολόγιο με τις σημειώσεις μου, δυστυχώς, βρισκόταν μέσα.

 

 

Μέσα στο αεροπλάνο, στη διάρκεια της πτήσης της επιστροφής, ολοκληρώνω την πρώτη γραφή αυτών των σημειώσεων. Καταλήγω με τον τρόπο του Καβάφη ως εξής: «Το Παρίσι σού έδωσε αυτές τις ταξιδιωτικές σημειώσεις. Άλλο δεν έχει να σου δώσει…». Όμως αυτό, εκτός του ότι είναι μελαγχολικό, μάλλον δεν είναι και αληθές. Ίσως επανέλθω μελλοντικά στην ίδια πόλη με άλλο βλέμμα, με άλλη διάθεση, εκθέτοντας μια διαφορετική εκδοχή της, που, σήμερα, μου διαφεύγει. Το ταξίδι, λοιπόν, συνεχίζεται μέσα μου, αφού κάθε τόπος και κάθε διαδρομή δεν παύει να είναι ένας τρόπος αναζήτησης του εαυτού μας, και τίποτα περισσότερο.

 

(13 Αυγούστου 2025, πρωινή πτήση Παρίσι-Θεσσαλονίκη, εν μέσω δυνατών αναταράξεων)