Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Τζόναθαν Κόου

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας ως αναγνωστική πρόταση. Για αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων (Πόλις, 2026, μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη)]


 


Το πρώιμο αυτό μυθιστόρημα του Κόου είναι ένα λεπταίσθητο ψυχογράφημα μιας ηρωίδας, κάπως κλειστής και μελαγχολικής, που, κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο, προκαλεί συνήθως δυσάρεστες καταστάσεις στον εαυτό της και στους γύρω της. Καταστάσεις που οδηγούν σε διαψεύσεις και απογοητεύσεις. Ο Κόου υπεραναλύει τον χαρακτήρα της Μαρίας, ο οποίος ωστόσο, παρά την υφιστάμενη υπερανάλυση, παραμένει αρκετά μυστηριώδης και αλλόκοτος. Αρκετά σημεία του βιβλίου θυμίζουν ιλαροτραγωδία ή μαύρη κωμωδία χάρη στο λεπτό, διαβρωτικό χιούμορ του συγγραφέα, που διακωμωδεί πρόσωπα και καταστάσεις

Το βιβλίο του Κόου μού θύμισε αρκετά ένα, επίσης πρώιμο, μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, το Τότε που ήταν καλό κορίτσι (Πόλις, 2026, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), το μοναδικό βιβλίο του Ροθ με βασική πρωταγωνίστρια μία γυναίκα. Εκεί, η Λούσι Νέλσον, προσπαθώντας πάντα στη ζωή της να κάνει το καλό, συντρίβει ολοκληρωτικά όλους όσους στέκονται εμπόδιο στον δρόμο της. Η Μαρία του Κόου δεν έχει ακριβώς τέτοιες βλέψεις-προθέσεις, όμως η αύρα της, ο τρόπος της, η άγρια μοναχικότητά της απωθεί τους ανθρώπους από τη ζωή της.

 

Δείγμα γραφής (σ. 158)

 

Αυτοί οι άνθρωποι, πρώην φίλοι, πρώην σύζυγοι, πρώην συνάδελφοι, αδέλφια και μητέρες και πατέρες και γιοι, απλώς δεν άφηναν τη Μαρία στην ησυχία της και μάλιστα ποτέ, ειδικά όταν ήταν μόνη από κάθε άλλη άποψη. Οι φωνές και τα πρόσωπά τους, μερικές φορές ακόμα και τα κορμιά τους, γέμιζαν τις σκέψεις της, κυριαρχούσαν στα συναισθήματά της και νάρκωναν τις αισθήσεις της. Είχαν προσκολληθεί τόσο σφιχτά πάνω της, που ήταν αναγκασμένη να τους κουβαλάει μαζί της όπου κι αν πήγαινε, παρόλο που ζύγιζαν έναν τόνο και τίποτα δεν θα της έδινε μεγαλύτερη χαρά από το να καταφέρει να τους ξεφορτωθεί στην άκρη του δρόμου.



 

(οι φωτογραφίες είναι από την επίσκεψη του Κόου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στις 26 Απριλίου του 2023)

 

Π. Γ.


Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Julian Barnes

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημα του Julian Barnes Αναχωρήσεις, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά (Μεταίχμιο, 2026)]

Η ανάγνωση ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου είναι σαν ένα καλό γεύμα σ’ ένα φημισμένο εστιατόριο. Ο αναγνώστης θα καταφύγει σ’ αυτό αφού είναι αδύνατον να συντηρείται μόνο με τυποποιημένα σνακ ή φαστ φουντ αναγνώσματα. Τι ορίζουμε τώρα ως καλό βιβλίο; Στην προκείμενη περίπτωση μιλώ για ένα βιβλίο μεταφρασμένης λογοτεχνίας κάποιου συγγραφέα που έχει καταξιωθεί και διακριθεί στη χώρα του, έχει μεταφραστεί σε αρκετές άλλες χώρες και έχει μεταφραστεί και στην Ελλάδα από έγκυρο (η) μεταφραστή (μεταφράστρια), κυκλοφορώντας από εκδοτικό οίκο που σέβεται το αναγνωστικό του κοινό. Οι Αναχωρήσεις του  Julian Barnes τηρούν όλες τις παραπάνω προδιαγραφές όχι για να χαρακτηριστούν απλώς ως καλό βιβλίο, αλλά ως υψηλή λογοτεχνία.

Έχουμε να κάνουμε με ένα υβριδικό μυθιστόρημα, μοιρασμένο σε πέντε κεφάλαια. Ανάμεσα στο εισαγωγικό κεφάλαιο και στο κεφάλαιο όπου θίγεται διεξοδικά και λεπτομερώς ο τρόπος διάγνωσης ης λευχαιμίας του συγγραφέα παρεμβάλλονται εναλλάξ δύο κεφάλαια που αφορούν μια ερωτική ιστορία, εις διπλούν και με χρονική απόσταση σαράντα χρόνων. Ο αφηγητής-συγγραφέας είχε μεσολαβήσει στα φοιτητικά του χρόνια για να συνάψουν σχέση ο Στίβεν και η Τζιν, κάτι που επαναλαμβάνεται σαράντα χρόνια μετά, οπότε μεσολαβεί εκ νέου για νέο σμίξιμο των εξηντάχρονων πλέον παλιών φίλων του. Ωστόσο και αυτή η σχέση πηγαίνει στον βρόντο, όπως συνέβη και παλιά. Εξέλαβα την ερωτική ιστορία των δύο ανθρώπων ως συμβολική. Το διάστημα των 40 χρόνων που μεσολαβεί μέχρι το νέο σμίξιμο τους είναι η αδηφάγος «τρύπα» της ίδιας της ζωής, στο απλουστευμένο και ιδιοφυές κατά Barnes σχήμα: Γέννηση, κενό (τρύπα) ζωής, αναχώρηση.

Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο είναι το πιο εξομολογητικό, προσωπικό και σπαραχτικό μέρος του βιβλίου. Ο Barnes, σχεδόν ογδοντάχρονος και χτυπημένος από τη λευχαιμία, αφού στοχάζεται και εμβαθύνει αναφορικά με τη θνητότητα, το γήρας, το τέλος των πραγμάτων, το ανθρώπινο σώμα που εξασθενεί, τη μνήμη και τις αναμνήσεις που αλλοιώνονται με τα χρόνια, παίρνει την απόφαση ν’ ανακοινώσει στους αναγνώστες του ότι οι Αναχωρήσεις ήταν το κύκνειο άσμα του, αφού δεν πρόκειται να γράψει εφεξής άλλο βιβλίο. Μια οδυνηρή ωστόσο γενναία απόφαση που παραπέμπει σε αντίστοιχες γενναίες αποφάσεις άλλων λογοτεχνών όπως ο Φίλιπ Ροθ ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας τους.[1]

Ακόμα και στα πιο σπαραχτικά σημεία του βιβλίου ο Barnes δεν χάνει το παιγνιώδες ύφος του και το φλεγματικό του χιούμορ. Επισημαίνω κάποια σημεία που λειτουργούν ως ευφυολογήματα ή ατάκες ζωής, από τα πολλά που υπάρχουν στο κείμενο (τα περισσότερα εξ αυτών εκφρασμένα διά στόματος Τζιν)

σ. 179: Επιτρέπεται να είσαι γέρος, αλλά δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεσαι σαν γέρος.

σ. 185: Ίσως είμαστε όλοι έφηβοι όταν πρόκειται για το σεξ, όσων χρονών κι αν είμαστε.

σ. 151: Είμαστε απλώς νήπια ντυμένα με ρούχα ενηλίκων.

σ. 200: Έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι συχνά τόσο απασχολημένοι με το να ζουν, που ξεχνούν πως είναι άνθρωποι.

Συμπερασματικά: Ένα μεγαλειώδες, ειλικρινές, σπαραχτικό μυθιστόρημα. Η ένδοξη αποχώρηση από τον στίβο της γραφής ενός αναμφισβήτητα σπουδαίου συγγραφέα.

 

Δείγμα γραφής (σ. 227)

Όσο για μένα, είμαι πλέον εβδομήντα οχτώ ετών και αυτό θα είναι οπωσδήποτε το τελευταίο μου βιβλίο – η επίσημη αναχώρησή μου, η τελική συνομιλία μου μαζί σου. Το να τελειώνω το τελευταίο μου βιβλίο στον δικό μου χρόνο και μετά να σωπάσω έχει τουλάχιστον αυτή τη χρήσιμη συνέπεια: σημαίνει ότι δεν θα σε διακόψει ο θάνατος –όπως φοβόταν ο Μπράιαν Μουρ– στη μέση της συγγραφής. Με αυτόν τον τρόπο αρνείσαι στον θάνατο την εξουσία. Αν και, το παραδέχομαι, δεν έχεις και πολλά περιθώρια.

Π. Γ.

 



[1] Ο Ροθ σταμάτησε να γράφει για να ζήσει λίγα χρόνια την «πραγματική ζωή» μακριά από τη μάχη της συγγραφής. Ο Αναγνωστάκης σταμάτησε την ποίηση γιατί κατά δήλωσή του δεν είχε κάτι καινούριο να προσθέσει. Ο Barnes φαίνεται πως σταματάει τη συγγραφή συνειδητοποιώντας πως η πράξη αυτή προϋποθέτει καλή ψυχική, πνευματική και σωματική υγεία, στοιχεία που άρχισε να μην τα διαθέτει ο ίδιος.


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (9)-Ντίνος Γιώτης

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (9)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Ντίνος Γιώτης, ΑΘΗΝΑ 2.0, νουβέλα, εκδ. Βακχικόν, 2026

 

Ο συγγραφέας, σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Ντίνος Γιώτης στο έβδομο κατά σειρά βιβλίο του που τιτλοφορείται ΑΘΗΝΑ 2.0 καταγράφει μια άλλη Αθήνα πέρα από τις βιτρίνες που θαμπώνουν, την πολιτισμική προβολή της, τα φώτα και τη λάμψη της ιστορίας της. Μια Αθήνα σκληρή, σκοτεινή, ανελέητη, με πρόσωπα που κινούνται στο ημίφως – η νέα γενιά με τα συντετριμμένα της όνειρα, τη μοναξιά της, τις λάθος αποφάσεις της, όλο εκείνο το μάταιο και βεβιασμένο της ύπαρξής της. Ο πρωταγωνιστής, που ονομάζεται Daw και που του αρέσει να σκαρώνει στίχους, θέλει ν’ απομακρυνθεί από το τοξικό οικογενειακό περιβάλλον του. Ωστόσο, η ζωή και οι επιλογές του δεν θα του σταθούν σύμμαχοι στις επιδιώξεις και στις αποφάσεις που θα πάρει.

Ολιγοσέλιδη νουβέλα μόλις 55 σελίδων, γραμμένη με απλά αφηγηματικά υλικά, αμεσότητα και σύγχρονο λόγο, φωτίζει τις ζωές (εκφραστικά μέσα, τρόπος επικοινωνίας) μιας αποκλεισμένης και αδικημένης γενιάς, που φυτοζωεί στην ευημερούσα κοινωνία των ολίγων και των δυνατών που παίρνουν αποφάσεις για την πορεία των πραγμάτων, κρατώντας την συνειδητά στο περιθώριο.

 

Δείγμα γραφής (σ. 17)

 

Πάλι τα ίδια σκατά, σκεφτόμουν καθώς γύριζα στο σπίτι, χωμένος μέσα στο φούτερ μου. Δεν είχε περάσει καιρός που δούλευα ντελίβερι σε μια συνοικιακή καφετέρια. Μοίραζα καφέδες από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεξιά-αριστερά, σε πολύ μπίζι εργαζόμενους και σε φουλ αργόσχολους για λίγα ευρώ και κάτι ψιλά για να βγάλω τον μήνα μου. Τα είχα ανάγκη όμως και όσο θα έψαχνα για κάτι καλύτερο δεν θα παρατούσα τη δουλειά.

 

Π. Γ.


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Βασίλης Φαϊτάς

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει η ποιητική συλλογή του Βασίλη Φαϊτά Τα χειρόγραφα μιας χαμένης συνειδητότητας (Μανδραγόρας, 2025)]

 

Ο ποιητής Βασίλης Φαϊτάς στη δωδέκατη συλλογή του Τα χειρόγραφα μιας χαμένης συνειδητότητας (Μανδραγόρας, 2025) επιχειρεί μια καταβύθιση στην αιώνια ανθρώπινη συνειδητότητα, αναζητώντας επιτακτικά τα όρια αυτής και κατ’ επέκταση το βαθύτερο νόημα, την ουσία της ζωής. Ο φιλοσοφικός στοχασμός και η αναζήτηση της υπέρτατης αλήθειας πάντα διαπερνούσε την ποίηση του Φαϊτά, όμως, εδώ, θαρρεί κανείς ότι υπάρχει ένα επείγον ξεκαθάρισμα του ποιητή με τον εαυτό του για το τι είναι αλήθεια, τι πλάνη, τι ουτοπία, τι όνειρο, και σε ποιο βαθμό όλες οι παραπάνω έννοιες συναπαρτίζουν τον άνθρωπο στην ολότητά του, μέσα στην μακραίωνη και αδιάλειπτη πορεία του στον χρόνο. Γράφει στη σ. 9: «αυτός που γύρευα δεν είμαι / αναχωρητής της πλάνης το όνειρο / αιωρούμενο ψέμα που βλάστησε τυχαία / φλέγεται και ακτινοβολεί στη μελλοντική τέφρα του» (ποίημα Ι).

Ο ποιητής, κατά τον Φαϊτά, είναι ένας αλχημιστής που με όπλα του τις λέξεις και κρυμμένος στο φως «μεταστοιχειώνει τις χαώδεις εκδοχές σε πεπρωμένα / καθελκύει το εφήμερο τους προορισμούς του τυχαίου». (ποίημα ΙΙΙ)

Ο Φαϊτάς, συνολικά με την έως τώρα θητεία του στα Γράμματα, εκφράζει εξαιρετικά το συγκεχυμένο και αξεκαθάριστο της ύπαρξης, το πόσο κοντά αλλά και πόσο μακριά είναι σαν έννοιες το «τίποτα» από το «απέραντο όλο». Είναι ένας συνεπής και ακάματος δημιουργός, που, χαμηλόφωνα αλλά ουσιαστικά, σκάβει με τη σκαπάνη της ποίησης εξορύσσοντας πολύτιμα κοιτάσματα ανθρώπινου πεπρωμένου.

Δείγμα γραφής

(σ. 35, ποίημα ΧΧVΙΙ)

 

Επινόημα ο κόσμος ανέγγιχτης βούλησης

οι λέξεις ναυάγια

κάνουν πάντα λάθος

κανείς δεν μιλάει

τη γλώσσα της πρόωρης νιότης

σε κάθε τέλος

τα ερείπια του εκπεσόντος χρόνου

το αύριο μια αχανής κενότητα

 

(το κείμενο αποτελεί τμήμα πρόσφατης δημοσίευσής μου στην book press· μπορείτε να τη διαβάσετε στη διεύθυνση https://bookpress.gr/stiles/protaseis/26373-poiimata-pou-fernei-o-vardaris-pente-sylloges-apo-ti-sodeia-tou-vorra)

 

 


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (8)-Σταύρος Κοσσιώρης

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (8)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Στράτος Κοσσιώρης, Η αγκαλιά του Δεκάλεπτου, ποιήματα, εκδ. ναρκοπέδιο, 2026

 

Στα σπίτια του επί πληρωμή έρωτα συνήθως κυριαρχεί η ωμότητα, ο κυνισμός, η βιασύνη, η συναλλαγή. Τα πορνεία είναι τόποι όπου ο πελάτης θέλει να κρύψει το πρόσωπό του από τους άλλους πελάτες, να κάνει μηχανικά την πράξη και να επιστρέψει στην καθημερινότητά του. Ωστόσο, λογοτέχνες όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Βασίλης Δημητράκος, ο Γιάννης Παλαμιώτης, ο Κώστας Ταχτσής, ο Γιώργος Χρονάς κ. ά., μπόρεσαν ν’ αποτυπώσουν σκηνές, στιγμές και πρόσωπα αγοραίου έρωτα (σε οίκους ανοχής ή σε στέκια, συνήθως πλατείες), όπου κυριαρχούσαν συναισθήματα όπως η ερωτική αγωνία, η ενοχή της συναλλαγής, οι αφόρητες τύψεις, η ερωτική ματαίωση ή η σχέση υποτέλειας-υποταγής ανάμεσα σ’ αυτόν που πληρώνει γιατί έχει ανάγκη να συνευρεθεί ερωτικά και σ’ αυτόν που πληρώνεται εκ συνηθείας ή εξ επαγγέλματος.

Ο Στράτος Κοσσιώρης, ακολουθώντας τον δρόμο των παραπάνω λογοτεχνών, στην ποιητική συλλογή του Η αγκαλιά του Δεκαλέπτου (ναρκοπέδιο, 2026) καταθέτει κουβεντιαστά, εξομολογητικά ποιήματα (εξομολογητικός ρεαλισμός είναι ο ακριβής όρος του λογοτεχνικού ρεύματος που ακολουθεί) πάνω σε βιωμένες καταστάσεις αναφορικά με το κυνήγι του αγοραίου έρωτα, σε «ύποπτους» δρόμους και «σταμπαρισμένα» σημεία της πρωτεύουσας. Με μάτι παρατηρητικό, τις αισθήσεις του σε υπερδιέγερση και μια σπάνια ακρίβεια και λεπτομέρεια στην έκφραση των (συν)αισθημάτων που επιχειρεί ν’ αποτυπώσει, μας αποκαλύπτει μικρές ή μεγάλες στιγμές ανθρωπιάς, ερωτικής διέγερσης, ανοχής, προσωπικών δραμάτων, αλλά και σοφίας ζωής που αποκομίζει κανείς επισκεπτόμενος συστηματικά οίκους ανοχής. Τα δίπολα κυνισμός-ενοχή, αμαρτία-αθωότητα, τύψεις-ερωτική απόλαυση, τρυφερότητα-ωμότητα κυριαρχούν στο βιβλίο. Τα ποιήματα συνήθως καταλήγουν σ' ένα επιμύθιο ενός-δύο στίχων, που συμπυκνώνει την ποιητική ουσία του εκάστοτε δημιουργήματός του. Ο Κοσσιώρης, επί του προκειμένου, δεν λειτουργεί απλώς ως πελάτης που πληρώνει για να συνευρεθεί με μια εκδιδόμενη κοπέλα, αλλά ως μια διευρυμένη συνείδηση που ρουφάει αχόρταγα όλα όσα συμβαίνουν μέσα του ή γύρω του κατά τη διαδικασία (από την προσέλευσή του στον χώρο, την ερωτική προετοιμασία μέχρι την αναχώρησή του) της επί πληρωμή ερωτικής πράξης.  Απογυμνωμένος από τις παγιωμένες συμβάσεις και τα υποκριτικά «πρέπει» μιας κοινωνίας που «κουτά συσχετίζει» καταφεύγει στον επί πληρωμή έρωτα με τρυφερότητα, λεπτότητα κι ευαισθησία, και ο τρόπος του θυμίζει κάτι από πιστό μιας παράδοξης θρησκείας, που προσφεύγει σε χώρο ιερό για να εξαγνισθεί και να ταπεινωθεί. Η άφεση αμαρτιών, σχεδόν πάντα, έρχεται ως φυσικό επακόλουθο του ερωτικού σμιξίματος που έχει προηγηθεί.

Απόλαυσα ιδιαιτέρως τα ειλικρινή ποιήματα του Κοσσιώρη, κυρίως για δύο λόγους:

Πρώτον, γιατί ο τρόπος του και η γραφή του, εκτός τους καβαφικούς απόηχους που εκπέμπουν τα ποιήματα στο σύνολό τους, μού θύμισαν και τη γραφή του αξεπέραστου Μπουκόβσκι, όπου κυνισμός και τρυφερότητα, πιασμένες χέρι χέρι, δίνουν τον τόνο σε ποιητικό και πεζό λόγο, γοητεύοντας τον αναγνώστη.

Δεύτερον: Γιατί όλο και λιγοστεύουν στη σημερινή λογοτεχνία καταγραφές του αγοραίου έρωτα, αφού η πολιτική ορθότητα (πέρα από τη λεκτική στεγνότητα, την ηθικολογία και τον ιδεολογικό διδακτισμό που επέβαλε στα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα) υποβάθμισε και την εν λόγω θεματολογία αντιμετωπίζοντάς την, ατυχώς, ως παρακμιακή και υποτιμητική της θέσης της γυναίκας και των επιλογών της ζωής της.

Και κάτι τελευταίο: Ο Κοσσιώρης, όταν μιλά στα ποιήματα του για τις εκδιδόμενες γυναίκες, τις αποκαλεί με τα μικρά τους ονόματα ή τις λέει «κοπέλες» (σπανίως χρησιμοποιεί τους όρους «πόρνη» και «ιερόδουλη»). Αποφεύγει συνειδητά τόσο τον υποτιμητικό όρο «πουτάνα» όσο και τον περισπούδαστο, αναιμικό πολίτικαλ κόρεκτ όρο «σεξεργάτρια», που ακούγεται κατά κόρον τελευταία σε δημοσιογραφικού τύπου άρθρα κοινωνικής κριτικής.

 

Δείγμα γραφής (σ. 9)

 

Αναπηρικό αμαξίδιο

 

Όπως έκανα να μπω

άνοιξε απότομα η πόρτα.

 

Έκανα πίσω

κι είδα έκπληκτος

έναν ηλικιωμένο κύριο να σπρώχνει

με δυσκολία ένα αναπηρικό αμαξίδιο.

Δυο νεαροί θαμώνες βγήκαν σβέλτοι

και τον βοήθησαν.

 

Ο πατέρας αυτός πόση αφοσίωση έδειχνε

πίσω απ’ το ταλαίπωρο βλέμμα του

και πόση στοργή για το ανάπηρο παιδί του.

Παραμέρισα,

δεν θέλησα μέσα στον οίκο αυτό να εισέλθω.

 

Καθώς απομακρυνόμουν

η σκέψη μου πήγε στην πόρνη.

 

Άραγε θα μπορέσω κάποτε κι εγώ να αξιωθώ

μια τέτοια ταπείνωση;

Μια τέτοια άφεση αμαρτιών;

 

Π. Γ.


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: J. M. Goetzee, Η ελπίδα

 

         

    Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας ως αναγνωστική πρόταση. Για αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει η συλλογή διηγημάτων του J. M. Goetzee Η ελπίδα και άλλες ιστορίες (εκδ. Διόπτρα, 2026, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου)]


 

σ. 90: «Σκέφτηκα ότι ο κόσμος ανέχεται τη σφαγή των ζώων μόνο και μόνο επειδή δεν βλέπει τη διαδικασία».

σ. 81: «Δεν είναι κακό να κάνει κανείς το καθήκον του. Το καθήκον είναι αυτό που κάνει τον κόσμο να γυρίζει, όχι η αγάπη».

σ. 74: «Όχι, δεν υπάρχει Θεός. Αλλά, τουλάχιστον, στον κόσμο για τον οποίο εύχομαι και προσεύχομαι να υπάρχει, κάθε ψυχή θα έχει μια ευκαιρία».

σ. 67: «Αν ήταν όλοι σαν εσένα, το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει κατά την εποχή των Παγετώνων».

 

Είναι ελάχιστες μόνο από τις αρκετές, υπαρξιακού τύπου, φράσεις-ευφυολογήματα που αναφέρει η Ελίζαμπεθ Κοστέλο (ηρωίδα και παλαιότερων βιβλίων του συγγραφέα) στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Η ελπίδα και άλλες ιστορίες. Αν εξαιρέσουμε τις δύο πρώτες ιστορίες του βιβλίου που έχουν κάποια αφηγηματική αυτονομία, οι υπόλοιπες έξι σχετίζονται μεταξύ τους, είναι αλληλένδετες και, κατά κανόνα, φωτογραφίζουν μια ηλικιωμένη γυναίκα στο λυκόφως της ζωής της, που ζει σε ξένη χώρα, είναι διάσημη συγγραφέας και έρχεται σε επικοινωνία (όσο αυτό είναι εφικτό) με τα παιδιά της και τη νύφη της, που αγωνιούν για το μέλλον και την εξέλιξη της υγείας της.

Μέσα απ’ όλες τις ιστορίες ο αναγνώστης θα προβληματιστεί βαθιά για μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, όπως τα γηρατειά, ο θάνατος, η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η σχέση ανθρώπων-ζώων, η αίσθηση του καθήκοντος και η συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικές αντιλήψεις και στάσεις ζωής, η ανεκτικότητα, η ευθανασία ως διέξοδος στην άνοια των ηλικιωμένων, που χάνουν την αξιοπρέπειά τους.

Ωστόσο, αν κάτι ξεχωρίζει και υπερτερεί σ’ αυτές τις άκρως ενδιαφέρουσες ιστορίες του βραβευμένου με Νόμπελ (2003) Νοτιοαφρικανού συγγραφέα, είναι η αίσθηση μιας υπαρξιακής παραδοξότητας και μιας υψηλής φιλοσοφικής ενατένισης της ζωής, που αποτυπώνεται ανάγλυφα ιδίως μέσα από τους διαλόγους των ηρώων του.

 

Δείγμα γραφής (σ. 118)

 

Όμως, πιάνομαι από μια τελευταία πεποίθηση: ότι το κοτοπουλάκι που μου εμφανίστηκε στην οθόνη χτες το βράδυ εμφανίστηκε για συγκεκριμένο λόγο, εκείνο και τα άλλα αμελητέα όντα των οποίων οι δρόμοι συναντήθηκαν με τον δικό μου καθώς όδευαν προς τον θάνατο.

Για εκείνα γράφω. Οι ζωές τους είναι πολύ σύντομες και τόσο εύκολα ξεχνιούνται. Είμαι το μόνο πλάσμα στο σύμπαν που ακόμη θυμάται, αν αφήσουμε κατά μέρος τον Θεό. Όταν φύγω από εδώ, θα υπάρχει μόνο το κενό. Θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Γι’ αυτό γράφω για εκείνα και γι’ αυτό ήθελα να διαβάσεις για εκείνα. Για να αφήσω σ’ εσένα την ανάμνησή τους. Αυτό είναι όλο.

 

Π. Γ.


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (7): Christina Rossetti και Λεβίνα

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (7)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Η Ευσταθία Δήμου έχει προλάβει να κομίσει στα Γράμματα σημαντικά κι ενδιαφέροντα πράγματα με πολλές ιδιότητες. Φιλόλογος, ερευνήτρια, δοκιμιογράφος, ποιήτρια, πεζογράφος αλλά και μεταφράστρια και ανθολόγος και επιμελήτρια ύλης λογοτεχνικών περιοδικών.

Δύο πρόσφατα βιβλία (του 2026) που έλαβα με το ταχυδρομείο και που μου έκαναν εντύπωση είναι το «Christina Rossetti» (Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2026), όπου η Δήμου έχει κάνει τη μετάφραση των ποιημάτων κι έχει γράψει την εισαγωγή, και το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Λεβίνα» για τη σατιρική λογοτεχνία (εκδ. Κουκκίδα, Ιανουάριος-Ιούνιος 2026), στο οποίο η Δήμου επέλεξε κι επιμελήθηκε την ύλη του, γράφοντας παράλληλα το εκδοτικό σημείωμα.

Αναφορικά με το «Christina Rossetti» η Δήμου αναφέρει στην εισαγωγή της πως η ποίηση της εν λόγω Αγγλοϊταλίδας ποιήτριας «διατηρεί και υπερασπίζεται έναν ευλαβικό τόνο από την αρχή μέχρι το τέλος». Παρακάτω αναφέρεται πως «η ποίηση της αναδίδει το άρωμα της εποχής και οι φόρμες στις οποίες είναι γραμμένα τα περισσότερα από τα ποιήματά της καθιστούν την ανάγνωσή τους μια απολαυστική εμπειρία». Για να καταλήξει η μεταφράστρια πως «το ιδιαίτερο κλίμα και η ατμόσφαιρα της Rossetti διχάζονται και επανενώνονται σε δύο μάλλον αντιθετικές μεταξύ τους συνθήκες: τον παιγνιώδη τόνο και τη βαθιά τραγικότητα» (σ. 11)

           

                        Δείγμα γραφής (σ. 73)

 

      [Διαμάντι ή κάρβουνο;…]

 

Διαμάντι ή κάρβουνο;

Διαμάντι, παρακαλώ.

Ποιος νοιάζεται για ένα άχρηστο κάρβουνο

κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό;

 

Διαμάντι ή κάρβουνο;

Κάρβουνο, παρακαλώ.

Κάποιος νοιάζεται για το κάρβουνο

την ώρα που παγώνει το νερό.

 

 

Το περιοδικό «Λεβίνα», που το χάρηκα ιδιαίτερα και απόλαυσα την ύλη του, εκτός του εκδοτικού σημειώματος, περιλαμβάνει ένα δοκίμιο για την Ανατομία της σάτιρας του Gilbert Highet (μτφρ. Ευσταθίας Δήμου), επιλεγμένη σατιρική ελληνική ποίηση και πεζογραφία αλλά και ακόμη μία μελέτη, ξένη ποίηση, το Από το Σατιρικό παρελθόν, μια ανθολόγηση του έργου του Γεώργιου Σουρή και κριτικό κείμενο της επιμελήτριας ύλης για τη σατιρική ποίηση του Θεοδόση Βολκώφ και του Ορφέα Απέργη.

Η Ευσταθία Δήμου στο εκδοτικό σημείωμα, μεταξύ άλλων, επισημαίνει για το περιοδικό πως «Η Λεβίνα έρχεται για να καλύψει ένα κενό ή μάλλον για να το αναδείξει. Κενό όχι μόνο στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες, αλλά και στην ίδια τη ζωή μας που μοιάζει βυθισμένη στη σοβαρότητα, την τυπικότητα, τη σύμβαση». Προσυπογράφω αυτήν την άποψή της και με τα δύο χέρια, αναπολώντας τις ατέλειωτες ώρες που, προσωπικά, βυθίστηκα ως αναγνώστης για ολόκληρες δεκαετίες σε βιβλία «σοβαρά» (ή μήπως απλώς σοβαροφανή;), μελαγχολικά, δακρύβρεχτα και τετριμμένα, αναζητώντας μάταια λίγα ψήγματα χιούμορ από τους συγγραφείς τους, που είχαν πάρει τη ζωή (τη δική τους αλλά και των άλλων) τόσο μα τόσο σοβαρά.

 

          Επιλογή από την ύλη του περιοδικού

        (σ. 34, ποίημα του Γιάννη Ν. Κυριαζή)

 

       Οι τελευταίοι

 

Από τις παρελάσεις

πρόσεξε μη γελάσεις

μ’ αρέσουνε οι τελευταίοι

που είναι κοντοί μα και ωραίοι

 

Χωρίς της φύσεως να ’χουν το δώρο

Με κυάλια βλέπουν τον σημαιοφόρο.

Αδιάφοροι, με δίχως βήμα…

Μόνο γι’ αυτούς αξίζει ποίημα.

 

Π. Γ.


Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ΤΕΧΝΕΣ OnLine-Κριτική

 



                                                Μια κριτική (σχόλιο) του Κώστα Τραχανά 

                                         για το βιβλίο μου Η μελωδία των αγαλμάτων




https://www.texnesonline.gr/2026/06/blog-post_95.html

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Η μελωδία των αγαλμάτων: η πρώτη κριτική

 


(Η πρώτη κριτική για το μυθιστόρημά μου Η μελωδία των αγαλμάτων μόλις δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό fractal από την ποιήτρια, φιλόλογο και κριτικογράφο Χρυσάνθη Ιακώβου. Την ευχαριστώ από καρδιάς. Παραθέτω το κείμενό της.)

 

֎

 

 

Ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα για τα διαψευσμένα όνειρα, τις λάθος επιλογές και την ανάγκη για ευτυχία

 

                      Γράφει η Χρυσάνθη Ιακώβου

 

 

Παναγιώτης Γούτας «Η μελωδία των αγαλμάτων», Εκδόσεις Βακχικόν, 2026

 

Μπορούν οι άνθρωποι να σηκώσουν το βάρος των επιλογών τους; Κι αν οι επιλογές τους είναι λάθος, μπορούν να βρουν τη δύναμη να κάνουν μια νέα αρχή; Αυτό μοιάζει να αναρωτιέται ο Παναγιώτης Γούτας στο νέο του βιβλίο «Η μελωδία των αγαλμάτων», τοποθετώντας τους ήρωές του αριστοτεχνικά σε κομβικά σημεία της ζωής τους, όπου τα λάθη, οι μεταμέλειες και οι αδυναμίες τους τους καθορίζουν.

Οι ήρωες πολλοί και με διαφορετικές πληγές ο καθένας. Τρεις συμφοιτήτριες που ξανασυναντιούνται χρόνια μετά και αρχίζουν τη φιλία τους από την αρχή, αναπολώντας τον παλιό τους έρωτα για το ίδιο πρόσωπο. Ένας άντρας που κρύβει τις σεξουαλικές του προτιμήσεις από τη γυναίκα του και ένας άλλος που φοβάται τη δέσμευση. Μια υπάλληλος μικροβιολογικού που επιλέγει τους λάθος συντρόφους. Ένας αστυνομικός που καταδιώκει τα λάθος άτομα, ένας γυμνασιάρχης που γράφει διηγήματα. Πολλά από τα πρόσωπα του βιβλίου δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν όμως ένα κοινό: συχνάζουν στο ίδιο μπαρ, το Ερμής Ανάδρομος. Ο Ερμής Ανάδρομος, ένα μέρος όπου διασταυρώνονται τυχαία -ή μοιραία- οι ζωές άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων, λειτουργεί σαν καταφύγιο για τους ήρωες και σαν άξονας και κέντρο αναφοράς για τον συγγραφέα.

Τολμηρό εγχείρημα από την πλευρά του συγγραφέα να συνενώσει τόσα διαφορετικά στοιχεία σε ένα μυθιστόρημα χωρίς να χάσει τις ισορροπίες και χωρίς να προκαλέσει σύγχυση στον αναγνώστη – αντιθέτως, ο σπονδυλωτός χαρακτήρας του βιβλίου δίνει ρυθμό και ένταση χάρη στις εναλλασσόμενες σκηνές και δημιουργεί ένα ενδιαφέρον σύμπλεγμα προσώπων, γεγονότων, ιδεών.

Οι ήρωες του βιβλίου μοιάζουν σε ένα πρώτο επίπεδο εγκλωβισμένοι στις ζωές τους, σε δικά τους προσωπικά αδιέξοδα ή μυστικά, με λάθη δικά τους ή με καταστάσεις που τους επιβλήθηκαν χωρίς τη θέλησή τους, όμως τελικά ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται όσα τους συμβαίνουν και η δύναμη που επιδεικνύουν όταν χρειαστεί είναι αυτό που τους χαρακτηρίζει. Οι ήρωες του Γούτα ενεργούν πέρα από τους κανόνες του πρέπει, ενεργούν μόνο με βάση αυτό που θέλουν και αυτό που πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν. Κι αυτό ίσως είναι αρκετό για να ζήσει κανείς μια ικανοποιητική ζωή.

Ο συγγραφέας παίζει αρκετά με την έννοια της νοσταλγίας και του παρελθόντος, όχι με τρόπο τρυφερό ή μελοδραματικό, αλλά χρησιμοποιώντας την έννοια αυτή για να τοποθετήσει τους ήρωες στο σήμερα. Υπάρχει διαρκώς η διάψευση, η απογοήτευση και συγχρόνως μια νέα ελπίδα.

Πίσω από τις ζωές των ηρώων και τα μικρά ή μεγάλα γεγονότα που συμβαίνουν, ο Γούτας έχει γεμίσει το βιβλίο με τέχνη, με αναφορές σε ταινίες ή σε μουσικά κομμάτια της τζαζ. Ενδιαφέρουσες επίσης οι αναφορές στην πολιτική, στην Αριστερά, στη διάψευση των οραμάτων. Το φόντο που έχει χτίσει ο συγγραφέας συμπλέκεται αριστοτεχνικά με τη δράση του βιβλίου και τις ζωές των ηρώων του.

Τα πρόσωπα του βιβλίου δεν οδηγούνται απαραιτήτως κάπου. Δεν ξεφεύγουν εντελώς από τους δαίμονές τους, δεν ζουν ίσως τη ζωή που ονειρεύτηκαν, δεν εξιλεώνονται απόλυτα, δεν διορθώνουν τα πάντα. Απλώς συνεχίζουν κάνοντας το καλύτερο που μπορούν. Κι αυτό είναι τελικά μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και ρεαλιστική λογοτεχνική προσέγγιση.

 

 

 https://www.fractalart.gr/i-melodia-ton-agalmaton/