Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτης Γούτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτης Γούτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Voyage, voyage-Δαλματία-Αδριατική

 


 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎




 

ΔΑΛΜΑΤΙΑ-ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ

 

Ανεμογεννήτριες παντού σε παραθαλάσσια υψώματα κατά μήκος της Αδριατικής. Από τις ακτές της Αλβανίας, του Μαυροβουνίου, της Κροατίας, της Βοσνίας μέχρι ψηλά, την Τεργέστη και τις βόρειες ακτές της Ιταλίας. Χιλιάδες αενάως περιστρεφόμενοι εσταυρωμένοι που, παραδόξως, έγιναν αποδεκτοί από τους ορθόδοξους, τους καθολικούς και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.

                                           


Στέκομαι μπροστά από το παλιό βιβλιοπωλείο του ποιητή Ουμπέρτο Σάμπα, στην Τεργέστη. Εμβληματικό σημείο της πόλης, εδώ έζησε και σύχναζε και ο Τζέιμς Τζόυς· άγαλμα του κοσμεί το παραλιακό μέτωπο της πόλης. Και του Σάμπα υπάρχει άγαλμα, λίγο πιο μακριά, κοντά στο βιβλιοπωλείο του. Στην Ιταλία τους λογοτέχνες τους κάνουν αγάλματα και τους σέβονται. Στην πατρίδα μου μνημονεύουν τα ονόματά τους μόνο αφού έχουν πεθάνει.

                                           

Στο νησάκι Λόκρουμ, έξω από το Ντουμπρόβνικ, δίπλα στο παλιό μοναστήρι των Βενεδικτίνων μοναχών, υπάρχει μια παραλία γυμνιστών. Η γύμνωση του σώματος και η γύμνωση της ψυχής σ’ ένα ανεπανάληπτο κοντράστ, σκέφτηκα ακούγοντας τον ξεναγό, στον περίπλου του μικρού νησιού, να μου μεταφέρει αυτή την απίθανη πληροφορία.

                                           


Μπροστά στο παλάτι (παλάτσο) του 17ου αιώνα της οικογένειας του λογοτέχνη Πίμα, στο Κότορ του Μαυροβουνίου, ρεμβάζει ένας σκύλος. Ακούει από τον ξεναγό λεπτομέρειες για την ιστορία του χώρου και κουνάει ζωηρά τα αυτιά του προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Αναρωτιέμαι αν αυτή η προσήλωση του συμπαθέστατου τετράποδου στον ξεναγό οφείλεται στη φιλομάθειά του ή επειδή διακατέχεται από λογοτεχνικές ανησυχίες.

                                              


Ο Μάριν Ντζιτς θεωρείται ο μεγαλύτερος αναγεννησιακός κωμικός συγγραφέας της Κροατίας. Στο χάλκινο άγαλμα του στην παλιά πόλη του Ντουμπρόβνικ περνούν διάφοροι τύποι και του πιάνουν τη μύτη μήπως και κλέψουν κάτι από την ευφυΐα και το ταλέντο του. Η μύτη του αγάλματος έχει ασπρίσει από τις αναρίθμητες, απεγνωσμένες αφές των τουριστών και η όψη του συγγραφέα έχει αποκτήσει κάτι το κωμικό. Σκέφτομαι πως άγαλμα και συγγραφικό έργο, στην προκείμενη περίπτωση, έχουν σύζευξη αρμονική, ένα δέσιμο μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Παράλληλα επιβεβαιώνουν τη ρήση του θυμόσοφου λαού: Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!

                                             

Στον πόλεμο της Κροατίας με τη Σερβία  εκατοντάδες ορθόδοξοι ναοί και σέρβικα αντιφασιστικά μνημεία καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Κροάτες. Από την άλλη, οι Σέρβοι βομβάρδισαν ανηλεώς καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της μεσαιωνικής πόλης του Ντουμπρόβνικ. Ο συμβολισμός είναι ολοφάνερος: Στον πόλεμο δεν στοχοποιούνται εκατέρωθεν μόνο οι στρατιωτικές υποδομές, ούτε καν μόνο οι αθώοι πολίτες. Στοχοποιείται κυρίως η ιστορική μνήμη αλλά και η θρησκεία των λαών.

                                              


Στον ναό του Αγίου Ιγνατίου, του Ιησουΐτη, στο Ντουμπρόβνικ, πρόσεξα πως μια ηλικιωμένη γυναίκα του γκρουπ έμοιαζε καταπληκτικά με την πεθαμένη θεία μου, τη Θεοδοσία. Θυμήθηκα ακαριαία πως, όσο ζούσε, η Θεοδοσία κατηγορούσε (δικαίως; αδίκως;) έναν εργολάβο στου Χαριλάου, τη δεκαετία του εβδομήντα, πως την έκλεψε τάχα μέτρα στο συμβόλαιο, στο διαμέρισμα που απέκτησε την περίοδο της αντιπαροχής, αποκαλώντας τον περιφρονητικά «Ιησουΐτη». Κι ας αγνοούσε η ίδια παντελώς τον Ιγνάτιο Λογιόλα και το θρησκευτικό του τάγμα. Χαμογέλασα στην ανάμνηση αυτού του περιστατικού κι άναψα στον ναό ένα  κεράκι ρεσό στη μνήμη της.

                                             


Έχουμε συνηθίσει στην ορθόδοξη εικονογραφία τον μικρό Ιησού μονίμως στην αγκαλιά της Παναγίας ως σκηνή αποκλειστική και αδιαπραγμάτευτη. Στον καθεδρικό ναό του Ντουμπρόβνικ υπάρχει ο πίνακας «Ο Άγιος Ιωσήφ και το θείο βρέφος», φιλοτεχνημένος το 1640 από τον Ιταλό ζωγράφο  Guido Reni σε λάδι και μουσαμά. Η πατρική φιγούρα του Ιωσήφ και η τρυφερότητα που αποπνέει η μορφή του δίνουν άλλη προέκταση και διάσταση στη θεία οικογένεια. Ο μικρός Ιησούς δεν εγκολπώνεται μονίμως και αενάως από τη μητέρα του την Παναγία, υπάρχει, πλέον κι ένας πατέρας στη υπόθεση. Ασχέτως αν αυτός ο τελευταίος υπήρξε αφανής και αόρατος. Ασχέτως, εντέλει, αν το θείο βρέφος προέκυψε από μία παρθένα γυναίκα κι από έναν κρίνο.

                                               

Αν στην αρχαία Αίγυπτο οι γάτες λατρεύονταν ως θεότητες, αν στην Κωνσταντινούπολη ραχατεύουν ελεύθερα σε κάθε γειτονιά και κάθε σοκάκι της, στο Κότορ έχουν κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη των κατοίκων του. Εκτός του Μουσείου της γάτας που λειτουργεί αδιάλειπτα, οι κάτοικοι του τις φροντίζουν και τις ταΐζουν καθημερινά τοποθετώντας μερίδες φαγητού σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Λένε πως πολλοί ναυτικοί της περιοχής εξοικείωσαν τους κατοίκους του Κότορ με αυτά τα αιλουροειδή φέρνοντας τις γάτες των καραβιών στα σπίτια τους, όμως μάλλον κάποιο βαθύτερο χρέος υποφώσκει σε αυτή τη φροντίδα και εκτίμηση. Μήπως επειδή τον καιρό της πανούκλας, κατά τον Μεσαίωνα, οι γάτες γλίτωσαν πολλούς κατοίκους της πόλης τρώγοντας τα ποντίκια; Μήπως αυτή η προσφορά των γατών στην πόλη πέρασε στο γονίδιο των κατοίκων της και προστατεύουν μέχρι σήμερα τους νωχελικούς "επιγόνους" των σωτήρων τους;

                                             

Αντικρίζω τον Στύλο της ντροπής (ή αλλιώς πυραμίδα του όνειδος) μπροστά από τον Πύργο του ρολογιού, στην παλιά πόλη του Κότορ, και αναλογίζομαι πόσοι αθώοι άνθρωποι στήθηκαν μπροστά σ’ αυτό το φριχτό μνημείο εξευτελισμού και αναξιοπρέπειας του Μεσαίωνα για να αντιμετωπίσουν τη μισαλλοδοξία, την αμάθεια και τις προκαταλήψεις τού εκάστοτε πλήθους που, ωρυόμενο, τους λοιδορούσε και τους διαπόμπευε.

                                              





Το πηγάδι Καραμπανά, στην ομώνυμη πλατεία του Κότορ, ήταν τον 17ο αιώνα σημείο συνάντησης πολιτών, κοινωνικής συναναστροφής και κουτσομπολιού. Πολλοί, περνώντας από εκεί, πετούσαν διπλωμένα χαρτάκια όπου έψεγαν συμπολίτες τους ή αποκάλυπταν τις ερωτικές τους ατασθαλίες. Ο κόσμος από τότε άλλαξε και εκσυγχρονίστηκε, αλλά, στην ουσία, δεν καλυτέρεψε. Σήμερα, κάτι αντίστοιχο με το πηγάδι του Κότορ κάνουν το φεις μπουκ, οι αναρτήσεις του διαδικτύου και τα ελαφρά τηλεοπτικά προγράμματα πρωινής ζώνης. Τους ίδιους ακριβώς σκοπούς με το πηγάδι του Κότορ εξυπηρετούν.

                                              

Στα σύνορα της Κροατίας με το Μαυροβούνιο, οι συνοριοφύλακες του Μαυροβουνίου έκαναν επί μία ώρα φύλλο και φτερό το ακριβό αυτοκίνητο νεαρού Κροάτη, ψάχνοντας παράνομο φορτίο ή ουσίες, ενώ στο δικό μας πούλμαν που ακολουθούσε από πίσω όχι μόνο δεν ψάξανε για λαθραία, ούτε καν τσεκάρανε καλά καλά τις ταυτότητες μας. Δεν έχουν ξεχάσει προφανώς τα κομμένα κεφάλια των συμμάχων τους, των Σέρβων, τα εκατοντάδες εκείνα κεφάλια με τα έκπληκτα ορθάνοιχτα μάτια, τα κομμένα από κροατικά χέρια και ριγμένα στον ποταμό Σάβο, για να φτάσουν από τη ροή των υδάτων του, προς εκφοβισμό, μέχρι το Βελιγράδι.

                                               

Μπούτβα, η αρχαία ελληνική Βουθόη. Κότορ, το αρχαίο Ασκρήβιον. Σπλιτ, ο αρχαιοελληνικός Ασπάλαθος. Ελαφονήσια, το σύνολο των μικρών νησιών της Κροατίας, κατοικήσιμα πρώτα απ’ τους αρχαίους προγόνους μας. Και πόσες, πόσες ακόμη πόλεις και πόσα νησιά σε αυτό το κομμάτι της Ευρώπης! Φωνάζουν όλα τους μέχρι σήμερα με μία φωνή: από εδώ κάποτε πέρασαν Έλληνες!

                                            

                               

                                 


                                                                                   Μάιος 2026



Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης-επέτειοι

 




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(29 Απριλίου 1863-29 Απριλίου 1933)

 

Επέτειος σήμερα της γέννησης αλλά και του θανάτου του κορυφαίου ποιητή μας Κωνσταντίνου Π.  Καβάφη, που χάρη στην ποιητική του ευφυία και στο ταλέντο του κατόρθωσε να σπάσει τα στενά πλαίσια της χώρας και να γίνει παγκόσμιος. Προς τιμήν αυτής της διπλής επετείου αναδημοσιεύω κείμενό μου για τα κρεββάτια στην υψηλή ποίησή του.

֎

 

…ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΑΣΑ ΣΤΕΣ ΚΛΙΝΕΣ ΤΩΝ

(τα κρεββάτια στην ποίηση του

Κωνσταντίνου Π. Καβάφη)

 

Η ερωτική διάσταση των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη σαφέστατα υπήρξε σημαντικότερη της φιλοσοφικής και ιστορικής διάστασής τους. Άλλωστε γι’ αυτήν ακριβώς την απαγορευμένη και τολμηρή πτυχή της ζωής του (ή της γραφής του) ο ποιητής λοιδορήθηκε και εμπαίχτηκε ακόμα κι από τους λεγόμενους προοδευτικούς κύκλους της διανόησης – οι συντηρητικοί κύκλοι, πάλι, την αποσιώπησαν αναίσχυντα επί πολλά χρόνια. Κι όμως το ερωτικό στοιχείο στον Καβάφη έχει μπολιάσει κι έχει διαπεράσει ακόμα και τα φιλοσοφικά και τα ιστορικά του ποιήματα. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, στον πρόλογο μιας ανθολόγησης ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού (Ερωτικά ποιήματα, Κ. Καβάφη, εκδόσεις Ερατώ, 1984, σελ. 14) επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Η Ιστορία του Καβάφη δεν είναι οι πόλεμοι των ελληνιστικών χρόνων αλλά η Ιστορία μιας επιθυμίας. Η Φιλοσοφία του Καβάφη δεν είναι μόνο ο εκλεπτυσμένος απόηχος των Σοφιστών, αλλά κυρίως μια φιλοσοφία ερωτική.»

Στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη δεσπόζει η κάμαρη, άλλοτε άδεια και μικρή αλλά με έντονο φωτισμό, άλλοτε κρυφή, άλλοτε πτωχική και πρόστυχη, άλλοτε υποφωτισμένη από τον ήλιο του απογεύματος, άλλοτε φωτισμένη μόνο από ένα κερί, άλλοτε μεγάλη που φιλοξενεί τον πεθαμένο Μύρη. Και μέσα στις κάμαρες, εξαίσιες κλίνες και κρεββάτια ερωτικά. Γιατί οι νέοι του Καβάφη –είκοσι, είκοσι δύο, το πολύ είκοσι τεσσάρων χρονώ– στις κλίνες επάνω είναι ξαπλωμένοι με ηδυπάθεια. Ή, στην ίδια ακριβώς ηλικία, πεθαίνουν.                                                 

μερικοί στίχοι του Κ. Καβάφη

     1)  Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές

     κι  ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.

     2)  Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι

          είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη

          τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης.

 3)   Απ’ τα παράθυρα που αφίσαμεν ολάνοιχτα,

           τ’ ωραίο του σώμα στο κρεββάτι φώτιζε

           η σελήνη.

      4)   Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,

           σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμεν,

           σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

   5)   Σώμα, θυμήσου όχι μόνο

           το πόσο αγαπήθηκες,

    όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες.

      6)   Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

           που αγαπηθήκαμε τόσες φορές

           . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

          πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά.

      7)  και καθώς βαδίζουνε κάπως ανήσυχα

          στο δρόμο, μοιάζει  σαν να υποψιάζονται

          που κάτι επάνω των προδίδει

          σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου

 8) με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα

          για κρεββάτι

που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική

      9) έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής

     10) Σαν νόμιζε που λίγο είχ’ αποκοιμηθεί,

          έπεφτεν ως αλλόφρων στης κλίνης μου

          το άκρον.

  11) Σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο

          με κοραλλένιους αετούς, βαθυά  κοιμάται

  ο Νέρων –ασυνείδητος, ήσυχος κ' ευτυχής

          ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,

          και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

                          

οι εξαίσιες κλίνες του ποιητή

Ο Καβάφης είναι ο ποιητής της ερωτικής αναπόλησης (ιδίως στα ποιήματα που έγραψε σε προχωρημένη ηλικία), και απαραίτητο αξεσουάρ –ή καλύτερα ντεκόρ– των ποιημάτων του αποτελούν οι κλίνες και τα κρεββάτια. Η λέξη κρεββάτι, όταν χρησιμοποιείται, είναι γραμμένη πάντα με δύο βήτα. Τα δύο αυτά γράμματα βρίσκονται ακριβώς στη μέση της λέξης και κάποιος ευφάνταστος αναγνώστης που θα επηρεαζόταν από τους στίχους του κορυφαίου ποιητή, θα αναπολούσε ένα σύμπλεγμα ομοερωτικό. Ένας σύγχρονος του Καβάφη ποιητής, που γράφει τη λέξη κρεββάτια με δύο βήτα, είναι και ο Γιώργος Βαφόπουλος, όμως μόνο ένα από τα κρεββάτια του τελευταίου είναι ερωτικό –τα υπόλοιπα είτε αποθεώνουν το θάνατο είτε είναι κρεββάτια μοναξιάς.

Τα κρεββάτια του Μεγάλου Αλεξανδρινού είναι στα ποιήματά του αντανακλάσεις των ερωτοπαθών ρεμβασμών και αναπολήσεών του. Κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό των ερωτικών του μόνο ποιημάτων  –κι όχι του καβαφικού corpus– εντόπισα συνολικά επτά (7) κρεββάτια και τέσσερις (4) κλίνες. Τα κρεββάτια και οι κλίνες φωτίζονται από ωραία σώματα ηδυπαθών νέων που του προκαλούν το ερωτικό ενδιαφέρον και διεγείρουν την ερωτική έξαψη (περ. 2, 3, 4, 7, 8, 9, 10, 11). Σε τέσσερις, μάλιστα, περιπτώσεις (περ. 2, 3, 4, 5) ο προσεχτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει πως «σώμα» και «κρεββάτι» αποτελούν ένα αναπόσπαστο σύνολο, σε τέτοιο βαθμό που η αναφορά της μιας λέξης να γεννά την προσδοκία της δεύτερης. Αλλού η περιγραφή της κλίνης ή του κρεββατιού είναι πιο χαρακτηριστική με τη χρησιμοποίηση επιθέτων ή με τον προσδιορισμό του υλικού κατασκευής (περ. 11). Κι εδώ, πάλι, υπονοείται η ερωτική έξαψη (λαϊκό, ταπεινό κρεββάτι, εξαίσια κλίνη).

Ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης, σε κείμενό του στο περιοδικό «ο Παρατηρητής» (1989, τεύχη 11-12) που έχει τίτλο ο «Κοινωνικός Καβάφης», σχολιάζει πως ο στίχος «λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι» δεν προσδιορίζει την κοινωνική προέλευση των εραστών, αλλά αξιοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στο «ταπεινό και πρόστυχο» περιβάλλον και στα «χείλη τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης». Επίσης, βρίσκει αντίθεση (και αντίφαση;) στα μοντέλα των πλούσιων νέων των ποιημάτων «Σημείωμα 1908» και «Τα βήματα». Ενώ στο πρώτο ποίημα οι νέοι του Καβάφη είναι αρρωστιάρηδες, φυσιολογικώς βρόμικοι, με πάχητα, πρησμένα ή ζαρωμένα μούτρα, στο δεύτερο ποίημα, ο Νέρων κοιμάται βαθιά σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο με κοραλλένιους αετούς κι είναι ακμαίος, εύρωστος και σφριγηλός (περ. 11). Και να σκεφτεί κανείς πως τα ποιήματα έχουν διαφορά ενός μόλις χρόνου.

Σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε εντοπισμό του κρεββατιού μέσα στο χώρο (στην κάμαρη) χωρίς χρήση επιθέτων αλλά με ακρίβεια, σαφήνεια και λεπτομέρεια (περ. 6α, 6β).

Μόνο σε μια περίπτωση η λέξη κρεββάτι υποδηλώνει την ερωτική πράξη, με συνεκδοχική χρήση της λέξης ( «με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτι», περ. 8).

Τα «κρεββάτια» και οι «κλίνες» στον Καβάφη είναι άμεσα συνυφασμένα με την ερωτική διάθεση του ποιητή. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει απογυμνωμένο το αίσθημα της μοναξιάς (κρεββάτια μοναξιάς), το όνειρο ούτε θα συναντήσουμε κρεβάτια πόνου ή θανάτου. Ακόμα και σε ποιήματα που έχουμε περιγραφές σε κάμαρες νεκρών φίλων, αγαπημένων ή άγνωστων νεαρών, δεν υπάρχει πουθενά η λέξη κλίνη ή κρεββάτι. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το ποίημα «ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 Μ. Χ.». Μέσα σε εβδομήντα στίχους, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν τον χώρο όπου ο Μύρης κείτονταν πεθαμένος, η λέξη κάμαρη αναφέρεται μόνο μία φορά, ενώ οι λέξεις κρεββάτι ή κλίνη καθόλου.

Τα κρεββάτια του Καβάφη είναι φορτωμένα από ερωτική αναπόληση και ηδυπάθεια. Είναι, ίσως, τα κομψότερα και πιο αισθησιακά κρεβάτια της ελληνικής ποίησης.

Όσο για τον Καβάφη… Όσο εξαίσιες ήταν στα ποιήματά του οι κλίνες του, τόσο εξαίσια ήταν και η τέχνη του. Όσο ακμαίοι, εύρωστοι, σφριγηλοί κι ερωτοπαθείς ήταν στους στίχους του οι νέοι που πλάγιαζαν σε κλίνες και σε κρεββάτια, τόσο υπέροχη και μοναδική ήταν η ποίησή του. Μια ποίηση που τον αναγόρευσε παγκόσμιο ποιητή, τον έκανε αποδεκτό στα πέρατα της οικουμένης, και που θα προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό στην ανθρωπότητα για πολλά χρόνια ακόμη.

 

[το κείμενο αποτελεί απόσπασμα ευρύτερης μελέτης μου με τίτλο «Το κρεβάτι στη νεοελληνική ποίηση»· πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, τχ. 147, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010 (αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη, σε επιμέλεια Διονύση Στεργιούλα· συμπεριλαμβάνεται επίσης στο βιβλίο μου Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011), Νησίδες, 2011]

Π. Γ.

 

 

 

 

 

 




Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Επί του πιεστηρίου-Η μελωδία των αγαλμάτων

 


(Επί του πιεστηρίου

Η μελωδία των αγαλμάτων)

 

 



Πριν σχολιάσω το νέο μου βιβλίο, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει στα μέσα Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν, με φιλολογική φροντίδα της επιμελήτριας εκδόσεων Χρυσάνθης Ιακώβου και γραφιστική υποστήριξη του Στράτου Προύσαλη, θα πρέπει πρώτα να σας μιλήσω για τη σχέση μου με τα μπαράκια της πόλης, τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και τη μουσική που, τότε, άκουγα, γιατί αυτά πιστεύω πως αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης και τη γενεσιουργό αιτία της συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος.

Στη «Σελήνη», λοιπόν, δεκαεπτά χρονών πρωτάκουσα τους A priori. Ελληνική τζαζ-ροκ, στα καλύτερά της.

Στο «Εναλλάξ», επί της Προξένου Κορομηλά, πηγαίναμε με τον Θανάση για ποτά, τρία εκείνος, ένα εγώ. Πολύ Talking heads και Cure στα ηχεία, τσιγάρα και διάχυτος ερωτισμός.  Ουίσκι με ντραμπουΐ ή ρούμι, κλεφτές ματιές από τα δίπλα τραπέζια, φλερτ, υπονοούμενα, χαμηλός φωτισμός.

Στον «Δον Κιχώτη» φροϋδικές αναλύσεις με την παρέα και συζητήσεις για κινηματογράφο. Φασμπίντερ, Γούντι Άλεν και Νίκος Αλευράς. Πέφταν οι σφαίρες της νιότης μας σαν το χαλάζι, κατά τον τίτλο της ταινίας του σκηνοθέτη.

Για τις ταινίες του Κολάτου, του Τάσιου, του Παναγιωτόπουλου και τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του Β εξώστη υπήρχε το «Φλου», πίσω από το «Ντορέ», και, λίγο μετά, το «Vertigo», στο ίδιο περίπου σημείο.

Στο «Λούκι Λουκ» βελάκια στον τοίχο, Doors και καμιά μπύρα, στο χαλαρό, πριν το βραδινό τοστ στον «Ρωμιό» ή την κρέπα του «Snupy».

Στο «Μπανάλ» του Ηρακλή πηγαίναμε τα Σάββατα, με τους κολλητούς, να χαζέψουμε τις τρανς με τα τακούνια και τις περούκες. Κάποιες κούκλες. Εκεί πρωτάκουσα Lou Reed, το «Transformer», κι εκστασιάστηκα. Πήγα την επόμενη μέρα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς μου και μου το έγραψαν σε εξηντάρα κασέτα χρωμίου, μάρκας TDK. Σήμερα το έχω και στις τρεις ηχητικές εκδοχές του (κασέτα, βινύλιο, σιντί) και το ακούω ακόμη.

Περνούσαμε κι από το «Μικρό καφέ», πίσω από την Ιερά Μητρόπολη, για να συναντήσουμε τον Μαρωνίτη, που ήταν, ήδη, σύμβολο στην πόλη. Όμως δεν τολμούσαμε να τον χαιρετήσουμε ή να του μιλήσουμε, άλλωστε ήταν πάντα με τη δική του παρέα, σοβαρός και απρόσιτος. Ο Χριστιανόπουλος ήρθε λίγο μετά, με τα μικρά του ποιήματα, να τον υποσκελίσει μέσα μας και να μας συνεπάρει.

Πέρασα αρκετά βραδινά και στο «Berlin» του Παπαδόπουλου, του γνωστού στην πόλη ως «Μπερλινά». Άλλοτε μόνος, άλλοτε με παρέα. Ένα βράδυ (θα ήμουν 18 ή 19 χρονών), δίχως  να τον γνωρίζω, βρήκα το θάρρος να του εμφανίσω δύο δικές μου κασέτες χρωμίου και να του ζητήσω να τις παίξει στο ορθάδικό του. Μία με Camel και μία με Eloy. «Τα έχω και τα δύο σε βινύλιο, αλλά δεν βάζω τέτοια» μου είχε πει, αλλά για να μη με απογοητεύσει έβαλε στο πικάπ το «Heroes» του Bowie, που επίσης μου άρεσε. Πού να ήξερα πως από τότε ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες βινυλίου στη χώρα. Από το «Berlin» και ποιος δεν είχε περάσει... Ο Cave, οι Class, οι Cure, ο Ιόλας, η Γώγου, ο Μπίλι Μπο, μέχρι και ο πολύς Βιμ Βέντερς. Πάρτι μέχρι πρωίας, χάπενινγκ, μουσικά λάιβ − δεν αξιώθηκα να τα χαρώ όσο θα ήθελα, γιατί διάβαζα για τις πανελλήνιες και μετά, φοιτητής στην Κομοτηνή, είχα ρίξει μαύρη πέτρα στη γενέτειρα για χρόνια.

Θυμάμαι ακόμα τα συνθήματα και τις γραμμένες ερωτικές εξομολογήσεις στις τουαλέτες του «Berlin» αλλά και του «Εναλλάξ». Συχνά ανορθόγραφες, αλλά με παλμό και αίσθημα.

Στα σαράντα μου χρόνια, ψημένος οικογενειάρχης, βρήκα  απάγκιο στο «Journal» και στο «Γαζία», που κι αυτά περάσαν πλέον στην ιστορία της πόλης. Στο «Γαζία» συμμετείχα αρκετές φορές ως ομιλητής για ποιητικά βιβλία ή λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης σε  βραδινά που διοργάνωνε η Κατερίνα, η ιδιοκτήτρια του χώρου, που ήταν και ηθοποιός. Βέβαια, μεσολάβησαν εντωμεταξύ οι τζαζιές στον «Βελερεφόντη», επί της Βασιλίσσης Όλγας, και αρκετά έντεχνα καφωδεία της πόλης.

Πότε μου δεν άκουσα ρεμπέτικο, αντάρτικα, πολιτικό τραγούδι ή νέο κύμα, ούτε  σύχναζα στα στέκια που ακούγονταν τέτοια τραγούδια. Έντεχνο, πολύ επιλεκτικά, μόνο ό,τι ρόκιζε φανερά ή τζαζόφερνε. Σαββόπουλο άκουγα φανατικά, ό,τι κυκλοφορούσε.

Πρόσφατα, πληροφορήθηκα από ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης  πως  ο «Μπερλινάς» πέθανε. Τα μπαράκια που σας προανέφερα, δεν υπάρχουν, εδώ και χρόνια. Μόνο το «Berlin» επιμένει. Έχω να πατήσω εκεί πάνω από τριάντα χρόνια.

Όσο για το μπαρ «Ερμής ανάδρομος» του υπό έκδοση βιβλίου μου, που τιτλοφορείται Η μελωδία των αγαλμάτων, είναι ένας χώρος μισοπραγματικός και μισοεπινοημένος. Ένα άβατο της μνήμης και της ψυχής, ένα ιερό κατάλυμα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιο από τα μπαράκια του παρελθόντος, που σας προανέφερα. Οι ιστορίες που διαδραματίζονται εκεί, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε προαναφερθέν στέκι. Οι ήρωες θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει αυτούσιοι, με σάρκα και οστά. Ίσως ζουν και ανασαίνουν δίπλα μου, περπατούν στους ίδιους δρόμους που περπατώ, είναι συνομήλικοί μου και αγνοούν παντελώς την ύπαρξη μου. Γράφοντας αυτό το βιβλίο νιώθω πως πέρασα και πάλι από κάποιο αγαπημένο κατάλυμα της δεκαετίας  του ’80, βραδάκι, για ένα ποτό και για να ακούσω την παλιά μουσική. Όχι για να νοσταλγήσω, αλλά για να θρηνήσω, με τον δικό μου τρόπο, μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί, παίρνοντας μαζί της κομμάτια του εαυτού μου.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του το 2007, προστέθηκαν κάποια κεφάλαια το 2013 και ολοκληρώθηκε το 2025 με την προσθήκη του δεύτερου μέρους, που γειώνει όλη την ιστορία στο σήμερα.


απόσπασμα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε στις παρακάτω ηλεκτρονικές διεύθυνσεις:


https://bookpress.gr/prodimosieuseis/elliniki-logotexnia/25549-i-melodia-ton-agalmaton-tou-panagioti-goyta-prodimosiefsi


https://www.facebook.com/vakxikonpublications/?locale=el_GR


Ο Παναγιώτης Γούτας στο καφέ Γαζία,

 το  καλοκαίρι του 2005

(φωτο Γιώργος Γιαννόπουλος)

 

 

 


Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Σενάριο ευφάνταστου χορτοφάγου

 


       Σενάριο ευφάνταστου χορτοφάγου

 


Ο πεθαμένος κρεοπώλης της γειτονιάς μου

κάθε Μεγάλη Παρασκευή

στάζει αίματα.

Η λευκή ποδιά του γεμάτη λεκέδες.

Χέρια, μύτη, μάγουλα,

σημαδεμένα κόκκινα

 

Καθαρίζει και πάλι συκωταριές

κόβει στη μέση κατσικάκια

αποκεφαλίζει αρνάκια.

Ξέρει καλύτερα από τον καθένα

για αίματα, για θάνατο.

 

Το βράδυ της Ανάστασης

τα σφαγμένα αμνοερίφια

ζητούν από ψηλά δικαίωση.

 

(από την ποιητική μου συλλογή Ντόρτια, ποιήματα των φίλων, Αθήνα 2012)