Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Διάφορα: Δεν σας τρώω πια!

 


ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΜΠΟΡΩ

ΝΑ ΣΑΣ ΚΟΙΤΑΖΩ ΗΡΕΜΟΣ.

ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΡΩΩ ΠΙΑ!

(Φραντς Κάφκα)

 

(Ημέρα αφιερωμένη στα ζώα αυτή που έρχεται σε λίγα λεπτά. Ένα σχετικό κείμενό μου, που γράφτηκε πριν από λίγους μήνες)

 

*

 

      

Σύμφωνα με μαρτυρία του Μαξ Μπροντ, την περίοδο που έζησε στο Βερολίνο (1923-1924) ο Φραντς Κάφκα –ο οποίος είχε ασπαστεί τον αυστηρό βετζεταριανισμό (χορτοφαγία) για λόγους ηθικής και υγείας, και που, ως τότε, είχε γράψει αρκετά κείμενα για ζώα, νιώθοντας δεμένος μαζί τους– στάθηκε μπροστά στο ενυδρείο της πόλης και, παρατηρώντας τα ψάρια να κολυμπούν, αναφώνησε: Nun kann ich euch in Frieden betrachten; ich esse euch nicht mehr. (Τώρα πια μπορώ να σας κοιτάζω ήρεμος· δεν σας τρώω πια!)

Εβδομήντα τρία χρόνια μετά, το 1996, στον ζωολογικό κήπο του Σικάγο (Brookfield Zoo) ένα τρίχρονο αγόρι έπεσε από ύψος έξι μέτρων μέσα στον περίβολο των γοριλών και έχασε τις αισθήσεις του. Η Binti Jua, ένας θηλυκός γορίλας, πλησίασε το παιδί, το πήρε απαλά στην αγκαλιά της προστατεύοντάς το από τους άλλους γορίλες και το μετέφερε προσεκτικά μέχρι την πύλη των φυλάκων για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Το γεγονός έχει καταγραφεί και σε βίντεο. Παρόμοιες περιπτώσεις με τη γορίλα-διασώστη έχουν υπάρξει αρκετές στη σύγχρονη ιστορία και στον διεθνή Τύπο. Σκύλοι, μαϊμούδες, λύκοι ή αρκούδες προστάτεψαν κυρίως μικρά παιδιά (σπανίως μεγάλους) χωρίς να τους επιτεθούν. Ισχυρό μητρικό ένστικτο του θηλαστικού ζώου, αίσθημα προστασίας του αδύναμου από τον δυνατό ή κάποια άλλη δύναμη κυριάρχησε στη συγκεκριμένη περίπτωση; Τι απενεργοποίησε το αίσθημα του κυνηγιού και ενεργοποίησε το αίσθημα φροντίδας στον θηλυκό γορίλα προς το τρίχρονο αγόρι;

Αυτές οι δύο παράλληλες ιστορίες, που τυχαία τις ανακάλυψα στο διαδίκτυο, με συγκίνησαν βαθύτατα. Σκέφτομαι πως άνθρωποι και ζώα μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να μεταβληθούν από θηράματα σε θηρευτές, και το αντίστροφο. Και είναι στα αλήθεια μεγαλειώδης η στιγμή, θεία η συγκυρία, η συμβίωση ανθρώπων και ζώων με συμπόνια, αγάπη και ενσυναίσθηση.  Ειδικά όταν αυτή επιτελεστεί κάτω από ακραίες συνθήκες αναίρεσης μιας ανθρωποφαγίας η μιας ζωοφαγίας, που ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα συνέβαινε και, τελικώς, αποφεύχθηκε.

 

        

Π. Γ.


Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ποίηση: Μικρά παιδιά

 


ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ



 

Το πρότζεκτ έδινε οδηγίες για το πώς οι μικροί μαθητές θα προσεγγίσουν την ποίηση. Μα, ποίηση, σκέφτομαι, είναι τα ίδια τα παιδιά! Αυτά θα έπρεπε να τη διδάξουν στους δασκάλους, και όχι να τη διδαχθούν από εκείνους!

                                       *

Απορία μαθητή μου της δεύτερης τάξης, μετά την ανάγνωση μιας ιστορίας στην αίθουσα:

"Κύριε, πού πάνε τα παραμύθια όταν τελειώνουν;"

Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω.

                                        *

Εκατό ποιήματα φτασμένων ποιητών δεν φτάνουν να αντιπαραβληθούν με το βλέμμα ενός μικρού παιδιού, που σε κοιτάζει στη σχολική αίθουσα κατάματα, περιμένοντας να του πεις την αλήθεια.

                                        *

Οι φαγωμένες γομολάστιχές τους, οι αθώες ζαβολιές της τάξης, οι μικρές συνωμοσίες της αυλής, τα πεταμένα στο πάτωμα μολύβια, το κολατσιό που εμφανίζεται ανυπόμονα στο θρανίο πριν χτυπήσει το κουδούνι, οι αφελείς και ειλικρινείς απορίες τους, το άγιο ποδοβολητό της σκάλας στα διαλείμματα, η βοή, εκείνη η ιερή παιδική βοή που σε ακολουθεί από το σχολείο μέχρι το σπίτι σαν ευλογία, τα πόδια που δεν ακουμπούν ακόμη στο πάτωμα και αιωρούνται κάτω από το θρανίο μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου, οι καυγάδες και τα παράπονά τους εν ώρα μαθήματος, τα λασπωμένα παπουτσάκια τους με τα λυμένα κορδόνια, τα γαντάκια τους τις κρύες μέρες, το πονηρά άδολο βλέμμα τους, τα χάρτινα αεροπλανάκια τους που ταξιδεύουν ασταμάτητα στην αίθουσα όταν με γυρισμένη πλάτη γράφεις στον πίνακα τις ασκήσεις, οι φωνές τους, όλα (και πόσα ακόμη!), όλα μαζί συνθέτουν την πιο ειλικρινή  και φωτοδότρα ποίηση των καιρών μας, αυτή των μικρών παιδιών.

(Σεπτέμβριος, 2026)





Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Διάφορα: Too Old to Rock’ n’ Roll: Too Young to Die

 

Too Old to Rock’ n’ Roll: Too Young to Die[1]

 

(του Γιώργου, του Θανάση, του Μανόλη, του άλλου Γιώργου, του Νίκου, του Αστέρη, του Ανδρέα και των υπόλοιπων της παρέας των αποφοίτων του Λυκείου Τούμπας Θεσσαλονίκης, το 1980)

 

Και τι δεν χωρούσε εκείνος ο παλιός ταξιδιωτικός σάκος, αγορασμένος από το μαγαζί του «Πετρίδη», επί της Καρόλου Ντιλ (το κατάστημα λειτουργεί ανελλιπώς από το 1949 μέχρι σήμερα, στην ίδια πάντα διεύθυνση). Πέρα από τα προσωπικά μας αντικείμενα (κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρα, πορτοφόλι, ταμπακιέρα), όλο το, τότε, δικό μας σύμπαν χωρούσε. Τους παλιούς μας φίλους και συμμαθητές από το λύκειο Τούμπας. Τους εμπνευσμένους καθηγητές μας. Όλο το προγκρέσιβ ροκ της εποχής μέσα από ενενηντάρες κασέτες χρωμίου, μάρκας TDK. Τους τζαζίστες της εταιρείας ECM. Τους μπίτνικ και τον Μπουκόφσκι. Τα βιβλία του Ιωάννου, του Σαμαράκη, του Χριστιανόπουλου, του Χρονά, της Ζωής Καρέλη. Τον Μπόρχες και τον Άλντους Χάξλεϋ. Τον Σάκη Παπαδημητρίου και τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο για την παγκοσμιότητα της τζαζ. Τα υποφωτισμένα εφηβικά μας δωμάτια, με τους τοίχους καλυμμένους από αφίσες καλλιτεχνών και ροκ συγκροτημάτων. Τις ατέλειωτες ολονύκτιες συζητήσεις μας περί ανατολικής φιλοσοφίας και μετεμψύχωσης στα παγκάκια του Λευκού Πύργου. Τον Λόμπσαν Ράμπα και «Το τρίτο μάτι». Το «Ο Φρόιντ για αρχάριους» και τις ταινίες του Γούντι Άλεν. Τα παλιά μας στέκια επί της Προξένου Κορομηλά. Τα μπιλιάρδα στην «Regine» και στον «Τάφο». Τις ταβέρνες «Δόμνα», «Ανάπηρος», «Άσυλο» και «Κουμπαράκια», τα σαββατόβραδα, στις κρασοκατανύξεις. Τις παλιές αγάπες, που παντρεύτηκαν και μας ξέχασαν και τις ξεχάσαμε κι εμείς. Τους ανεπίδοτους έρωτες. Τα καλοκαίρια στη Χαλκιδική, τα βραδινά πάρτι στην παραλία με αναμμένες φωτιές και Doors στα κασετόφωνα. Τα συνθήματα με μαύρο σπρέι στους τοίχους της πόλης. «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΗ ΓΗ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ!»  ή «ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ, ΤΗ ΒΑΨΑΜΕ!». Τις εμπνευσμένες ομιλίες του Κύρκου στην πλατεία Αριστοτέλους. Τα αποφθέγματα του Γκράμσι, του Αλτουσέρ και του Πουλαντζά, που τα είχαμε ιερό Ευαγγέλιο, κι ας μην τα πολυκαταλαβαίναμε τότε. Τις συζητήσεις στο Ντορέ για κινηματογράφο. Τις κριτικές του Αλέξη Δερμεντζόγλου. Τα θεατρικά του Μπρεχτ και του Πιραντέλο. Τα πολιτικά φεστιβάλ της παραλίας κάθε Σεπτέμβρη. Τα καφενεία «Αιγαίον», «Αχίλλειον» και «Ματζέστικ» στην παραλιακή οδό, με τους παλιούς αναρχικούς να παίζουν τάβλι με φόντο τον Θερμαϊκό. Την πλατεία Ναυαρίνου. Τα φρικιά και τα τσινάρια. Τον σκηνοθέτη Τάκη Κανελλόπουλο να ατενίζει στο βάθος τα ασάλευτα καράβια, πάντα καπνίζοντας. Τη θρυλική συναυλία των ELOY στο Βασιλικό θέατρο. Τον σαββατιάτικο γιαουρτοπόλεμο έξω από την «Ωραία» στην Κούσκουρα, «διά ασήμαντον αφορμήν». Τον Νίκο Παπάζογλου πάντα με το κόκκινο φουλάρι του να περιφέρεται τα βράδια στην πόλη σαν ξωτικό. Τον Κώστα Λαχά και τους ζωγραφικούς του πίνακες στην γκαλερί Κοχλίας. Τα περιοδικά «Παρατηρητής», «το Τραμ» και «Παραφυάδα». Τον κινηματογράφο Αίαντα στις 40 Εκκλησιές, με τις πρωτοποριακές ταινίες του. Το βιβλιοπωλείο «Ραγιάς». Την κάθοδο μας στην Αθήνα με το τρένο για τη συναυλία των Μακ Λάφλιν, Αλ Ντι Μεόλα και Πάκο ντε Λουθία στον Λυκαβηττό. Το ατσάκωτο ζαρκάδι των ελληνικών γηπέδων, τον Γιώργο Κούδα, να χορογραφεί επί χόρτου, τον χορευτή -σολίστα - ισορροπιστή Βάσια να τριπλάρει αντίπαλο προκαλώντας του σκοτοδίνη, τον αλάνθαστο ιπτάμενο ζογκλέρ Νίκο Γκάλη να σκοράρει ασταμάτητα. Και πόσα, πόσα ακόμα!. Πώς μπορούσε και χωρούσαν τόσα πολλά πρόσωπα, πράγματα, στέκια, μνήμες, πώς χωρούσε τόση άγραφη και γραπτή μικροϊστορία σε ένα απλό ταξιδιωτικό σακίδιο της δεκαετίας του ογδόντα;  Κι  εμείς,  αιώνιοι έφηβοι και ανέμελοι εκδρομείς μιας άλλης εποχής, ταξιδεύαμε συνεχώς σε έναν κόσμο με οράματα και φιλοδοξίες. «Είδαμε τον κόσμο σαν έργο τέχνης» μας πρόγκαρε ο ισόβιος μας γκουρού, όμως τι μ’ αυτό; Η ιαματική επίδραση της τέχνης μάς είχε μεθύσει διά παντός. Θα ταξιδεύουμε· δεν έχουμε άλλη επιλογή, δεν έχουμε άλλη λύση. Δεν ξέρουμε κάτι άλλο ουσιαστικότερο να κάνουμε. Με τον ίδιο πάντα ταξιδιωτικό σάκο του ’80  στην πλάτη και με όχημα την τέχνη, τις παλιές μας μνήμες και τα βιώματά μας, εις πείσμα των καιρών, πάντα θα ταξιδεύουμε!

                                                                                     

                     


                                                                                                                          Π. Γ.

                                                                                                    



[1]   Τίτλος δίσκου αλλά και τραγουδιού του συγκροτήματος Jethro Tull· σημαίνει: πολύ μεγάλος για ροκ εν ρολ, πολύ νέος για να πεθάνει                       


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Voyage, voyage (11): Βαρκελώνη

 


Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎

 

ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ

 

Ο Μέσι υπήρξε για την Μπαρτσελόνα ότι ο Σαλβαντόρ Νταλί για τους υπερρεαλιστές. Αστραφτερές ιδιοφυΐες, ο καθένας στον τομέα του, που ξεχώρισαν στις μονοδιάστατες συλλογικότητες της εποχής τους. Ή όπως θα το διατύπωνε ο ποιητής: «Δέντρα που θάλουν σ’ ένα ατελείωτο δάσος από ολόισια στοιχισμενα τηλεγραφόξυλα». Ωστόσο, οι καιροί απαιτούν να είμαστε με το εμείς. Ας υπακούσουμε σ’ αυτό το πρόταγμα της εποχής μας. Τουλάχιστον μέχρι να απαυδήσουμε, αναζητώντας τελικά νέες λαμπερές ιδιοφυΐες, που θα μας προσφέρουν όραμα και έμπνευση.

●

 


Αν μου εμπιστευόταν το αυτοκίνητο του ο Σαλβαντόρ Νταλί, θα καθόμουν στη θέση του οδηγού με συνοδηγό τον ίδιο, θα έβαζα στα πίσω καθίσματα τον Μιρό, τον συγγραφέα Μολνταμπάν και τον ποδοσφαιριστή Γιαμάλ, και, οδηγώντας με χαμηλή ταχύτητα για ευνόητους λόγους, θα φτάναμε από τη Figueres στη Sagrada Familia ενός Βαρκελώνης. Ο Γιαμάλ με λίγα αυτόγραφα θα ενός χάριζε από ενός φύλακες την ποθητή προτεραιότητα μέσα στην υπόγεια στοά που οδηγεί στον τάφο του Γκαουντί, που μοίρασε όλη την περιουσία του σε φτωχούς και αστέγους ενός πόλης, πεθαίνοντας ο ενός σαν ζητιάνος και που ακόμη το Βατικανό δεν τον έχει αγιοποιήσει. Ένα κερί στη μνήμη ενός ταπεινού κοσμοκαλόγερου του πλανήτη από ανθρώπους που δεν πίστεψαν ποτέ σε θεούς παρά μόνο σε δαίμονες.

●

 


Η ιστορική πρώην αρένα ταυρομαχιών (Las Arenas de Barcelona) στην Placa d’ Espanya έχει μεταμορφωθεί πλήρως σε υπερσύγχρονο εμπορικό κέντρο, με ακριβά μαγαζιά εστίασης. Από τη βαρβαρότητα της εξόντωσης των ταύρων στη βαρβαρότητα του υπερκαταναλωτισμού!

●

 

Από νωρίς το απόγευμα νηνεμία. Τίποτα δεν προμηνύει τη βραδινή έκρηξη που θα ακολουθήσει. Επτά, επτά και κάτι, ο κόσμος ανηφορίζει από την πλατεία Ισπανίας για να πιάσει θέση πέριξ των σιντριβανιών του Montjuic. Σε παγκάκια, σε κερκίδες, στις πλάγιες υπερυψωμένες γέφυρες. Όλες οι φυλές της γης παρούσες με το κινητό σε ετοιμότητα. Ασιάτες, Νοτιοαμερικάνοι, Αφρικανοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Ισπανοί, Μαροκινοί, Ινδοί, Έλληνες. Μέτρησα τουλάχιστον 50 πιτσιρικάδες με φανέλα Γιαμάλ και το 10 στην πλάτη, κι άλλους τόσους ενήλικες. Εννιά και μισή ακριβώς το υπερθέαμα ξεκινά. Νερά που χορεύουν στον ρυθμό της μουσικής. Χρώματα, μουσικές, υδάτινοι σχηματισμοί, ορμητικοί πίδακες, εναλλαγές φωτισμών, τζαζ και κλασικό ρεπερτόριο, και, κάπου ενδιάμεσα, να και ο Μέρκιουρι με τη Βοημική του ραψωδία να ξεσηκώνει τη νεολαία. Όλη η πόλη υποκλίνεται στο θέαμα, όλοι είναι εδώ. Εκτός αν το βράδυ παίζει η Μπάρτσα στο Καμπ νου οπότε η λαοθάλασσα είναι περιορισμένη. Για έξι με επτά δεκάδες χιλιάδες μιλάμε τώρα. Από τον χορό των υδάτων κάποιοι προτιμούν τις πιρουέτες του Γκάβι και τις ντρίπλες του Γιαμάλ. Γούστα είναι αυτά.

●

 


Η Βαρκελώνη είναι οικεία πόλη. Πολύχρωμη, νεανική. Σε υποδέχεται όποιος κι αν είσαι. Σου ανοίγεται, σε αφήνει να την ανακαλύψεις. Τουριστική μεν, αλλά με τρόπο αρχέγονα αρχοντικό. Παντού υπάρχει μια υγιής ελευθερία, μια περηφάνια που δεν καταντάει έπαρση. Αυτή την οικειότητα μονάχα στην Κωνσταντινούπολη την έχω νιώσει ως τώρα. Ίσως και στην Τεργέστη του Τζόις, του Ερνέστο Σάμπα και των άλλων Ιταλών ποιητών. Μία ηλικιωμένη γυναίκα γευματίζει μόνη της σε εστιατόριο της Βασιλικής πλατείας, δίπλα στην τζαμαρία. Βλέμμα διεισδυτικό, εφιαλτικά αληθινό. Ένας πατέρας έσερνε σε καρότσι στο εμπορικό κέντρο της Αρένας τον ανάπηρο γιο του. Η έκφραση του είχε κάτι από την απόγνωση του κρεμασμένου Χριστού στη Sagrada Familia. Μία αλλόκοτη συστολή. Πρόσωπα θαρρείς βγαλμένα από πίνακες του Γκόγια ή ταινίες του Αλμοδόβαρ. Κι όμως, πρόσωπα οικεία, καθημερινά. Στη Βαρκελώνη του 2026.

●

ΑΝΟΣΤΟΝ ΗΜΑΡ

Αφήνουμε πίσω μας την πόλη του άγιου Γκαουντί, του Μιρό, του Νταλί και του Πικάσο, του σκοτεινού Θαφόν, του Μολνταμπάν και του Χοσέ Καρέρας. Την πόλη των μεγάλων πλατειών και των μεγάλων κτηρίων, των αναίμακτων, προσοδοφόρων πλέον, αρένων, του Montjuic με τα νερά που χορεύουν, της λεωφόρου Las Ramblas με τους υπαίθριους ζωγράφους και τα τουριστικά. Τη Βαρκελώνη των τρελαμένων πιτσιρικάδων με τη φανέλα των μπλαουγκράνα κατάσαρκα, της διαχρονικής Barca του Κρόιφ, του Νέσκενς, του Μέσι, του Τσάβι, του Ινιέστα, του Πέντρι και του Γιαμάλ. Την πόλη των τάπας και της παέγια, των υγιών συλλογικοτήτων, των εξεγέρσεων, της περηφάνιας και των μεγάλων οραμάτων. Αποχαιρετούμε και κείνον τον ευτραφή έγχρωμο τρομπετίστα της πλατείας της Ισπανίας, που θαρρείς διακτινίστηκε από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, από τη Νέα Ορλεάνη στο σήμερα, για τον επιούσιο. Πετάμε ήδη πάνω από τα σύννεφα

(από την τροχοδρόμηση του αεροπλάνου στο «Μακεδονία» νιώθεις ήδη στο πέλμα σου την ανελέητη πατρίδα)

 

Αύγουστος 2026

 

 

 

 

 

 

 


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ποίηση: Τα χιόνια του καλοκαιριού

 


ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

 


Και ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος

αρχίζει να χιονίζει.

Νιφάδες μνήμης στροβιλίζονται στον αέρα.

Πρόσωπα σαν από βαμβάκι

μορφές αγαπημένες που πια εξαϋλώθηκαν

παίρνουνε σάρκα και οστά.

Όλο εκείνο το ευλογημένο

λευκό του παρελθόντος

έρχεται πάλι να σε συντροφεύσει.

 

Αφήνεις τα ποιήματα, αφήνεις τα κύματα

και τρέχεις σαν παιδί να πιάσεις λίγο χιόνι

ν’ αγγίξεις κάτι απ’ τα παλιά.

Όμως με την παραμικρή αφή

το χιόνι λιώνει

και το τοπίο αλλάζει ακαριαία.

 

Τα χιόνια του καλοκαιριού

εξαφανίζονται όπως τα όνειρα

σώνονται όπως τα θαύματα

λιώνουν όπως οι ξεχασμένες αγάπες.

Και μένεις πάλι ολομόναχος,

Αύγουστο μήνα, μ’ ένα ξυλάκι παγωτό στο χέρι

να ελπίζεις –αμετανόητος– σε νέο χιονιά.

(2009)




Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Αλλόκοτες καλοκαιρινές ιστορίες: Ανεμιστήρας υδρονέφωσης

 

 

(Οι φίλοι μου της book press μου ζήτησαν προ ημερών μία αλλόκοτη και παράδοξη καλοκαιρινή ιστορία μέχρι 300 λέξεων. Παρότι ρεαλιστής πεζογράφος διόλου δεν ξεβολεύτηκα στο γράψιμο της ιστορίας. Άλλωστε η ζωή έχει τόσες αλλόκοτες και παράδοξες πτυχές, που συχνά την κάνουν να φαντάζει εξωπραγματική, δίχως όμως και να είναι).

 

 

Ανεμιστήρας υδρονέφωσης

 

 


 

«Μην κοιτάζεις επίμονα ξένες παρέες! Είναι αγένεια!» τον συνέτιζε η Βάσω.

Σπανίως την άκουγε.

Εκείνη πετάχτηκε στα τουριστικά. Μικροδώρα, σουβενίρ.

Βρήκε ελεύθερο πεδίο δράσης.

Ρόδος, Αύγουστος πνιγηρός. Ρεμβάζει στην Οδό των Ιπποτών, στο πλακόστρωτο. Ένα μηχάνημα ριπίζει κατάμουτρα κρύο αέρα. Καρφώνεται στις δύο τουρίστριες τού απέναντι τραπεζιού, μάνα και κόρη πιθανότατα, που ανταποδίδουν τα επίμονα βλέμματα παραξενεμένες. Η μάνα συνομήλική του, το κορίτσι στα είκοσι. Φορούν και οι δύο t-shirt με σημαία της Μάλτας.

Ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος, αλλάζει το τοπίο. Οι μήνες, τα χρόνια, οι εποχές. Κρύος Γενάρης και φόβος πλανώνται στην πόλη. Έφιπποι πάνω σε άλογα τρέχουν ανάστατοι πέρα δώθε. Κάποιο στενάχωρο μήνυμα μεταφέρεται από στόμα σε στόμα. Τη βλέπει στη ράχη ενός αλόγου, στηριγμένη σε κάποιον μεγαλόσχημο ιππέα να τον πλησιάζει:

«Οι Οθωμανοί είναι προ των πυλών! Ο φρουρός του Μεγάλου μαγίστρου θα με φυγαδεύσει. Βράδυ θα φύγω για τη Μάλτα. Κανείς δεν γλιτώνει εδώ! Εσύ τι θα κάνεις;»

Εκείνος, ένας απλός στρατιώτης του τάγματος των Ιωαννιτών, «θα μείνω να σε περιμένω!» της απάντησε με λατρεία.

Ο αναβάτης με μια καμτσικιά έκανε το άλογο ν’ ανασηκωθεί στα μπροστινά του πόδια, σκορπώντας στα μάτια του σκόνη του Μεσαίωνα.

Τη συνάντησε σε διάφορες εποχές, σε διαφορετικές πόλεις, με διαφορετικά ονόματα. Ηρωίδα ιστορικών μυθιστορημάτων. Και τώρα την έχει απέναντι του, ν’ ανταλλάζουν βλέμματα έκπληξης κι απορίας.

Τον πλησίασαν εκείνες φεύγοντας.

Του χαμογέλασαν διφορούμενα.

Διέκρινε πως το κορίτσι είχε κάποιο εμφανές κινητικό πρόβλημα.

Δεν του μίλησαν, όμως εκείνος άκουσε καθαρά από το στόμα της γυναίκας ειρωνικούς ψιθύρους.

Άρχισε να βραδιάζει.

Γύρισε η Βάσω με δύο σακούλες δώρα στα χέρια.

«Όλα εντάξει;» τον ρώτησε, βλέποντάς τον κάπως ανήσυχο.

«Αυτό το μηχάνημα πάγωσε το πρόσωπο μου...»

Η Βάσω ξεδίπλωσε μπροστά του μια γκραβούρα με μια ιστορική αναπαράσταση:

«Κοίταξε!», του λέει. «Η ανιψιά του τελευταίου Μεγάλου μαγίστρου του νησιού φυγαδεύεται κρυφά από έμπιστο φρουρό στο λιμάνι! Κι ένας απλός στρατιώτης, που την είχε ερωτευτεί, την ικετεύει να μείνει! Δεν είναι συγκινητικό!»

 

Π. Γ.

 

(μπορείτε να διαβάσετε το διήγημα και στον παρακάτω σύνδεσμο της book press:

https://bookpress.gr/prodimosieuseis/diigimata/26531-mia-allokoti-kalokairini-istoria-anemistiras-ydronefosis-tou-panagioti-goyta )


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Απουσιολόγιο: Γιάννης Γρηγοράκης

 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ (1950-2026)

 

 


Ο σημαντικός πεζογράφος της πόλης μας αλλά και της χώρας Γιάννης Γρηγοράκης (ο καλός μου φίλος, Γιάννης) δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Έφυγε, όπως ενημερώθηκα από τους οικείους του, σήμερα τα ξημερώματα. Στην οικογένειά του τα θερμά μου συλλυπητήρια. Θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη!

 




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


 

Ο Γιάννης Γρηγοράκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά και για περισσότερο από τριάντα χρόνια άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του: Ο διαβήτης του Πλάτωνα (2009), Μαύρη πέτρα (2011), Η καταιγίδα έρχεται, συνέχισε να τρέχεις (2012), Τέταρτος Κόσμος (2013), Κόκκινο και γυμνό (2015) και Αληθινοί και ονειροπόλοι (2018). Άλλα έργα του: Η μητρόπολη του χάους (1998), Η συνωμοσία των αγγέλων (2001) και Καφέ Προκόπ (2004). Το Ο άνεμος κόπασε υπήρξε το δέκατο μυθιστόρημά του.

 

(Πηγή: Εκδόσεις Κέδρος, 2022)



                                                                Πολύγυρος, Νοέμβριος 2018, 

                               από παρουσίαση βιβλίου του Γιάννη


Κριτικό σχόλιό μου για το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη:

 

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/16817-o-anemos-kopase-tou-gianni-grigoraki-i-periplanisi-enos-sygxronou-odyssea




Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Γιοχάνα

 


ΓΙΟΧΑΝΑ

 


 


 


Αυθαίρετα την ονομάτισα Γιοχάνα. Γιοχάνα Έρικσεν ή Σβένσον ή Κάρλσον ή κάτι συναφές. Υποθέτω Νορβηγή, Σουηδέζα, μπορεί και Δανέζα υπήκοος. Δεν θα πρέπει να είναι πάνω από επτά ή οκτώ ετών. Παίζει με τον δίμετρο παππού της παιχνίδια σε παραλία της Χαλκιδικής. Η μικρή (χρυσές πλεξούδες, σταρένιο δέρμα, απίστευτη ζωτικότητα) γυρίζει, κάπου κάπου, το μουτράκι της προς το μέρος μου και μου χαμογελά με νάζι. Τη χαιρετώ κι εγώ χαμογελαστός, πίνοντας τον καφέ μου.

Ξαφνικά, μέσα στην άπνοια του θέρους, τη φαντάζομαι να ψηλώνει, ολοένα να ψηλώνει, να μεγαλώνει, να γίνεται συγγραφέας με μεγάλη απήχηση στις αναγνωστικές μάζες, και, εκεί γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα της χρόνια (εγώ θα έχω ήδη αποδημήσει εις Κύριον, προφανώς και ο σχεδόν συνομήλικός μου παππούς της), σε κάποιο από τα βιβλία της να σημειώνει τα εξής: «Θυμάμαι αχνά τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Ελλάδα και τον αγαπημένο μου παππού με τα τεράστια χέρια-φτερούγες του να με προστατεύει σαν άγγελος!». Και λίγο παρακάτω: «Και μες στο λιοπύρι της Μεσογείου θυμάμαι αμυδρά κι έναν κύριο από τη διπλανή ψάθινη ομπρέλα του να με χαιρετάει χαμογελαστός».

Μη νομίζετε! Με κάτι τέτοια ευφάνταστα τεχνάσματα κατακτιέται η αιωνιότητα.


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Πίσω ολοταχώς!

 


 


                                                            ΠΙΣΩ ΟΛΟΤΑΧΩΣ!

 

Πίσω ολοταχώς! Σταυρός Θεσσαλονίκης και 1972. Οικογενειακή εκδρομή. Ο νεαρός της φωτογραφίας που ιερουργεί στο γρασίδι μ’ ασπρόμαυρα άμφια δεν έχει συμπαίκτη. Έχει στήσει δυο πρόχειρες πέτρες για εστία και κάνει τσιλικάκια και κόλπα με την μπάλα του. Μισό αιώνα και βάλε μετά, ξανακοιτάζω την παλιά φωτογραφία. Και αναρωτιέμαι: Πόσα αντίστροφα χιλιόμετρα θα πρέπει να διανύσω, πόσα μυθιστορήματα ν’ απαρνηθώ, από πόσα ποιήματα σκοτάδια ν’ αναδυθώ, για να τον συναντήσω ξανά και ν' αλλάξουμε δυο, τρεις πασίτσες μαζί, σαν φίλοι;

Π. Γ.

 





Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Ποίημα: Δελτίο καιρού

 





ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

 

 

Στην αρχή ο καιρός θα είναι καλός.

Ποιήματα θα αρμενίζουν στα πελάγη.

Βαθμιαία, θα συγκεντρωθούν σύννεφα γενικευμένης θλίψης.

Θα πέσει μια ψιλή κίτρινη βροχή,

όπως στα όνειρα των αρρώστων ή των απελπισμένων.

Ένα μελτέμι ματαιοδοξίας θα φυσήξει.

Προς το απόγευμα, θα υπάρξει

προσωρινό κενό μνήμης.

Η ζακετούλα το βραδάκι απαραίτητη.

Στις βόλτες, στην παραλία, στα θερινά σινεμά.

Στους άηχους οικογενειακούς πνιγμούς της εξοχής.

 

Το βράδυ θα φυσήξει μνήμη.

Θα παρασύρει χαρτιά, φιλιά, όνειρα,

τσαλακωμένους έρωτες.

Θα στεγνώσει το σπέρμα από το διπλωμένο

σεντόνι του φτηνού ξενοδοχείου.

Θα σκορπίσει λησμονημένες σε συρτάρια φωτογραφίες,

που ακόμα δεν σκίστηκαν.

Εσείς, τον νου σας!

Μην παρασυρθείτε από τον άκαιρο

συναισθηματισμό της στιγμής και μελαγχολήσετε.

 

Την επομένη, πάλι καύσωνας.

Υψηλός δείκτης δυσφορίας − μόνο προσώρας.

Κατάσταση ιδανική για αλλοτινούς εραστές,

που, μες στη καλοκαιρινή άπνοια,

θα εξαχνώνουν τα ξεφτίδια των ερώτων

απ’ τις ουλές του δέρματος, που ακόμη θυμάται.

 

(2009, από ανέκδοτη ποιητική συλλογή)