Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Voyage voyage. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Voyage voyage. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Voyage, voyage-Δαλματία-Αδριατική

 


 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎




 

ΔΑΛΜΑΤΙΑ-ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ

 

Ανεμογεννήτριες παντού σε παραθαλάσσια υψώματα κατά μήκος της Αδριατικής. Από τις ακτές της Αλβανίας, του Μαυροβουνίου, της Κροατίας, της Βοσνίας μέχρι ψηλά, την Τεργέστη και τις βόρειες ακτές της Ιταλίας. Χιλιάδες αενάως περιστρεφόμενοι εσταυρωμένοι που, παραδόξως, έγιναν αποδεκτοί από τους ορθόδοξους, τους καθολικούς και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.

                                           


Στέκομαι μπροστά από το παλιό βιβλιοπωλείο του ποιητή Ουμπέρτο Σάμπα, στην Τεργέστη. Εμβληματικό σημείο της πόλης, εδώ έζησε και σύχναζε και ο Τζέιμς Τζόυς· άγαλμα του κοσμεί το παραλιακό μέτωπο της πόλης. Και του Σάμπα υπάρχει άγαλμα, λίγο πιο μακριά, κοντά στο βιβλιοπωλείο του. Στην Ιταλία τους λογοτέχνες τους κάνουν αγάλματα και τους σέβονται. Στην πατρίδα μου μνημονεύουν τα ονόματά τους μόνο αφού έχουν πεθάνει.

                                           

Στο νησάκι Λόκρουμ, έξω από το Ντουμπρόβνικ, δίπλα στο παλιό μοναστήρι των Βενεδικτίνων μοναχών, υπάρχει μια παραλία γυμνιστών. Η γύμνωση του σώματος και η γύμνωση της ψυχής σ’ ένα ανεπανάληπτο κοντράστ, σκέφτηκα ακούγοντας τον ξεναγό, στον περίπλου του μικρού νησιού, να μου μεταφέρει αυτή την απίθανη πληροφορία.

                                           


Μπροστά στο παλάτι (παλάτσο) του 17ου αιώνα της οικογένειας του λογοτέχνη Πίμα, στο Κότορ του Μαυροβουνίου, ρεμβάζει ένας σκύλος. Ακούει από τον ξεναγό λεπτομέρειες για την ιστορία του χώρου και κουνάει ζωηρά τα αυτιά του προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Αναρωτιέμαι αν αυτή η προσήλωση του συμπαθέστατου τετράποδου στον ξεναγό οφείλεται στη φιλομάθειά του ή επειδή διακατέχεται από λογοτεχνικές ανησυχίες.

                                              


Ο Μάριν Ντζιτς θεωρείται ο μεγαλύτερος αναγεννησιακός κωμικός συγγραφέας της Κροατίας. Στο χάλκινο άγαλμα του στην παλιά πόλη του Ντουμπρόβνικ περνούν διάφοροι τύποι και του πιάνουν τη μύτη μήπως και κλέψουν κάτι από την ευφυΐα και το ταλέντο του. Η μύτη του αγάλματος έχει ασπρίσει από τις αναρίθμητες, απεγνωσμένες αφές των τουριστών και η όψη του συγγραφέα έχει αποκτήσει κάτι το κωμικό. Σκέφτομαι πως άγαλμα και συγγραφικό έργο, στην προκείμενη περίπτωση, έχουν σύζευξη αρμονική, ένα δέσιμο μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Παράλληλα επιβεβαιώνουν τη ρήση του θυμόσοφου λαού: Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!

                                             

Στον πόλεμο της Κροατίας με τη Σερβία  εκατοντάδες ορθόδοξοι ναοί και σέρβικα αντιφασιστικά μνημεία καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Κροάτες. Από την άλλη, οι Σέρβοι βομβάρδισαν ανηλεώς καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της μεσαιωνικής πόλης του Ντουμπρόβνικ. Ο συμβολισμός είναι ολοφάνερος: Στον πόλεμο δεν στοχοποιούνται εκατέρωθεν μόνο οι στρατιωτικές υποδομές, ούτε καν μόνο οι αθώοι πολίτες. Στοχοποιείται κυρίως η ιστορική μνήμη αλλά και η θρησκεία των λαών.

                                              


Στον ναό του Αγίου Ιγνατίου, του Ιησουΐτη, στο Ντουμπρόβνικ, πρόσεξα πως μια ηλικιωμένη γυναίκα του γκρουπ έμοιαζε καταπληκτικά με την πεθαμένη θεία μου, τη Θεοδοσία. Θυμήθηκα ακαριαία πως, όσο ζούσε, η Θεοδοσία κατηγορούσε (δικαίως; αδίκως;) έναν εργολάβο στου Χαριλάου, τη δεκαετία του εβδομήντα, πως την έκλεψε τάχα μέτρα στο συμβόλαιο, στο διαμέρισμα που απέκτησε την περίοδο της αντιπαροχής, αποκαλώντας τον περιφρονητικά «Ιησουΐτη». Κι ας αγνοούσε η ίδια παντελώς τον Ιγνάτιο Λογιόλα και το θρησκευτικό του τάγμα. Χαμογέλασα στην ανάμνηση αυτού του περιστατικού κι άναψα στον ναό ένα  κεράκι ρεσό στη μνήμη της.

                                             


Έχουμε συνηθίσει στην ορθόδοξη εικονογραφία τον μικρό Ιησού μονίμως στην αγκαλιά της Παναγίας ως σκηνή αποκλειστική και αδιαπραγμάτευτη. Στον καθεδρικό ναό του Ντουμπρόβνικ υπάρχει ο πίνακας «Ο Άγιος Ιωσήφ και το θείο βρέφος», φιλοτεχνημένος το 1640 από τον Ιταλό ζωγράφο  Guido Reni σε λάδι και μουσαμά. Η πατρική φιγούρα του Ιωσήφ και η τρυφερότητα που αποπνέει η μορφή του δίνουν άλλη προέκταση και διάσταση στη θεία οικογένεια. Ο μικρός Ιησούς δεν εγκολπώνεται μονίμως και αενάως από τη μητέρα του την Παναγία, υπάρχει, πλέον κι ένας πατέρας στη υπόθεση. Ασχέτως αν αυτός ο τελευταίος υπήρξε αφανής και αόρατος. Ασχέτως, εντέλει, αν το θείο βρέφος προέκυψε από μία παρθένα γυναίκα κι από έναν κρίνο.

                                               

Αν στην αρχαία Αίγυπτο οι γάτες λατρεύονταν ως θεότητες, αν στην Κωνσταντινούπολη ραχατεύουν ελεύθερα σε κάθε γειτονιά και κάθε σοκάκι της, στο Κότορ έχουν κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη των κατοίκων του. Εκτός του Μουσείου της γάτας που λειτουργεί αδιάλειπτα, οι κάτοικοι του τις φροντίζουν και τις ταΐζουν καθημερινά τοποθετώντας μερίδες φαγητού σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Λένε πως πολλοί ναυτικοί της περιοχής εξοικείωσαν τους κατοίκους του Κότορ με αυτά τα αιλουροειδή φέρνοντας τις γάτες των καραβιών στα σπίτια τους, όμως μάλλον κάποιο βαθύτερο χρέος υποφώσκει σε αυτή τη φροντίδα και εκτίμηση. Μήπως επειδή τον καιρό της πανούκλας, κατά τον Μεσαίωνα, οι γάτες γλίτωσαν πολλούς κατοίκους της πόλης τρώγοντας τα ποντίκια; Μήπως αυτή η προσφορά των γατών στην πόλη πέρασε στο γονίδιο των κατοίκων της και προστατεύουν μέχρι σήμερα τους νωχελικούς "επιγόνους" των σωτήρων τους;

                                             

Αντικρίζω τον Στύλο της ντροπής (ή αλλιώς πυραμίδα του όνειδος) μπροστά από τον Πύργο του ρολογιού, στην παλιά πόλη του Κότορ, και αναλογίζομαι πόσοι αθώοι άνθρωποι στήθηκαν μπροστά σ’ αυτό το φριχτό μνημείο εξευτελισμού και αναξιοπρέπειας του Μεσαίωνα για να αντιμετωπίσουν τη μισαλλοδοξία, την αμάθεια και τις προκαταλήψεις τού εκάστοτε πλήθους που, ωρυόμενο, τους λοιδορούσε και τους διαπόμπευε.

                                              





Το πηγάδι Καραμπανά, στην ομώνυμη πλατεία του Κότορ, ήταν τον 17ο αιώνα σημείο συνάντησης πολιτών, κοινωνικής συναναστροφής και κουτσομπολιού. Πολλοί, περνώντας από εκεί, πετούσαν διπλωμένα χαρτάκια όπου έψεγαν συμπολίτες τους ή αποκάλυπταν τις ερωτικές τους ατασθαλίες. Ο κόσμος από τότε άλλαξε και εκσυγχρονίστηκε, αλλά, στην ουσία, δεν καλυτέρεψε. Σήμερα, κάτι αντίστοιχο με το πηγάδι του Κότορ κάνουν το φεις μπουκ, οι αναρτήσεις του διαδικτύου και τα ελαφρά τηλεοπτικά προγράμματα πρωινής ζώνης. Τους ίδιους ακριβώς σκοπούς με το πηγάδι του Κότορ εξυπηρετούν.

                                              

Στα σύνορα της Κροατίας με το Μαυροβούνιο, οι συνοριοφύλακες του Μαυροβουνίου έκαναν επί μία ώρα φύλλο και φτερό το ακριβό αυτοκίνητο νεαρού Κροάτη, ψάχνοντας παράνομο φορτίο ή ουσίες, ενώ στο δικό μας πούλμαν που ακολουθούσε από πίσω όχι μόνο δεν ψάξανε για λαθραία, ούτε καν τσεκάρανε καλά καλά τις ταυτότητες μας. Δεν έχουν ξεχάσει προφανώς τα κομμένα κεφάλια των συμμάχων τους, των Σέρβων, τα εκατοντάδες εκείνα κεφάλια με τα έκπληκτα ορθάνοιχτα μάτια, τα κομμένα από κροατικά χέρια και ριγμένα στον ποταμό Σάβο, για να φτάσουν από τη ροή των υδάτων του, προς εκφοβισμό, μέχρι το Βελιγράδι.

                                               

Μπούτβα, η αρχαία ελληνική Βουθόη. Κότορ, το αρχαίο Ασκρήβιον. Σπλιτ, ο αρχαιοελληνικός Ασπάλαθος. Ελαφονήσια, το σύνολο των μικρών νησιών της Κροατίας, κατοικήσιμα πρώτα απ’ τους αρχαίους προγόνους μας. Και πόσες, πόσες ακόμη πόλεις και πόσα νησιά σε αυτό το κομμάτι της Ευρώπης! Φωνάζουν όλα τους μέχρι σήμερα με μία φωνή: από εδώ κάποτε πέρασαν Έλληνες!

                                            

                               

                                 


                                                                                   Μάιος 2026



Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (2)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 

             



ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (2)

 

 

Θολές εποχές

 

 

Καλοκαίρι του 1990, ακριβώς τριάντα χρόνια πριν. Έχει προηγηθεί το «βρόμικο ’89», το χρηματοπιστωτικό σκάνδαλο Κοσκωτά, η αποπομπή του Παπανδρέου στο Ειδικό δικαστήριο. Τα μακρυμάνικα πουκάμισά μας – το δικό μου και του Νίκου – οφείλονται όχι σε τερτίπια του καιρού και της φύσης, αλλά για λόγους ευπρέπειας. Βρισκόμαστε στον περίβολο της Μονής Γρηγορίου, στη μία και μοναδική έως τώρα επίσκεψή μας στο Περιβόλι της Παναγίας. Τα πρόσωπα φρέσκα και ξεκούραστα, τα μαλλιά μαύρα και πυκνά. Δεν υπάρχουν ίχνη προσωπικής, επαγγελματικής ή οικογενειακής φθοράς επάνω μας. Το δισάκι με τα αναγκαία – κονσέρβες, φωτογραφική μηχανή, χαρτομάντιλα, μπουκαλάκια με νερό – το έχω εναποθέσει σ’ εκείνον και έχω ξεμπερδέψει. Δεν θυμάμαι ποιος μας απαθανάτισε σ’ αυτήν τη στάση: προσκυνητής ή μοναχός;

Την προηγούμενη μέρα, στον ίδιο χώρο, ένας μοναχός μάς είχε αραδιάσει ένα τσουβάλι πατάτες για να τις καθαρίσουμε, κάτι που αρχικά μάς δυσαρέστησε αφού το στρατιωτικό μας με όλα τα συμπαρομαρτούντα μάς ήταν σχετικά πρόσφατο. Στην τράπεζα, στο απόδειπνο και στο αρχονταρίκι της μονής αποζημιωθήκαμε. Η μυσταγωγία των λειτουργιών, οι διά Χριστόν σαλοί, τα πολλά μορφωμένα καλογέρια που πιάσαμε κουβέντα μαζί τους, το κύμα που έσκαζε στον αρσανά όλο το βράδυ και μας γαλήνευε σύγκορμους, νωπά στη μνήμη μου. Ήμασταν έτοιμοι να πάμε στις Καρυές, και κατόπιν σε μια κοντινή καλύβα, έξω από το Κουτλουμούσι, για να γνωρίσουμε τον γέροντα Παΐσιο, που, τότε, ήταν κάτι σαν θρύλος και σήμερα έχει ανακηρυχτεί άγιος. Η αναμονή στην αυλή, οι κουβέντες του, το ανήσυχο βλέμμα του, η καταληκτική του φράση όταν μας ξεπροβόδησε –πάρτε φάρμακα, παλικαρόπουλα!–, βάζοντας στο χέρι μας λουκούμια, ακόμη φεγγοβολούν μέσα μου. Όλο αυτό στάθηκε η αιτία να γράψω κι ένα μικρό διήγημα, το μόνο θεολογικού ενδιαφέροντος που έχω γράψει, και που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο: Επίσκεψις οσίου Παϊσίου (εκδ. Αλτιντζής, 2017)

Τριάντα χρόνια μετά ζούμε και πάλι μια θολή εποχή. Το «βρόμικο 2020». Ηχητικές υποκλοπές συνδιαλέξεων πολιτικών με επιχειρηματίες, το «παρακράτος» που οργιάζει, το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς που ξεπουπουλιάστηκε, το δικό μας «μαγαζί», οι δικοί μας εισαγγελείς, εμείς και οι άλλοι, οι ηθικοί και οι ανήθικοι. Οι «έντιμοι» της υπόθεσης οραματίζονται και πάλι διώξεις και ειδικά δικαστήρια. Το σκηνικό περίπου το ίδιο. Μόνο που εμείς έχουμε αλλάξει. Τριάντα επιπλέον χρόνια στις πλάτες μας, άσπρα, αραιωμένα μαλλιά, ρυτίδες και ανασφάλειες. Είναι και η πανδημία στη μέση που κάνει πιο άχαρο, πιο αβέβαιο το παρόν μας. Όμως τα παιδιά και των δυο μας, τα μοναχοπαίδια μας που στην εν λόγω φωτογραφία είναι ακόμη αγέννητα, μας δίνουν το στίγμα, χαράσσουν τη ρότα της μελλοντικής μας πορείας. Ο Δημητράκης, που τελειώνει στην Κοζάνη τη Σχολή των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, και η Χρύσα, που εργάζεται ειδικευόμενη γιατρός στο «Γεννηματάς», σπάζοντας το πρωί τα μπλόκα «παιδαγωγών» που κλείνουν τους δρόμους αρνούμενοι την αξιολόγηση, για να φτάσει στον χώρο εργασίας της. Βρόμικα παιχνίδια, θολές εποχές, ευσεβείς γέροντες που από ψηλά μάς ραίνουν λουκουμόσκονη, πανδημίες και, στο φόντο, μια πατρίδα απτόητη, φτωχή, εκκωφαντικά ασυνείδητη, ακατάβλητη από κάθε ιό και ανεπίδεκτη εξέλιξης. Η αιώνια Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.

 

(το κείμενο γράφτηκε το 2020 και δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην book press)


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Voyage, voyage-Αθωνική πολιτεία (1)

 


 

 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 


                           

                                                          Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης-Άγιον Όρος



 

ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1)

 

 

Καρυές

 

1

 

Ο γέροντας Ιωσήφ, ο Κατουνακιώτης, πουλάει στις Καρυές μικροτεχνήματα και μετράει το άχρονο παρόν βαρώντας κομποσκοίνι. Μ’ αφήνει να τον φωτογραφίσω μέσα στη ζέστη του Ιούλη με το φθαρμένο του ζωστικό και τα χέρια ενωμένα στην κοιλιά του με παπαδιαμαντική ευλάβεια. Χείλη μονίμως σφραγιστά, μαθημένα στη σιωπή· βλέμμα καθάριο κι ανυπόκριτο.

Βλέπω τη μορφή του, Φλεβάρη μήνα, στην πόλη, και μια αιώρα με λικνίζει ηδονικά μες στης ζωής τον λίβα τον καυτό. Ένα πολύχρωμο καράβι στα βαθιά της ψυχής και του νου μ’ αρμενίζει.

 

 

2

 

Το πανδοχείο βρόμικο και ταπεινό. Δύο μονά σιδερένια κρεβάτια, ένας νιπτήρας, κάτω η αίθουσα του φαγητού. Μια αυτοκόλλητη μυγοσκοτώστρα, κρεμασμένη από την οροφή, παγιδεύει έντομα. Καύσωνας στο Όρος, ιδρώτας και λαχανιάσματα στις μετακινήσεις μας από Μονή σε Μονή. Δίπλα μας πάμπλουτοι μοναχοί με τσακισμένο το εγώ, δίχως δεκάρα στην τσέπη, καβάλα σε γαϊδούρια μάς προσπερνάνε χαιρετώντας μας. Αεράκι ελευθερίας και ταπείνωσης μάς δροσίζει. Ειρηνικό μελτέμι απ’ των γερόντων τις μορφές και του τοπίου τη γαλήνη φυσά στις ψυχές μας.

 

 

Παΐσιος

 

Μιλούσε γι’ αυτόν με θέρμη ένας καθηγητής μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία, κεντρίζοντάς μου την περιέργεια να τον γνωρίσω από κοντά. Πηγαίνοντας το 1992 στο Όρος, δεν έχασα την ευκαιρία.

Περίμενα καρτερικά ένα δίωρο έξω από την καλύβα του, μαζί με εφτά οχτώ ακόμα επισκέπτες. Έλεγαν πως είσαι πολύ τυχερός εάν συναντήσεις τον Γέροντα, έστω να συζητήσεις για λίγο μαζί του. Ήταν, λέει, ένας Άγιος εν ζωή.

Με το που άνοιξε την πόρτα, έπεσα από τα σύννεφα. Ένα απλό, ταπεινό γεροντάκι με μαύρο σκούφο με κεντημένο σταυρό στο κεφάλι, και κάτι παλιά παπούτσια δίχως φτέρνες, ξεπρόβαλε εμπρός μου. Τον κοίταξα καχύποπτα, δεν τον έκοψα για Άγιο, μάλλον τα παραλέγανε οι πιστοί. Ίσως λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά σε μία μερίδα ανθρώπων προκαλώντας τους μαζική υστερία. Ο Έριχ Φρομ κι ο Σίγμουντ Φρόιντ, μέσα μου, τον είχαν υποσκελίσει. Τον ξανακοίταξα προσεχτικότερα. Κρατούσε ένα πιάτο με λουκούμια.

―Πάρτε, φάρμακα, παλικαρόπουλα…, είπε χαμηλόφωνα.

Ύστερα μάς έφερε καμιά δεκαριά κορμούς δέντρων για να καθίσουμε γύρω του.

Άνοιξε κουβέντα με το πλήθος που τον περίμενε. Ενημερωμένος για όλα. Το Ειδικό Δικαστήριο, τον Παπανδρέου, τον δικαστή Κόκκινο. Ύστερα άρχισε να μιλά για τον Χριστό και την Παναγία. Ένας θεολόγος από την Αθήνα ρώτησε αν υπάρχει ακόμα ελπίδα να σωθεί ο κόσμος.

―Πόσες φορές δίνουμε εξετάσεις σ’ όλη μας τη ζωή; του απάντησε με νόημα.

Φεύγοντας, όλοι τον πλησίαζαν να του εξομολογηθούν κάποιο πρόβλημά τους. Δεν είχα τι να του πω, όμως πλησίασα κι εγώ.

―Εσύ, πώς από 'δω; με ρώτησε διαβάζοντας πάνω μου την έλλειψη σοβαρού λόγου για να τον συναντήσω, ίσως και τη δυσπιστία μου απέναντι στο πρόσωπό του.

―Ευλόγησον, γέροντα, του είπα, επιχειρώντας να ασπαστώ το χέρι του.

Το τράβηξε απότομα και δεν πρόλαβα.

―Βρες έναν πνευματικό, βρε αγόρι μου, να μην παιδεύεσαι. Η Παναγιά μαζί σου…, με ξεπροβόδισε.

Ούτε μάγος ήταν ούτε θαυματοποιός. Η ζωή μου δεν άλλαξε που τον συνάντησα. Δεν ξέρω αν κέρδισα απ’ αυτό το πλησίασμα, αν έγινα καλύτερος. Όμως την ηρεμία του προσώπου του και το ανυπόκριτο βλέμμα του τα κράτησα βαθιά μέσα μου σαν φυλαχτό.

 

͌⃰

Πέρασαν χρόνια από εκείνο το μεσημέρι, ο Γέροντας κοιμήθηκε, κι εγώ ψάχνω ακόμα απεγνωσμένα για το θαύμα του. Τα άγχη, οι φιλοδοξίες και τα αδιέξοδα μού χτυπούν τον ώμο ανησυχητικά, ώρες ώρες ανυπόφορα. Ένα βάρος αφόρητο με πιέζει κάποιες στιγμές, με καθηλώνει, μου κόβει τα γόνατα. Ο Φρομ και ο Φρόιντ, παρότι τους έφαγα με το κουτάλι, δεν μου δίνουν, πλέον, λύσεις. Και πώς να προσμένω το θαύμα, όταν η επαφή μου με τα Θεία και την Εκκλησία εξακολουθεί να παραμένει χλομή, σχεδόν αναιμική; Ίσως αν προλάβαινα τότε να του φιλήσω το χέρι… Ίσως αν τον έβλεπα διαφορετικά…

Κλείνω τα μάτια και φέρνω στον νου το παλιό προσκύνημά μου στο Περιβόλι της Παναγίας. Το δύσβατο μονοπάτι, την πυκνή βλάστηση. Την αγωνία και τη λαχτάρα εκείνων που ήθελαν να συναντήσουν τον Γέροντα. Τα βάσανα του κόσμου. Και το πορτάκι ανοίγει. Η μαυροφορεμένη σιλουέτα γλιστρά αθόρυβα με τα λουκούμια στο χέρι. Λόγια ιαματικά, φάρμακα και βάλσαμο ψυχής για τους λαβωμένους των στασιδιών. Η παράξενη λάμψη στα μάτια του Γέροντα. Η ελπίδα στα μάτια των προσκυνητών. Κάτι είχε γίνει εκείνη τη στιγμή στην καλύβα του Γέροντα που δεν είχα, τότε, αντιληφθεί. Κάποια Θεία Κοινωνία συντελέστηκε. Κάτι δύσκολο και απροσδιόριστο στο να εξηγηθεί. Κάτι που έχει να κάνει με τις ψυχές και τα βλέμματα.

Γαληνεύω και μόνο με την ανάμνηση εκείνου του μεσημεριού. Το μυαλό ξεθολώνει, η ψυχή απαλύνεται. Δεκαέξι χρόνια μετά, η αναπόληση, και μόνο, μιας στιγμής μού προκαλεί ανεξήγητη ευφορία. Δεκαέξι χρόνια μετά, το θαύμα επιτέλους ζυγώνει.

1995, 2008

 

[Το αφήγημά μου «Παΐσιος» περιλαμβάνεται στο βιβλίο Από το τραπέζι του Γέροντα Παϊσίου (ανθολόγηση-επιμέλεια Αναστάσιου Ομ. Πολυχρονιάδη), εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη, 2η έκδοση, 2010]


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Voyage, voyage-Παρίσι (4)

 



 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 






ΠΑΡΙΣΙ (4)

 

 

Περπατώ στη Λεωφόρο των Καπουτσίνων, στο Παρίσι. Κάθομαι σε μία κρεπερί για ένα μικρό γεύμα και έναν καφέ. Σ’ αυτή τη λεωφόρο περπάτησε, πριν από έναν αιώνα και κάτι, ο σπουδαίος Σκοτ Φιτζέραλντ, γράφοντας ένα από τα σημαντικότερα διηγήματά του, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα». Για το διήγημα αυτό, πρόσφατα, έγραψα κριτική. Δίχως να γνωρίζω τότε τη Λεωφόρο των Καπουτσίνων.

 

 

Ανακάλυψα και την περιοχή του Κλισί. Βρίσκεται στις παρυφές της Μονμάρτρης. Εδώ έγραψε ο Χένρι Μίλερ ένα βιβλίο, το Ήσυχες μέρες στο Κλισί, μια προσωπική και τολμηρή αφήγηση, στο μεταίχμιο της τέχνης με την ελευθεριότητα. Ένα βιβλίο, δηλαδή, στις παρυφές της Μονμάρτρης και σε ό,τι αυτή αποπνέει.

 

 

(Delacroix)

 

Πώς, αυτός, που δεν ταξίδεψε ποτέ του στην Ελλάδα, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Χίο, που έμαθε τα γεγονότα μόνο από τις εφημερίδες της εποχής του, πώς αυτός, λοιπόν, μπόρεσε ν’ αναπαραστήσει τόσο πιστά, τόσο ζωντανά και ρεαλιστικά την απόγνωση της μεγάλης σφαγής στα βλέμματα των σφαγιασμένων;

 

Ο σοφέρ που μας πήρε από το ξενοδοχείο για να μας πάει στα Ηλύσια Πεδία ήταν Αλγερινός Βερβερίνος. Στη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως η Γαλλία έγινε ισχυρή γιατί ενσωμάτωσε όλους τους ξένους και γιατί, όλοι μαζί, αγωνίζονται για τα συμφέροντά της και τα κοινά της ιδεώδη. Όταν τον ρώτησα αν στο ποδόσφαιρο υποστήριζε την Παρί Σεν Ζερμέν, έδειξε δυσφορία:

―Απεχθάνομαι το Παρίσι και τους Παριζιάνους. Εγώ υποστηρίζω την Μπαρτσελόνα!

 

 

 

Μία έγχρωμη γυναίκα στο Le Marrais τραγουδά με μεγάλη αισθαντικότητα, σε μία πλατεία, τραγούδια της Πιάφ.

Ένας βιολιστής, έξω από το Μουσείο Πικάσο, παίζει σαν βιρτουόζος για λίγα κέρματα, που αφήνουν οι επισκέπτες του μουσείου στην ανοιχτή θήκη του μουσικού του οργάνου.

Μια νεαρή γυναίκα στο Τροκαντερό τυπώνει φωτογραφίες τουριστών πάνω σε πεπαλαιωμένο χαρτί εποχής, με χρηματικό αντίτιμο «ό,τι θέλετε, αν θέλετε».

Ο Ισμαήλ, ο σοφέρ Uber, με αποχαιρετά με το πιο εγκάρδιο «enchantè, mon ami!» και αφού πρώτα του έχω αναλύσει επί αρκετή ώρα τις κλιματικές συνθήκες της Θεσσαλονίκης, την οποία, στο παρελθόν, είχε επισκεφτεί.

Και παντού, σε όλους σχεδόν τους χώρους, σε μουσεία, αρωματοπωλεία, ταχυφαγεία, πολυκαταστήματα και ναούς, η ίδια προτροπή, συχνά αναρτημένη και στους τοίχους: «Parler doucement» (μιλάτε απαλά). 

 

Έτσι συντηρείται ο μύθος αυτής της πόλης, έτσι δεν ξεθυμαίνει ποτέ το άρωμά της.

 

 

Στον σταθμό της Λυών, στο μετρό του Παρισιού, όπου βρεθήκαμε για περιήγηση στο Le Marrais, θυμήθηκα εκείνη την απίθανη ιστορία με τα χαμένα νεανικά χειρόγραφα του Χέμινγουεϊ· γκάφα ολκής της τότε συζύγου του, που τα ξέχασε, ακριβώς πριν από έναν αιώνα και κάτι, στον ίδιο σταθμό, πηγαίνοντας ν’ αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό Evian. Υπομειδίασα στην ανάμνηση του γεγονότος και σκέφτηκα πως, αν είχα ξεχάσει και εγώ στο ξενοδοχείο το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου κρατώ ανελλιπώς ιδέες, σημειώσεις και σκαριφήματα διηγημάτων, ίσως αυτό να ήταν ένα μήνυμα θεϊκό, ένας αισιόδοξος οιωνός, ένας προάγγελος πως, ίσως κάποτε, θα άγγιζα, έστω σε απειροελάχιστο βαθμό, σε φήμη και σε αναγνωσιμότητα τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα.

Απομακρυσμένος από το γκρουπ, κάθισα σε παρακείμενο παγκάκι και άνοιξα, όλος αγωνία, το σακίδιο ώμου. Το ημερολόγιο με τις σημειώσεις μου, δυστυχώς, βρισκόταν μέσα.

 

 

Μέσα στο αεροπλάνο, στη διάρκεια της πτήσης της επιστροφής, ολοκληρώνω την πρώτη γραφή αυτών των σημειώσεων. Καταλήγω με τον τρόπο του Καβάφη ως εξής: «Το Παρίσι σού έδωσε αυτές τις ταξιδιωτικές σημειώσεις. Άλλο δεν έχει να σου δώσει…». Όμως αυτό, εκτός του ότι είναι μελαγχολικό, μάλλον δεν είναι και αληθές. Ίσως επανέλθω μελλοντικά στην ίδια πόλη με άλλο βλέμμα, με άλλη διάθεση, εκθέτοντας μια διαφορετική εκδοχή της, που, σήμερα, μου διαφεύγει. Το ταξίδι, λοιπόν, συνεχίζεται μέσα μου, αφού κάθε τόπος και κάθε διαδρομή δεν παύει να είναι ένας τρόπος αναζήτησης του εαυτού μας, και τίποτα περισσότερο.

 

(13 Αυγούστου 2025, πρωινή πτήση Παρίσι-Θεσσαλονίκη, εν μέσω δυνατών αναταράξεων)