Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Ποίηση: Πυκνά φρύδια

 


ΠΥΚΝΑ ΦΡΥΔΙΑ

 

 

«Μου αρέσει που περιποιούμαι τα φρύδια σας!» 

του είπε απρόσμενα η κομμώτρια

−πάνω κάτω στα τριάντα−

που τον κουρεύει εδώ και αρκετούς μήνες.

«Μου θυμίζουν τον πατέρα μου.

Είχε κι εκείνος πυκνά φρύδια σαν τα δικά σας

και του τα περιποιόμουνα.

Έφυγε νέος, πριν από δύο χρόνια.

Να, σχεδόν στην ηλικία σας!»

 

Συνοφρυώθηκε.

Η συγκυρία

οι συμπτώσεις

το ρίγος του πρόωρου θανάτου.

 

Την επόμενη φορά τον κούρεψε κομμωτής,

εκατό μέτρα μακριά από το παλιό κομμωτήριο. 

Όσο του διόρθωνε

με γρήγορες ψαλιδιές

τα φρύδια,

του μιλούσε με θαυμασμό

για το διπλό του Ολυμπιακού στη Μασσαλία.

 

Π. Γ.


Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Ελληνική λογοτεχνία: Η κόκκινη γελάδα

 


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ,

ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

Μιλτιάδης Φρύσσας, Η κόκκινη γελάδα, μυθιστόρημα, Βαγονέτο, 2026

 

[Οι νεότευκτες εκδόσεις «Βαγονέτο» του (μεταξύ άλλων) συγγραφέα Γιώργου Γκόζη, πρόλαβαν ήδη στους λίγες μήνες που λειτουργούν να δώσουν δείγματα καλής λογοτεχνίας με υψηλή αισθητική και τυπογραφική ποιότητα στο όλο εκδοτικό αποτέλεσμα. Ένα από τα πλέον πρόσφατα βιβλία αυτών των εκδόσεων (κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026) είναι και το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Φρύσσα «Η κόκκινη γελάδα»].

 

Πρωταγωνιστές που το όνομα όλων τους αρχίζει από το γράμμα Θ (γαργαλιστική η παρήχηση του θήτα). Κατ’ επίφαση ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές δύο ζευγαριών, τα κορίτσια των οποίων γίνονται φίλες. Ερωτικές απιστίες και γράμματα που μαρτυρούν τα γεγονότα και συντομεύουν την επερχόμενη ρήξη. Συνεχή φλας μπακ από το παρόν στο παρελθόν, για να γνωρίσουμε, και μέσω των προγόνων του, την ιδιοσυγκρασία του ήρωα Θρασύβουλου Θράσσου. Αναζήτηση, δεκατέσσερα χρόνια μετά τον χωρισμό, του νήματος που ενώνει το σήμερα με τα περασμένα, μέσω του περιεχομένου μιας παλιάς σκονισμένης βαλίτσας. Και ένα λογοτεχνικό βιβλίο που ο Θρασύβουλος Θράσσος (εδώ, πλέον, φανερό προσωπείο του συγγραφέα Φρύσσα, με τα δύο σίγμα, μάλιστα, στο επώνυμό του) που για ανεξήγητους λόγους γνωρίζει ανέλπιστη επιτυχία – η τελευταία ενότητα, γεμάτη χιούμορ, σαρκασμό, λεπτή ειρωνεία αλλά και αυτοϋπονόμευση, όλα τους τραβηγμένα στα άκρα, με σκωπτική διάθεση για τον εν Ελλάδι συγγραφικό και εκδοτικό χώρο και το πώς αυτός λειτουργεί.

Το πρώτο βιβλίο του ογδοντάχρονου, πλέον, Μιλτιάδη Φρύσσα (1946) περιέχει αρκετές αρετές και εκπλήξεις. Έξυπνη δομή, ευρηματικότητα, βιωματικά στοιχεία εντέχνως παραλλαγμένα, κοινωνική κριτική, ειρωνεία των επίπλαστων συζυγικών σχέσεων και του θεσμού της οικογένειας, σχολιασμό  του συγγραφικού παιχνιδιού και του τρόπου που είναι στημένο όλο το σύστημα αναφορικά με τις κυκλοφορίες βιβλίων και τις εκδοτικές επιτυχίες. Περιέχει επίσης αρκετές εξαιρετικά περίτεχνες σελίδες, γραμμένες με μεγάλη λογοτεχνικότητα. Ξενίζει το γεγονός πώς αυτός ο συγγραφέας δίσταζε να κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο του τόσα χρόνια. Ρομαντική διάθεση αποφυγής δημοσίευσης έργου για να έχει ουσία, αγνότητα και γνησιότητα η συγγραφική πράξη (όρα περίπτωση Σάλιντζερ), αφόρητη τελειομανία ή κάποια ανασφάλεια σχετικά με το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε, τι από τα παραπάνω  υπερίσχυσε και τον κράτησε μακριά από συμφωνίες με εκδοτικούς οίκους; Κύριος οίδε… Είναι πάντως προφανές ότι υπάρχει σχολαστική προεργασία του υλικού του, ότι, δηλαδή, ο συγγραφέας έχει δουλέψει αρκετά μέχρι να πάρει την απόφαση της πρώτης κυκλοφορίας, παρότι κι αυτό το διακωμωδεί (ίσως κάπως ενοχικά) στις τελευταίες σελίδες του. Όμως, ακόμη και ο Σάλιντζερ, στο παρελθόν, που είχε απομονωθεί στο κτήμα του γράφοντας με καταιγιστικούς ρυθμούς δίχως να δημοσιεύει τίποτα (ο ψυχισμός του, μεταξύ άλλων, είχε κλονισθεί, εκτός του μετατραυματικού σοκ πολέμου, και από την απροσδόκητη επιτυχία του «Ο φύλακας στη σίκαλη») είχε προλάβει να χριστεί συγγραφέας. Γιατί, όπως σωστά επισημαίνει στο βιβλίο του και ο Φρύσσας διά στόματος Θρασύβουλου Θράσσου, «αν δεν τυπώσεις έστω ένα βιβλίο, δεν λογίζεσαι συγγραφέας».

Όπως, λοιπόν, ο Θράσσος του μυθιστορήματος κυκλοφόρησε την «Αδελφότητα» (μυθοπλαστικό εύρημα), έτσι και ο Φρύσσας υπέκυψε στον πειρασμό να εκτεθεί, έστω αργά, στο αναγνωστικό κοινό με την «Κόκκινη γελάδα» του, ένα βιβλίο που μόνο πρωτόλειο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Ένα τελευταίο σχόλιο, τώρα, για τον τίτλο του βιβλίου. Συνειρμικά με παρέπεμψε στον τίτλο του μυθιστορήματος του Βασίλη Τσιαμπούση «Γαλάζια αγελάδα» (Μεταίχμιο, 2013). Ο τίτλος του Τσιαμπούση μπορεί να εκληφθεί ως ένας πολυεπίπεδος συμβολισμός για την ίδια την Ελλάδα και την περιπέτειά της στον 20ο αιώνα, μέσα από μαρτυρίες υπαρκτών προσώπων και αξιοποίηση της τοπικής ιστορίας (μικροϊστορίας) της Ανατολικής Μακεδονίας (Σέρρες, Δράμα). Ο τίτλος του Φρύσσα δεν νομίζω να εμπεριέχει κάποιον, παρόμοιας έκτασης, βαρυσήμαντο συμβολισμό. Παραπέμπει απλώς στη γέννηση εκείνου του αξιαγάπητου κοκκινόχρωμου μοσχαριού, της Ρόζας, ένα ζώο που ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας και οικειότητας με τον ήρωα του στόρι, σ’ ένα κεφάλαιο ιδιαίτερα καλογραμμένο και συγκινητικό, που, αυθόρμητα, μας φέρνει στον νου εκείνο το απόφθεγμα του Λουντέμη: «Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα». Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, έχει κι αυτό τον δικό του ιδιαίτερο συμβολισμό στη μυθοπλασία του Φρύσσα.

 

Δείγμα γραφής (σ. 60)

 

Με αυτά και μ’ εκείνα είχαν ανακαλύψει το χάδι, που εκείνος τουλάχιστον, το λάτρευε. Η Ρόζα άφηνε τη ροζ γλωσσίτσα της να κρέμεται κάπως έξω από τα παχιά της χείλη και ο Θρασύβουλος την χάιδευε. Προφανώς αυτό άρεσε και στη Ρόζα, που μόλις τον έβλεπε να πλησιάζει, είτε για μπάνιο είτε για απλή επίσκεψη, κάτι που επαναλαμβανόταν συχνά πυκνά, κρεμούσε τη γλώσσα της έξω και περίμενε. Τι καταλάβαιναν τώρα οι δυο τους από κάτι τέτοιο, ένας θεός ξέρει.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

 

Ο Μιλτιάδης Δημητρίου Φρύσσας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην Πολυτεχνική Σχολή του Α. Π. Θ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΕΛΑΔΑ είναι το πρώτο του βιβλίο.

 

Π. Γ.

 

(δημοσιεύτηκε στην book press στις 13/10/2026· μπορείτε να διαβάσετε την κριτική στην παρακάτω διεύθυνση: https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/27085-i-kokkini-gelada-tou-miltiadi-fryssa-mythistorima-gia-tin-athootita-ton-zoon-gia-to-drama-ton-anthropon )

 


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Η αναγνωστική πρόταση του μήνα: Νίκος Δαββέτας

 


Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

 

 

 

[Μία φορά κάθε μήνα θα προτείνεται από το blog ένα βιβλίο, πρόσφατης ή παλαιότερης κυκλοφορίας, ως αναγνωστική πρόταση. Γι’ αυτόν τον μήνα θα μας απασχολήσει η νουβέλα του Νίκου Δαββέτα Η δεσμοφύλακας (Πατάκης, 2025)]

 

●

 

Οι αναφορές στην πατρική ή στη μητρική μορφή αλλά και οι σχέσεις των συγγραφέων με τους γονείς τους (δεν μ’ αρέσει η φράση «ξεκαθάρισμα λογαριασμών», που συχνά συναντώ σε κριτικά σημειώματα για παρόμοιου τύπου βιβλία) αποτέλεσαν στο παρελθόν θεματολογία που έδωσε σπουδαία μυθιστορήματα ή νουβέλες, ιδίως στη μεταφρασμένη λογοτεχνία (Φίλιπ Ροθ Πατρική κληρονομιά, Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ Ο κηπουρός και ο θάνατος, Ρίτσαρντ Φορντ Μεταξύ τους, Ανί Ερνό Τα χρόνια κτλ.) Στο ίδιο μήκος κύματος με τους παραπάνω λογοτέχνες φαίνεται πως  κινείται και ο Νίκος Δαββέτας (1960) στη σχετικά πρόσφατη νουβέλα του Η δεσμοφύλακας (εκδ. Πατάκη, 2025)

Η νουβέλα, γραμμένη σε πρώτο (σε κάποια σημεία και σε δεύτερο) πρόσωπο, περιλαμβάνει 50 σύντομα ενσταντανέ, δύο ή τριών σελίδων κατά μέσο όρο το καθένα. Έχουν ξεχωριστό τίτλο, ποιητική απόληξη και το καθένα κομίζει το δικό του μερίδιο δραματικότητας και αφηγηματικής έντασης στη συνολική αφήγηση. Όλα θα μπορούσαν να σταθούν και σαν αυτόνομα κομψά αφηγήματα, περιστρεφόμενα γύρω από τον πυρήνα μιας αρχετυπικής μητρικής μορφής −της μάνας του αφηγητή− που αργοπεθαίνει από Αλτσχάιμερ.

Παράλληλα με τη σχέση μητέρας-γιου και με το τέλος αυτής της γυναίκας, πληροφορούμαστε πολλά γεγονότα από τη ζωή της όταν ήταν νέα και γερή, και από το επάγγελμά της ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Αρκετές σελίδες, πάλι, καταθέτουν συγκλονιστικά ντοκουμέντα από την ιστορία των φυλακών Αβέρωφ, ιδίως ιστορίες με βαρυποινίτισσες, που αποτυπώνουν και το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Όλα τα παραπάνω ο Δαββέτας τα συνταιριάζει με αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου, χρησιμοποιώντας τις ελάχιστες δυνατές λέξεις. Σ’ αυτό προφανώς τον βοήθησε και η πολύχρονη ενασχόλησή του με την ποίηση, προτού αποφασίσει να στραφεί ολοκληρωτικά στην πεζογραφία.

Ο Δαββέτας, σε δύο σημεία του βιβλίου (στη φράση-μότο του Φίλιπ Ροθ από το μυθιστόρημά του Το φάντασμα φεύγει, αλλά και στη δεύτερη παράγραφο του οπισθόφυλλου, που έχει την υπογραφή του) μας ενημερώνει και μας υπενθυμίζει πως η νουβέλα μπορεί να εκληφθεί ως εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή ως μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση. Αυτή η διευκρίνηση του τρόπου γραφής του βιβλίου (βίωμα και μυθοπλασία ισόποσα μοιρασμένα) σε συνδυασμό με τη λεκτική ακρίβεια, τη δύναμη του θέματος, τη ρέουσα αφήγηση και την έλλειψη γλυκερού συναισθηματισμού στην απόδοση των τελευταίων στιγμών της μητέρας του αφηγητή, κάνει τη νουβέλα του Δαββέτα όχι απλώς αξιοπρόσεκτη και ευανάγνωστη, αλλά, θα έλεγα, άκρως σημαντική και αξιοζήλευτη.

 

Δείγμα γραφής (σς. 120-121)

 

Η ψυχολόγος της αστυνομίας, που μιλά με την υποψήφια αυτόχειρα, μας κάνει ένα αποθαρρυντικό νεύμα, όμως εγώ τεντώνοντας ξαφνικά τα χέρια μου την έχω ήδη αρπάξει από το μπράτσο και την έχω τραβήξει βίαια προς τα μέσα. Πέφτει με δύναμη στο μωσαϊκό, βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή. Με βρίζουν σχεδόν όλοι, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι παρόντες, αποδοκιμάζοντας έντονα την παρακινδυνευμένη μου κίνηση, που θα μπορούσε να της κοστίσει τη ζωή.

«Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να επέμβετε; Ποιος είστε;» μου φωνάζει αναψοκοκκινισμένος ένας νεαρός αστυνομικός.

«Ποιος είμαι; Ο δεσμοφύλακας της μητέρας μου!»

 

Παναγιώτης Γούτας

 

 


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (10): Ιγνάτης Χουβαρδάς

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (10)

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο ή κάποια από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

●

Ιγνάτης Χουβαρδάς, Χειμώνας Καλοκαίρι, μυθιστόρημα, Νησίδες, 2026

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς (με τον οποίον συνυπήρξαμε με παλιά μας διηγήματα στο τεύχος 6 του περιοδικού «Παραφυάδα», το 1990, σε επιμέλεια Π. Σφυρίδη) προσδιορίζει στο βιογραφικό των τελευταίων βιβλίων του το κεντρικό συγγραφικό του θέμα, που είναι πάντα κοινό, ως εξής: «η προσέγγιση της θηλυκότητας, οι ιστοί της γοητείας ανάμεσα στον ερωτευμένο και στο πρόσωπο που γοητεύει». Είτε γράφει ποίηση, είτε διήγημα, νουβέλα ή μυθιστόρημα, το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο. Κάποιος άντρας (στην προκείμενη περίπτωση ο Συμεών) παρακολουθεί και πολιορκεί μια γυναίκα, η «σχέση» όμως των δύο ατόμων δείχνει να βαίνει απρόβλεπτη και συχνά προβληματική.

Ο τίτλος του εν λόγω μυθιστορήματος είναι «Χειμώνας Καλοκαίρι» (Νησίδες, 2026), και ο υπότιτλος: το γαϊτανάκι της ερωτικής διεκδίκησης. Αυτό το επαναλαμβανόμενο ερωτικό μοτίβο μπορεί από κάποιους να εκληφθεί ως θεματική μονοτονία, από άλλους όμως −τους πιο προσεκτικούς αναγνώστες, που δίνουν έμφαση και στο κέντημα λέξεων και γραφής− ως μια θεματική σταθερά από κάποιον που γνωρίζει καλά τα συγγραφικά του όρια και το τι ακριβώς τον ενδιαφέρει να εκφράσει διά του λόγου.

Συμπυκνώνοντας τη συγγραφική ουσία του Χουβαρδά σε μία μόνο φράση θα μπορούσαμε να πούμε πως: ο λογοτέχνης επιχειρεί να ερμηνεύσει τη γυναικεία συμπεριφορά μέσα από ένα απολύτως προσωπικό, αντρικό βλέμμα, κάτι που κάνει τα βιβλία του γοητευτικά και ενδιαφέροντα. Ιδίως στις στιγμές και στις περιγραφές όπου ο πρωταγωνιστής στέκει ευάλωτος, αδύναμος, ανίσχυρος και φανερά αμήχανος απέναντι στο θηλυκό σύμπαν και σε ό,τι αυτό εκφράζει. 

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος-ποταμού των 417 σελίδων κοσμεί πίνακας του ποιητή, κριτικού, εσχάτως και εικαστικού, Διονύση Στεργιούλας έργο του οποίου ο Χουβαρδάς έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενο βιβλίο του.

Δείγμα γραφής

(σ. 238)

Σήμερα από μακριά φαινόταν ότι δεν είχε τύχη. Οπότε πρόσεχε καλύτερα το πορτοκαλί μαξιλάρι και το στριφτό τσιγάρο, μαζί με την ταμπακιέρα και το σακουλάκι καπνού. Δίπλα στο μαξιλάρι ένα φλιτζάνι, μάλλον με καφέ. Δεν υπήρχε κασετίνα, το κινητό το κρατούσε στο χέρι. Φορούσε λευκό παντελόνι, πράσινη μπλούζα βαμβακερή, τα λευκά σανδάλια αναδεικνύουν την ομορφιά των ποδιών της.

Π. Γ. 


Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Voyage, voyage (12): Επίδαυρος

 


Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎

 


ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ

 

Ανίατη ασθένεια

Ενθαρρυμένη κι από τη λαλίστατη ξεναγό του γκρουπ σκέφτηκε ν’ ακολουθήσει –νοερά– τις αρχαίες πρακτικές του θεού Ασκληπιού μήπως και γιάνει απ’ την ανίατη ασθένειά της. Φιλοξενήθηκε στον ξενώνα του αρχαιολογικού χώρου της Επιδαύρου. Έφαγε λιτές και υγιεινές τροφές στο εστιατόριο, με άλλους ομοιοπαθείς της, για να καθαρθεί. Ήπιε τσάι από αρωματικά βότανα και δοκίμασε κι άλλα θεραπευτικά μείγματα. Έκανε εξαγνιστικά λουτρά, με κρύο και θερμό νερό. Προσκύνησε τη Θυμέλη, τον βωμό του χθόνιου θεού. Έκανε κρύφιες σπονδές στον ναό του Ασκληπιού και της Υγείας με πρόσχημα τη λατρεία του ίδιου του θεού Όσιρι και της Ίσιδας. Μέχρι μικρά αγαλματίδια με το σώμα της Θεάς τους προσέφερε ως αναθήματα για να τους κατευνάσει. Ύστερα πήγε στο Εγκοιμητήριο και κοιμήθηκε, με την κρυφή ελπίδα πως θα δει  αποκαλυπτικό όνειρο και πως θα σηκωθεί θεραπευμένη.

Μα όταν ξύπνησε, πάλι η μορφή του στα μάτια της τυραννική. Πάλι το σώμα του στο σώμα της, δεύτερο δέρμα, αφομοιωμένο, δεν έλεγε ν’ αποκολληθεί από πάνω της και να τη λυτρώσει.

(2012)


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Voyage, voyage (11): Βαρκελώνη

 


Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎

 

ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ

 

Ο Μέσι υπήρξε για την Μπαρτσελόνα ότι ο Σαλβαντόρ Νταλί για τους υπερρεαλιστές. Αστραφτερές ιδιοφυΐες, ο καθένας στον τομέα του, που ξεχώρισαν στις μονοδιάστατες συλλογικότητες της εποχής τους. Ή όπως θα το διατύπωνε ο ποιητής: «Δέντρα που θάλουν σ’ ένα ατελείωτο δάσος από ολόισια στοιχισμενα τηλεγραφόξυλα». Ωστόσο, οι καιροί απαιτούν να είμαστε με το εμείς. Ας υπακούσουμε σ’ αυτό το πρόταγμα της εποχής μας. Τουλάχιστον μέχρι να απαυδήσουμε, αναζητώντας τελικά νέες λαμπερές ιδιοφυΐες, που θα μας προσφέρουν όραμα και έμπνευση.

●

 


Αν μου εμπιστευόταν το αυτοκίνητο του ο Σαλβαντόρ Νταλί, θα καθόμουν στη θέση του οδηγού με συνοδηγό τον ίδιο, θα έβαζα στα πίσω καθίσματα τον Μιρό, τον συγγραφέα Μολνταμπάν και τον ποδοσφαιριστή Γιαμάλ, και, οδηγώντας με χαμηλή ταχύτητα για ευνόητους λόγους, θα φτάναμε από τη Figueres στη Sagrada Familia ενός Βαρκελώνης. Ο Γιαμάλ με λίγα αυτόγραφα θα ενός χάριζε από ενός φύλακες την ποθητή προτεραιότητα μέσα στην υπόγεια στοά που οδηγεί στον τάφο του Γκαουντί, που μοίρασε όλη την περιουσία του σε φτωχούς και αστέγους ενός πόλης, πεθαίνοντας ο ενός σαν ζητιάνος και που ακόμη το Βατικανό δεν τον έχει αγιοποιήσει. Ένα κερί στη μνήμη ενός ταπεινού κοσμοκαλόγερου του πλανήτη από ανθρώπους που δεν πίστεψαν ποτέ σε θεούς παρά μόνο σε δαίμονες.

●

 


Η ιστορική πρώην αρένα ταυρομαχιών (Las Arenas de Barcelona) στην Placa d’ Espanya έχει μεταμορφωθεί πλήρως σε υπερσύγχρονο εμπορικό κέντρο, με ακριβά μαγαζιά εστίασης. Από τη βαρβαρότητα της εξόντωσης των ταύρων στη βαρβαρότητα του υπερκαταναλωτισμού!

●

 

Από νωρίς το απόγευμα νηνεμία. Τίποτα δεν προμηνύει τη βραδινή έκρηξη που θα ακολουθήσει. Επτά, επτά και κάτι, ο κόσμος ανηφορίζει από την πλατεία Ισπανίας για να πιάσει θέση πέριξ των σιντριβανιών του Montjuic. Σε παγκάκια, σε κερκίδες, στις πλάγιες υπερυψωμένες γέφυρες. Όλες οι φυλές της γης παρούσες με το κινητό σε ετοιμότητα. Ασιάτες, Νοτιοαμερικάνοι, Αφρικανοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Ισπανοί, Μαροκινοί, Ινδοί, Έλληνες. Μέτρησα τουλάχιστον 50 πιτσιρικάδες με φανέλα Γιαμάλ και το 10 στην πλάτη, κι άλλους τόσους ενήλικες. Εννιά και μισή ακριβώς το υπερθέαμα ξεκινά. Νερά που χορεύουν στον ρυθμό της μουσικής. Χρώματα, μουσικές, υδάτινοι σχηματισμοί, ορμητικοί πίδακες, εναλλαγές φωτισμών, τζαζ και κλασικό ρεπερτόριο, και, κάπου ενδιάμεσα, να και ο Μέρκιουρι με τη Βοημική του ραψωδία να ξεσηκώνει τη νεολαία. Όλη η πόλη υποκλίνεται στο θέαμα, όλοι είναι εδώ. Εκτός αν το βράδυ παίζει η Μπάρτσα στο Καμπ νου οπότε η λαοθάλασσα είναι περιορισμένη. Για έξι με επτά δεκάδες χιλιάδες μιλάμε τώρα. Από τον χορό των υδάτων κάποιοι προτιμούν τις πιρουέτες του Γκάβι και τις ντρίπλες του Γιαμάλ. Γούστα είναι αυτά.

●

 


Η Βαρκελώνη είναι οικεία πόλη. Πολύχρωμη, νεανική. Σε υποδέχεται όποιος κι αν είσαι. Σου ανοίγεται, σε αφήνει να την ανακαλύψεις. Τουριστική μεν, αλλά με τρόπο αρχέγονα αρχοντικό. Παντού υπάρχει μια υγιής ελευθερία, μια περηφάνια που δεν καταντάει έπαρση. Αυτή την οικειότητα μονάχα στην Κωνσταντινούπολη την έχω νιώσει ως τώρα. Ίσως και στην Τεργέστη του Τζόις, του Ερνέστο Σάμπα και των άλλων Ιταλών ποιητών. Μία ηλικιωμένη γυναίκα γευματίζει μόνη της σε εστιατόριο της Βασιλικής πλατείας, δίπλα στην τζαμαρία. Βλέμμα διεισδυτικό, εφιαλτικά αληθινό. Ένας πατέρας έσερνε σε καρότσι στο εμπορικό κέντρο της Αρένας τον ανάπηρο γιο του. Η έκφραση του είχε κάτι από την απόγνωση του κρεμασμένου Χριστού στη Sagrada Familia. Μία αλλόκοτη συστολή. Πρόσωπα θαρρείς βγαλμένα από πίνακες του Γκόγια ή ταινίες του Αλμοδόβαρ. Κι όμως, πρόσωπα οικεία, καθημερινά. Στη Βαρκελώνη του 2026.

●

ΑΝΟΣΤΟΝ ΗΜΑΡ

Αφήνουμε πίσω μας την πόλη του άγιου Γκαουντί, του Μιρό, του Νταλί και του Πικάσο, του σκοτεινού Θαφόν, του Μολνταμπάν και του Χοσέ Καρέρας. Την πόλη των μεγάλων πλατειών και των μεγάλων κτηρίων, των αναίμακτων, προσοδοφόρων πλέον, αρένων, του Montjuic με τα νερά που χορεύουν, της λεωφόρου Las Ramblas με τους υπαίθριους ζωγράφους και τα τουριστικά. Τη Βαρκελώνη των τρελαμένων πιτσιρικάδων με τη φανέλα των μπλαουγκράνα κατάσαρκα, της διαχρονικής Barca του Κρόιφ, του Νέσκενς, του Μέσι, του Τσάβι, του Ινιέστα, του Πέντρι και του Γιαμάλ. Την πόλη των τάπας και της παέγια, των υγιών συλλογικοτήτων, των εξεγέρσεων, της περηφάνιας και των μεγάλων οραμάτων. Αποχαιρετούμε και κείνον τον ευτραφή έγχρωμο τρομπετίστα της πλατείας της Ισπανίας, που θαρρείς διακτινίστηκε από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, από τη Νέα Ορλεάνη στο σήμερα, για τον επιούσιο. Πετάμε ήδη πάνω από τα σύννεφα

(από την τροχοδρόμηση του αεροπλάνου στο «Μακεδονία» νιώθεις ήδη στο πέλμα σου την ανελέητη πατρίδα)

 

Αύγουστος 2026

 

 

 

 

 

 

 


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ποίηση: Τα χιόνια του καλοκαιριού

 


ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

 


Και ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος

αρχίζει να χιονίζει.

Νιφάδες μνήμης στροβιλίζονται στον αέρα.

Πρόσωπα σαν από βαμβάκι

μορφές αγαπημένες που πια εξαϋλώθηκαν

παίρνουνε σάρκα και οστά.

Όλο εκείνο το ευλογημένο

λευκό του παρελθόντος

έρχεται πάλι να σε συντροφεύσει.

 

Αφήνεις τα ποιήματα, αφήνεις τα κύματα

και τρέχεις σαν παιδί να πιάσεις λίγο χιόνι

ν’ αγγίξεις κάτι απ’ τα παλιά.

Όμως με την παραμικρή αφή

το χιόνι λιώνει

και το τοπίο αλλάζει ακαριαία.

 

Τα χιόνια του καλοκαιριού

εξαφανίζονται όπως τα όνειρα

σώνονται όπως τα θαύματα

λιώνουν όπως οι ξεχασμένες αγάπες.

Και μένεις πάλι ολομόναχος,

Αύγουστο μήνα, μ’ ένα ξυλάκι παγωτό στο χέρι

να ελπίζεις –αμετανόητος– σε νέο χιονιά.

(2009)




Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Αλλόκοτες καλοκαιρινές ιστορίες: Ανεμιστήρας υδρονέφωσης

 

 

(Οι φίλοι μου της book press μου ζήτησαν προ ημερών μία αλλόκοτη και παράδοξη καλοκαιρινή ιστορία μέχρι 300 λέξεων. Παρότι ρεαλιστής πεζογράφος διόλου δεν ξεβολεύτηκα στο γράψιμο της ιστορίας. Άλλωστε η ζωή έχει τόσες αλλόκοτες και παράδοξες πτυχές, που συχνά την κάνουν να φαντάζει εξωπραγματική, δίχως όμως και να είναι).

 

 

Ανεμιστήρας υδρονέφωσης

 

 


 

«Μην κοιτάζεις επίμονα ξένες παρέες! Είναι αγένεια!» τον συνέτιζε η Βάσω.

Σπανίως την άκουγε.

Εκείνη πετάχτηκε στα τουριστικά. Μικροδώρα, σουβενίρ.

Βρήκε ελεύθερο πεδίο δράσης.

Ρόδος, Αύγουστος πνιγηρός. Ρεμβάζει στην Οδό των Ιπποτών, στο πλακόστρωτο. Ένα μηχάνημα ριπίζει κατάμουτρα κρύο αέρα. Καρφώνεται στις δύο τουρίστριες τού απέναντι τραπεζιού, μάνα και κόρη πιθανότατα, που ανταποδίδουν τα επίμονα βλέμματα παραξενεμένες. Η μάνα συνομήλική του, το κορίτσι στα είκοσι. Φορούν και οι δύο t-shirt με σημαία της Μάλτας.

Ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος, αλλάζει το τοπίο. Οι μήνες, τα χρόνια, οι εποχές. Κρύος Γενάρης και φόβος πλανώνται στην πόλη. Έφιπποι πάνω σε άλογα τρέχουν ανάστατοι πέρα δώθε. Κάποιο στενάχωρο μήνυμα μεταφέρεται από στόμα σε στόμα. Τη βλέπει στη ράχη ενός αλόγου, στηριγμένη σε κάποιον μεγαλόσχημο ιππέα να τον πλησιάζει:

«Οι Οθωμανοί είναι προ των πυλών! Ο φρουρός του Μεγάλου μαγίστρου θα με φυγαδεύσει. Βράδυ θα φύγω για τη Μάλτα. Κανείς δεν γλιτώνει εδώ! Εσύ τι θα κάνεις;»

Εκείνος, ένας απλός στρατιώτης του τάγματος των Ιωαννιτών, «θα μείνω να σε περιμένω!» της απάντησε με λατρεία.

Ο αναβάτης με μια καμτσικιά έκανε το άλογο ν’ ανασηκωθεί στα μπροστινά του πόδια, σκορπώντας στα μάτια του σκόνη του Μεσαίωνα.

Τη συνάντησε σε διάφορες εποχές, σε διαφορετικές πόλεις, με διαφορετικά ονόματα. Ηρωίδα ιστορικών μυθιστορημάτων. Και τώρα την έχει απέναντι του, ν’ ανταλλάζουν βλέμματα έκπληξης κι απορίας.

Τον πλησίασαν εκείνες φεύγοντας.

Του χαμογέλασαν διφορούμενα.

Διέκρινε πως το κορίτσι είχε κάποιο εμφανές κινητικό πρόβλημα.

Δεν του μίλησαν, όμως εκείνος άκουσε καθαρά από το στόμα της γυναίκας ειρωνικούς ψιθύρους.

Άρχισε να βραδιάζει.

Γύρισε η Βάσω με δύο σακούλες δώρα στα χέρια.

«Όλα εντάξει;» τον ρώτησε, βλέποντάς τον κάπως ανήσυχο.

«Αυτό το μηχάνημα πάγωσε το πρόσωπο μου...»

Η Βάσω ξεδίπλωσε μπροστά του μια γκραβούρα με μια ιστορική αναπαράσταση:

«Κοίταξε!», του λέει. «Η ανιψιά του τελευταίου Μεγάλου μαγίστρου του νησιού φυγαδεύεται κρυφά από έμπιστο φρουρό στο λιμάνι! Κι ένας απλός στρατιώτης, που την είχε ερωτευτεί, την ικετεύει να μείνει! Δεν είναι συγκινητικό!»

 

Π. Γ.

 

(μπορείτε να διαβάσετε το διήγημα και στον παρακάτω σύνδεσμο της book press:

https://bookpress.gr/prodimosieuseis/diigimata/26531-mia-allokoti-kalokairini-istoria-anemistiras-ydronefosis-tou-panagioti-goyta )


Λογοτεχνία και εργασιακός χώρος

 


Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

 

Ο εργασιακός χώρος ως θεματική και λογοτεχνικό πεδίο έχει αξιοποιηθεί στο παρελθόν (αλλά και στην πρόσφατη συγκομιδή βιβλίων) από συγγραφείς, κατά βάση μέσα από ρεαλιστικά και βιωματικά κείμενα. Η θεματολογία αυτή πιστεύω πως παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί, μέσα από τις αναφορές των συγγραφέων στους εργασιακούς τους χώρους, φωτίζονται οι παθογένειες αυτών των χώρων και, κατ’ επέκταση, οι παθογένειες μιας ολόκληρης χώρας αλλά και μιας ολόκληρης κοινωνίας ή και μιας ολόκληρης εποχής. Επειδή αυτή η λογοτεχνική θεματική ταυτίζεται συνήθως με βιωματική (έως αυτοβιογραφική) προσέγγιση, σήμερα θεωρείται −κακώς, κατά τη γνώμη μου− κάπως ξεπερασμένη, ωστόσο μπορεί κανείς να διακρίνει βιβλία-διαμάντια, γραμμένα από τολμηρούς συγγραφείς που  αποκάλυψαν τι συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα μιας υπηρεσίας, ενός γραφείου, ενός ιατρείου ή μιας σχολικής ή πανεπιστημιακής αίθουσας. Βιβλία που θέλουν θάρρος ψυχής πάνω απ’ όλα για να γραφτούν, αφού συχνά οι συγγραφείς τους, στο παρελθόν, πλήρωσαν σκληρό αντίτιμο των εξομολογήσεων και των αποκαλύψεών τους. Η επιλογή των 29 συνολικά βιβλίων αυτής της μικρής μελέτης είναι ενδεικτική. Θα μπορούσε φυσικά να εμπλουτιστεί και με επιπλέον τίτλους άλλων συγγραφέων, Ελλήνων ή μη.

 

 

Λογοτεχνία και εργασιακός χώρος (επιλογή 18 βιβλίων)

 

Αναφορικά με τον γενικότερο εργασιακό χώρο ανασύρω στη μνήμη μου κάποιους τίτλους και κάποιους συγγραφείς, που, στο παρελθόν, έχω διαβάσει και που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη μου:  

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Ταχυδρομείο (Μεταίχμιο, 2019). Ο πότης και γυναικάς Χένρι Τσινάσκι, λογοτεχνικό προσωπείο του Μπουκόβσκι, εργάζεται ως ταχυδρομικός υπάλληλος για τα προς το ζην. Το επάγγελμα του ταχυδρομικού διανομέα στέκεται η αφορμή να διεισδύσουμε στη σκληρή πραγματικότητα της Αμερικής του καιρού του, με την ανέχεια, τις πάσης φύσης ανισότητες και τα ευτράπελα μιας κοινωνίας που ακροβατεί μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Ο Primo Levi στο βιβλίο του Το περιοδικό σύστημα (Καστανιώτης 1990) αναφέρεται στην αυτοβιογραφία ενός χημικού, που διαμέσου των χημικών στοιχείων (δηλ. 21 συναντήσεις με την ύλη) κατορθώνει να μιλήσει για την ιστορία μιας γενιάς, για την περιπέτεια του φασισμού και τον πόλεμο που ακολούθησε.

Ο Αιγύπτιος Χάλεντ Ελ Χαμίσι στα αφηγήματά του Ταξί στους δρόμους του Καΐρου (Μεταίχμιο, 2009) συζητά από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα με ταξιτζήδες του Καΐρου[1] κατανοώντας τις αφηγήσεις τους, ενώ όλες οι εξομολογήσεις των ταξιτζήδων, πέρα από την καταγραφή των δυσκολιών του επαγγέλματός τους, συνθέτουν ένα πολιτικοκοινωνικό ψηφιδωτό της τότε αιγυπτιακής κοινωνίας.

Κάτι παρόμοιο είχε κάνει κάποια χρόνια νωρίτερα και η Ελένη Σαραντίτη στο βιβλίο της Καρδιά από πέτρα (12 ιστορίες με ταξίμετρο) (Καστανιώτης, 1995) μέσα από τις περιπλανήσεις μιας γυναίκας στην Αθήνα, πρωί βράδυ, με ταξί, φανερώνοντάς μας μεταξύ άλλων, πέραν της μοναξιάς της πρωτεύουσας, και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του ταξιτζή.

Ο Περικλής Σφυρίδης στις συλλογές διηγημάτων του Μισθός ανθυπιάτρου (Υάκινθος, 1987) και Από πρώτο χέρι (Καστανιώτης, 1989) καταθέτει τις εμπειρίες του ως γιατρού καρδιολόγου αλλά, παράλληλα, αποκαλύπτει και παθογένειες του συστήματος υγείας της χώρας μας, που ακόμη χρονίζουν.

Ο Αλέκος Δαμιανίδης στο βιβλίο του Η καινούρια κλίκα (Τα τραμάκια, 1990) αξιοποιεί τις εμπειρίες του στον εργασιακό του χώρο, ως γεωπόνος. Σχέσεις υπαλλήλων και διεύθυνσης σε κάποια δημόσια υπηρεσία, πισώπλατα μαχαιρώματα, επιθεωρήσεις, κλίκες υπαλλήλων, υπόγειες ύπουλες συγκρούσεις και άλλα τινά συνθέτουν έναν αφηγηματικό καμβά 21 βιωματικών ενσταντανέ, γραμμένων με μεγάλη γλωσσική και υφολογική λιτότητα.

Από τα πιο πρόσφατα βιβλία θα σταθώ στο βιβλίο του Θόδωρου Κόλλια Φως, λευκό, σταθερό (εκδ. Πηγή, 2023). Εδώ θίγεται το επάγγελμα του φαροφύλακα και η αντικατάστασή του από αυτόματους φάρους, παράλληλα όμως και οι συναισθηματικές και υπαρξιακές ανακατατάξεις που φέρνουν στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση αυτές οι αλλαγές.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο μυθιστόρημά του Υπουργός της νύχτας (Πατάκης, 2026) μέσω του βασικού ήρωά του Γιάννη Μπεχτσή (ή αλλιώς Πρίμο) παρωδεί το επάγγελμα του ιδιοκτήτη γραφείου τελετών, ο οποίος διατηρώντας το «καθωσπρέπει» προφίλ του εργαζόμενου (Οίκος τελετών «Η έσχατη φροντίδα») καλύπτει παράνομες δραστηριότητες. Το βιβλίο φυσικά είναι μυθοπλαστικό και όχι βιωματικό, όμως ο νεκροθάφτης ήρωας του Σκ. προσδίδει στο κείμενο νουάρ αισθητική, παρωδεί το σύστημα θεσμών, ενώ καταδεικνύει με γλυκόπικρο τρόπο πόσο κοντά είναι, στην Ελλάδα, το υπουργιλίκι με τις παρανομίες και την ηθική σήψη.

Για το επάγγελμα του ναυτικού αλλά και γενικότερα του εργαζόμενου στη θάλασσα υπάρχουν οι συλλογές του Νίκου Καββαδία Μαραμπού (1933), Πούσι (1947) και Τραβέρσο (1975). Ο κόσμος των λιμανιών, οι κίνδυνοι της θάλασσας, η καθημερινότητα των ναυτικών, η απόλαυση αλλά και η μελαγχολία των μεγάλων ταξιδιών, μεταφέρθηκαν από τον ποιητή με άκρως βιωματικό τρόπο στο χαρτί και έγιναν εξαίσια ποιήματα.

Όμως και το κλασικό μυθιστόρημα Μπόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, που ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ το κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων αμερικανικών μυθιστορημάτων όλων των εποχών, βασίζεται στις εμπειρίες του συγγραφέα του ως εργαζόμενου σε φαλαινοθηρικά και εμπορικά πλοία.

Το επάγγελμα του ναυτικού έχει μεταφερθεί βιωματικά και στο έργο του Τζόζεφ Κόνραντ (Ο Λόρδος Τζιμ, Το κτήνος κ.τλ)[2], ασχέτως αν αυτό εμπεριέχει και πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία.

Δύο μυθιστορηματικοί ήρωες του Φίλιπ Ροθ τώρα, οι δράσεις των οποίων και ο βίος και η πολιτεία τους, κάνουν δύο μυθιστορήματα του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα να μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία «λογοτεχνία και εργασιακός χώρος». Πρόκειται για τον ηθοποιό Σάιμον Άξλερ του Η ταπείνωση (Πόλις, 2010)[3] και τον λάγνο μαριονετίστα Μίκι Σάμπαθ από Το θέατρο του Σάμπαθ (Πόλις, 2013). Στον πρώτο, που αδυνατεί, λόγω κατάθλιψης, να ανταποκριθεί στα εργασιακά του καθήκοντα και να ερμηνεύσει ρόλους, έχουμε την επαγγελματική αλλά και την προσωπική του πτώση. Στον Σάμπαθ, η καριέρα του ως μαριονετίστα καταστρέφεται λόγω αρθρίτιδας αλλά και προσωπικών σκανδάλων. Και στις δύο περιπτώσεις η αδυναμία τους να εργαστούν συνεπάγεται την περιθωριοποίησή τους στην κοινωνία αλλά και την κατάρρευσή τους συνολικά ως ανθρώπινων υπάρξεων.

Τέλος, ας αναφερθεί και το βιβλίο Επειγόντως στη μαμή (Κλειδάριθμος, 2013) της Βρετανίδας Jenifer Worth, ένα βιωματικό σπονδυλωτό κείμενο που διαδραματίζεται στο 1950 σε μια φτωχική συνοικία, κοντά στο λιμάνι του Λονδίνου. Η συγγραφέας κλήθηκε σε ηλικία μόλις 22 ετών να ασκήσει το επάγγελμα της μαίας και τις εμπειρίες της (κάποιες αστείες, κάποιες συγκινητικές) τις μεταποίησε σε λογοτεχνία.

 

 

Λογοτεχνία και εκπαίδευση (επιλογή 10+1 βιβλίων)

 

Δεν είναι ανεξήγητο ότι, απ’ όλα τα επαγγέλματα, εκείνο που εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς για τη σύνθεση εξομολογήσεων,  αναμνήσεων ή την καταγραφή βιωμάτων είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού (δασκάλου ή καθηγητή). Ως προς αυτό έχω δύο πρόχειρες εξηγήσεις: Η πρώτη έχει να κάνει με το ζωντανό (σε αντίθεση με άλλα επαγγέλματα) υλικό του επαγγέλματος, τους μαθητές, που δίνουν παλμό, ζωντάνια και έμπνευση στους εκπαιδευτικούς-συγγραφείς να καταγράψουν τις εμπειρίες τους στις αίθουσες. Η δεύτερη εξήγηση έχει να κάνει με τον χειρισμό της γλώσσας. Δάσκαλοι και καθηγητές (ιδίως φιλόλογοι) είναι εξοικειωμένοι σε μεγαλύτερο βαθμό με τη χρήση της γλώσσα από εργαζόμενους σε άλλους χώρους, και, παράλληλα με τη διδασκαλία λογοτεχνικών κειμένων στους μαθητές τους, μπαίνουν συχνά κι οι ίδιοι στον πειρασμό να εκτεθούν λογοτεχνικά και να δημιουργήσουν. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως ό,τι εκδίδεται σ’ αυτόν τον τομέα είναι απαραίτητα καλή λογοτεχνία, όμως αρκετά βιβλία εκπαιδευτικών είναι αξιοπρόσεκτα κι ενδιαφέροντα, κυρίως όταν οι συγγραφείς τους καταθέτουν εν συνόλω την εκπαιδευτική διαδρομή τους, όχι με στείρα και γλυκερή νοσταλγία ούτε εν είδει στεγνού ημερολογίου, αλλά κυρίως με χιούμορ και έντονη διάθεση αυτοκριτικής.

Βιβλία που ξεχωρίζω σ’ αυτήν την κατηγορία:

Το Όταν  ήμουν δάσκαλος (Εμπειρία Εκδοτική, 2009) του Ιωάννη Κονδυλάκη, που αποτελεί ένα πρώιμο δείγμα αυτού του είδους στην ελληνική γραμματεία. Ένα βιβλίο βαθιά βιωματικό, η εμπειρία του συγγραφέα ως δασκάλου στο χωριό Μόδι της Κρήτης του 19ου αιώνα. Απομυθοποίηση επαγγέλματος, ρεαλιστική απεικόνιση και αυτοβιογραφικός πυρήνας, το τρίπτυχο στο οποίο βασίζεται το βιβλίο του Κονδυλάκη.

Το Γ΄ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο (Καστανιώτης, 2010) είναι, όπως και το προηγούμενο, ένα κλασικό έργο της ελληνικής γραμματείας, γραμμένο από τη δασκάλα και συγγραφέα Έλλη Αλεξίου (1894-1988). Εδώ, ο εργασιακός χώρος του βιβλίου συμπίπτει με τον εργασιακό χώρο της συγγραφέως στην πραγματική ζωή, αφού εκεί διορίστηκε η Αλεξίου ως δασκάλα το 1914. Το βιβλίο θεωρείται σημαντικό (και εμβληματικό της κατηγορίας που μας ενδιαφέρει) γιατί εδώ ο εργασιακός χώρος χρησιμοποιείται ως πεδίο κοινωνικής κριτικής αλλά και ανάδειξης της γυναικείας χειραφέτησης.

Η νουβέλα Ο δάσκαλος (Scripta, 2006) του Φρανκ Μακ Κορτ (1931-2009) είναι επίσης βιβλίο αυτής της κατηγορίας. Ο Αμερικανοϊρλανδός συγγραφέας με τόλμη και σπαρακτική ειλικρίνεια αλλά και άφθονο χιούμορ κατέγραψε τις εμπειρίες του στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Το ότι κέρδισε τον σεβασμό και την προσοχή αδιάφορων κι ανάγωγων μαθητών, ο ίδιος το θεωρεί προσωπικό άθλο.

Στα χνάρια του Κορτ ο Αντώνης Καρτσάκης κάνει έναν απολογισμό της εκπαιδευτικής του διαδρομής με αυτοκριτική διάθεση και συναίσθημα στη γραφή του, στο βιβλίο του Στον ανήσυχο μαθητή μου (Εστία, 2015).

Το διήγημα του Δημήτρη Χατζή «Η διαθήκη του καθηγητή», που περιλαμβάνεται στην εμβληματική συλλογή του Το τέλος της μικρής μας πόλης (Κείμενα, 1979), έχει ως πρωταγωνιστή τον καθηγητή Ραλλίδη, έναν λόγιο της παλιάς σχολής, συντηρητικό, περιθωριοποιημένο, φορέα ενός κόσμου που χάνεται όπως η παλιά επαρχιακή κοινωνία (εν προκειμένω, τότε, τα Γιάννενα).

Ο Ναπολιτάνος συγγραφέας και δάσκαλος Μαρτσέλο Ντ’ Όρτα συγκέντρωσε εκθέσεις μαθητών του στο βιβλίο του Εγώ ελπίζω να τη βολέψω (εκδ. Γνώση, 1995)[4]. Ωραίο το εύρημα του, ευχάριστο και διασκεδαστικό, αν αναλογιστεί κανείς το υποβαθμισμένο περιβάλλον, τον τρόπο ζωής και τη φτωχή γλωσσική έκφραση των μαθητών του, όμως, τυπώνοντας κατόπιν αρκετά βιβλία με το ίδιο θέμα και με το ίδιο πνεύμα, έπεσε μοιραία στην παγίδα της επανάληψης, υπονομεύοντας την πρωτοτυπία του πρώτου του βιβλίου.

Κείμενα ανάμεσα σε δοκίμιο και βιωματική λογοτεχνία έγραψε και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, που εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, στο βιβλίο του Για το σχολείο (Πόλις, 2017)[5].

Επίσης, ας θυμηθούμε και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του E. R. Braitwaite Στον κύριό μας με αγάπη (εκδ. Παπαδόπουλος), που εξιστορεί τις δυσκολίες ενός έγχρωμου δασκάλου σ’ ένα υποβαθμισμένο σχολείο του Λονδίνου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (το βιβλίο μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη).

Για να επανέλθουμε στον Ροθ, ο κεντρικός ήρωας Κόλμαν Σιλκ από το μυθιστόρημά του Το ανθρώπινο στίγμα (Πόλις, 2003), μια χαρακτηριστική περίπτωση εκπαιδευτικού (διακεκριμένος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και πρώην κοσμήτορας πανεπιστημίου), «δολοφονείται» τόσο επαγγελματικά όσο και ως χαρακτήρας από μία και μόνο λέξη που απηύθυνε σε μαθητή του, και που εκλήφθη ως ρατσιστική. Αν στο Η Ταπείνωση έχουμε την απώλεια μιας ικανότητας εργαζομένου, στο Το θέατρο του Σάμπαθ απώλεια του οργάνου της εργασίας (αρθρίτιδα), εδώ έχουμε την κηλίδωση (αν όχι τον αφανισμό) της υπόληψης του κεντρικού ήρωα αναφορικά με την εργασία του, κάτι στο οποίο θα στηθεί το στόρι του εν λόγω βιβλίου. Φυσικά μιλάμε στην προκείμενη περίπτωση για μυθοπλασία, ποιος όμως μας διαβεβαιώνει πως δεν έζησε κάτι ανάλογο και ο ίδιος ο Ροθ, σε άλλο βέβαια επίπεδο, ως καθηγητής λογοτεχνίας, παγιδευμένος από τη woke ατζέντα της εποχής του;

Κρατώ για το τέλος «Το σφραγιδάκι» από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Ιωάννου Η μόνη κληρονομιά (1974). Η ρουτίνα του εργασιακού περιβάλλοντος, η αίσθηση του πνιγμού, η ανελέητη γραφειοκρατία και τυπολατρία των δημόσιων οργανισμών την περίοδο της επταετίας, όλα παρμένα από την εμπειρία του Ιωάννου ως φιλολόγου, μεταφέρονται αριστοτεχνικά από τον μεγάλο πεζογράφο σε ένα κείμενο μόλις τριών σελίδων, από την πρώιμη συγγραφική του περίοδο.

 

 

«Κλειώ». Η περιπέτεια μιας καθηγήτριας μαθηματικών.

 

Σαν προέκταση της προηγούμενης κατηγορίας βιβλίων, δηλαδή λογοτεχνικά βιβλία εκπαιδευτικών για σχολεία και μαθητές, θα σταθώ σε ένα πρόσφατα τυπωμένο μυθιστόρημα των εκδόσεων Βακχικόν, που μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του. Πρόκειται για το Κλειώ της Λένας Χ. Δημητριάδου. Βρισκόμαστε στο 1985. Η εικοσιεννιάχρονη Κλειώ, πτυχιούχος μαθηματικών και με μάστερ διοίκησης επιχειρήσεων στο Λονδίνο (με άριστα και τα δύο πτυχία), δεν έχει την αντιμετώπιση που, βάσει των προσόντων της, φανταζόταν πως θα είχε στην επιχείρηση της Θεσσαλονίκης όπου εργαζόταν. Παραιτείται και διορίζεται ως μαθηματικός στη μέση εκπαίδευση στην κωμόπολη Γραμματικό. Στην αρχή νιώθει τελείως έξω από τα νερά της. Οι κτηριακές υποδομές του γυμνασίου άθλιες (ένα λεπτό κόντρα πλακέ χώριζε τις αίθουσες των μαθητών Α΄ και Β΄ δέσμης), ένα ζεύγος εκπαιδευτικών τής κάνει πόλεμο επειδή αναλαμβάνει έξτρα δραστηριότητες για να καλυτερέψει τους μαθητές της, «χαλώντας» έτσι την πιάτσα. Ο διευθυντής, αυστηρός και άκαμπτος, τη βάζει συχνά στη θέση της. Η σπιτονοικοκυρά της συμφεροντολόγα και κουτσομπόλα. Και μέσα σ’ όλα αυτά, τα παιδιά να μισούν, ως είθισται, τα μαθηματικά λέγοντάς τα «αναθεματικά». Παράλληλα οι φορτικοί γονείς της, που δεν ήθελαν η καλομαθημένη κόρη τους να ξενιτευτεί στην επαρχία για να διδάσκει χωριατόπαιδα, της κρατάνε μούτρα για την επιλογή της. Όμως η Κλειώ χάρη στην επιμονή και στη θέλησή της επιβιώνει, ζει κάτι σαν μια νέα φοιτητική ζωή στην επαρχία (κάτι που είχε στερηθεί λόγω των εντατικών σπουδών της) και βρίσκει τρόπους προσέγγισης των μαθητών της, καλυτερεύοντας τις επιδόσεις τους στο μάθημα που διδάσκει.

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και είναι αποκαλυπτικό των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένας πρωτοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός στην επαρχία. Η συγγραφέας, δίχως να διεκδικεί δάφνες θεματικής ή και υφολογικής πρωτοτυπίας, βαδίζοντας στα χνάρια του Μακ Κορτ (οι απόφοιτοι του Λυκείου του Γραμματικού θα τη θυμηθούν στα τριαντάχρονα της αποφοίτησής τους, στην απόληξη του βιβλίου), μας θυμίζει το «άδεια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία» του τραγουδιού του Σαββόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το βιβλίο προφανώς είναι βιωματικό (τους ίδιους ακριβώς ακαδημαϊκούς τίτλους της Κλειούς τούς διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, στο βιογραφικό της συγγραφέως, ενώ και οι λεπτομέρειες της σχολικής ζωής φανερώνουν άνθρωπο που εργάστηκε στην εκπαίδευση, γνωρίζοντας τα πράγματα από πρώτο χέρι), όμως, επιπλέον, είναι ειλικρινές, με πολλά διαλογικά μέρη και αρκετό χιούμορ. Στα ατού της συγγραφέως ο αυτοσαρκασμός (συνεχώς δικαιώνει τους μαθητές της που τους έδωσε την εντύπωση ξινής και βλοσυρής καθηγήτριας, προσπαθώντας απεγνωσμένα ν’ αλλάξει η ίδια ύφος και συμπεριφορά) και το όμορφο σκιτσάρισμα τύπων της επαρχίας της δεκαετίας του ενενήντα (εγγράμματων ή αγράμματων) όπου τη μιζέρια και την ερωτική τους στέρηση τη συμπληρώνουν απελπιστικά οι απαρχαιωμένες τους αντιλήψεις και οι ελάχιστες επιλογές διασκέδασης και ψυχαγωγίας που τους προσφέρει ο τόπος τους.

 

Π. Γ.

 

https://bookpress.gr/stiles/protaseis/26700-o-ergasiakos-xoros-os-logotexniki-thematiki-to-epaggelma-empneei-ti-mythoplasia-o-xoros-douleias-systinei-ti-diki-tou-dramatourgia 

 



[1] Παναγιώτης Γούτας, INDEX, τχ. 34, Σεπτ.-Οκτ. 2009 και Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων-Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. Νησίδες, 2011

[2] Παναγιώτης Γούτας, «Επιστροφή στη Βαβυλώνα» του Φιτζέραλντ & «Το κτήνος & Il Conde» του Κόνραντ: Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, book press, Ιούλιος 2025

[3] Παναγιώτης Γούτας, Ανατέμνοντας την ανθρώπινη μοίρα, book press, Ιούνιος 2012

[4] Παναγιώτης Γούτας, Παιδικές εκθέσεις και λογοτεχνία: Τρία ξεχωριστά βιβλία, book press, Φεβρουάριος 2022.

[5] Παναγιώτης Γούτας, «Τους μαθητές δεν τους αγαπάμε, τους διδάσκουμε», book press, Μάιος, 2017