Σαν
σήμερα, στις 19 Μαρτίου του 1933, είχε γεννηθεί ο Αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ
Ροθ, που έφυγε από τη ζωή τον Μάιο του 2018, σε ηλικία 85 χρονών. Στη μνήμη του
αναδημοσιεύω μια μικρή μελέτη μου για την επίδραση του Φραντς Κάφκα στο
συνολικό του έργο. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην book press στις
7 Φεβρουαρίου 2025.
֎
ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ,
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ
(μικρή μελέτη)
Ο
Φραντς Κάφκα, κατά πρώτο λόγο, και ακολούθως ο Σαίξπηρ, ο Τζόις και οι αρχαίοι
Έλληνες τραγικοί, αποτελούν τους θεμελιώδεις άξονες (ή έστω τους
σημαντικότερους) όχι μόνο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας αλλά και ολόκληρου του,
κατά Χάρολντ Μπλουμ, Δυτικού Κανόνα. Πάνω σ’ αυτούς βασίστηκε κι ένα πολύ
μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Φίλιπ Ροθ, παρότι
κάνει πολλές αναφορές σε σαιξπηρικά έργα και ήρωες σε αρκετά μυθιστορήματά του
(κυρίως στην Ταπείνωση), έχει πρωτίστως μελετήσει κι αφομοιώσει τον
Κάφκα, την αγάπη για το έργο του οποίου την έχει εκφράσει ποικιλοτρόπως. Τον
θεωρεί δάσκαλό του, κάτι που, κατά δήλωσή τους, συμβαίνει και με άλλους
μεγάλους Αμερικανούς συγγραφείς (Όστερ, Τσίβερ, Χέμινγουεϊ κ. α). Και αν,
συνοπτικά και απλοϊκά, προσδιορίσουμε το έργο του γερμανόφωνου Τσέχου συγγραφέα
με το τετράπτυχο: παραδοξότητα, ειρωνεία, ενοχικότητα και τραγικότητα
(δραματικότητα), ο Ροθ «πάτησε» στα παραπάνω συστατικά γραφής του Κάφκα στο
ακέραιο, μετεξελίσσοντάς τα κατά το δοκούν.
Από
τον Πόρτνοϊ μέχρι τον Μπάκυ Κάντορ
Το
στοιχείο της παραδοξότητας στο έργο του Κάφκα είναι ιδιαιτέρως εμφανές στο
πέμπτο κατά σειρά βιβλίο του Ροθ (πάντως όχι από τα καλύτερά του), που
τιτλοφορείται Το βυζί. Εδώ, ο καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας
Νταίηβιντ Κέπες ξυπνά κάποιο πρωί με αφύσικα συμπτώματα. Διαπιστώνει, χαμηλά,
στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων, κάποια αλλαγή χρώματος και μια
περίεργη αναγέννηση του δέρματός του. Είναι η απαρχή μιας ορμονικής μετάλλαξης,
που, σύντομα, θα τον μεταμορφώσει σ’ ένα τεράστιο βυζί. Τελικώς, η ηρεμία και η
αποκατάσταση αυτής της αφύσικης κατάστασης θα επέλθει όχι με την απεγνωσμένη
ερμηνεία του παράλογου διά της λογικής, αλλά με την ανάλυση, την ερμηνεία της νέας
κατάστασης και τελικώς με την αποδοχή και την ενσυναίσθηση. Ο Ροθ, εδώ, μας
αποκαλύπτει την υπαρκτή συγγραφική επίδραση που δέχτηκε από έργα όπως Η
μεταμόρφωση του Κάφκα αλλά και από το Η μύτη του Γκόγκολ. Εντούτοις
αυτή του η επίδραση φαντάζει προσχηματική. Το βιβλίο στερείται της υπαρξιακής
έντασης και του βάθους του Γκρέγκορ Σάμσα, που μεταμφιέζεται διά χειρός Κάφκα
σε κατσαρίδα, ωστόσο είναι μια προσέγγιση παιγνιώδης και χιουμοριστική από
μεριάς του Ροθ πάνω στο στοιχείο της παραδοξότητας. Η σκοτεινή και ανερμήνευτη
παραδοξότητα του Κάφκα μεταλλάσσεται στο συγκεκριμένο βιβλίο του Ροθ σ’ ένα
φωτεινό αστείο. Ένα αστείο με λυτρωτικές, ωστόσο, συνέπειες για τον ήρωά του
αλλά και για τον περίγυρό του.
Άλλο σημείο επίδρασης του έργου του Κάφκα
στον Ροθ είναι το στίγμα του ενοχικού. Εύστοχα ο μελετητής (και μεταφραστής)
του Ροθ, Ηλίας Μαγκλίνης, επισημαίνει στο επίμετρο του Ανθρώπινου στίγματος
(Πόλις, 2003, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου) πως το στίγμα του ενοχικού που
κουβαλούν αρκετοί ήρωες του Ροθ, ανάγεται απευθείας (και πρωτίστως) στον Κάφκα.
Ως παραδείγματα, μάλιστα, ακραίων ενοχικών ηρώων του Ροθ αναφέρει τον Μίκι
Σάμπαθ (Το θέατρο του Σάμπαθ, Πόλις, 2013, μτφρ. Ανδρέας Βαχλιώτης), που
όταν κάνει έρωτα, δέχεται επισκέψεις απ’ το φάντασμα της νεκρής μάνας του, αλλά
και τον Εβραίο Πόρτνοϊ (Το σύνδρομο Πόρτνοϊ, Πόλις, 2008, μτφρ.
Αλέξανδρος Κυριακίδης), που νιώθει ενοχικά απέναντι στη μητέρα του, μετά το σεξ
με χριστιανές, «σίκσα» κατά την εβραϊκή ορολογία. Ανάλογα ενοχικά συναισθήματα
παιδιών προς τους γονείς τους θα συναντήσουμε και στην Μπρέντα Πάτιμκιν (Αντίο
Κολόμπους) αλλά και στον Ζούκερμαν-Τάρνοπολ, που η κακή συναισθηματική
κατάσταση των γονιών του για τον ολέθριο γάμο του επιστρέφει ακέραια και στον
ίδιον (Η ζωή μου ως άντρα). Σκέφτομαι πως και πολλοί ακόμη τραγικοί
ήρωες του Ροθ, που ήρθαν στη ζωή τους αντιμέτωποι με την «αυτοκρατορία του
απρόοπτου», ανάγονται απευθείας στο τραγικό στοιχείο της γραφής (και γραμμής)
Κάφκα. Ο Σιμούρ Λιβόβ (Αμερικανικό ειδύλλιο), ο Μάρκους Μέσνερ (Αγανάκτηση),
ο Άιρα Ρίνγκολντ (Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή) και ο Μπάκυ Κάντορ (Νέμεσις)
είναι δομημένοι και σφυρηλατημένοι με καφκικού τύπου σκοτεινή ύλη. Στην
περίπτωση, μάλιστα, των τεσσάρων παραπάνω προσώπων δεν υπάρχει φίλτρο (και
περιθώρια) διακωμώδησης, ειρωνείας ή βιτριολικού χιούμορ (περίπτωση Σάμπαθ και
Πόρτνοϊ) για να μιλήσουμε για συνειδητή μετεξέλιξη από το τραγικό προς το
ιλαροτραγικό ή προς το κωμικό. Ο Λιβόβ, ο Μέσνερ, ο Ρίνγκολντ και ο Κάνταρ
είναι ατόφια τραγικοί, καφκικού τύπου ήρωες, που δεν σηκώνουν εκ μέρους του Ροθ
διακωμώδηση ή χιούμορ, ούτε στο ελάχιστο.
Τέλος, για να αναλύσουμε περαιτέρω την
καφκική επίδραση στο λογοτεχνικό έργο του Ροθ, χρειάζεται νομίζω μια αναφορά
και στο πατρικό πρότυπο, που ο Ροθ ξεδιπλώνει κι αναπτύσσει σε πολλά του
βιβλία. Κατά κύριο λόγο στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Πατρική κληρονομιά
(Πόλις, 2012, μτφρ. Τάκης Κιρκής) και δευτερευόντως σε πολλά άλλα βιβλία του (Ζούκερμαν
Δεσμώτης, Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής, Αγανάκτηση κ. ά.). Εδώ, το
πατρικό πρότυπο παρουσιάζεται αρχέγονο, αυστηρό, ιδιότροπο, απόλυτο, εμμονικό,
οριακά χειριστικό μέσα στην οικογένεια, κι απέναντί του έχει, σχεδόν πάντα,
έναν γιο επιφυλακτικό, υπομονετικό, ανεκτικό, αναποφάσιστο, συχνά φοβικό κι
ενοχικό, στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην πεζογραφία του Κάφκα. Ακόμα κι αν
οι πατεράδες των βιβλίων του Ροθ δεν τιμωρούν και δεν οδηγούν στη παράνοια ή
στην αυτοκτονία τα παιδιά τους, όπως συμβαίνει στο έργο του Κάφκα.
Αναφορές
στον Κάφκα μέσα από βιβλία του Φίλιπ Ροθ
Εκτενείς
αναφορές στον Κάφκα εντόπισα σε 5 λογοτεχνικά βιβλία του Ροθ. Τη μερίδα του
λέοντος καταλαμβάνουν οι περίπου 33 συνολικά σελίδες τού Ο καθηγητής του
πόθου (Πόλις, 2006, μτφρ. Νίκος Παναγιωτόπουλος), που αφορούν αποκλειστικά
τον Κάφκα. Ο καθηγητής Κέπες (που πρωταγωνιστεί και στο Βυζί), που
μελετά και διδάσκει τον Κάφκα στους φοιτητές του (όρα Ροθ), επισκέπτεται την
Πράγα όταν έχει καταπνιγεί η «Άνοιξη της Πράγας» κι όταν έχει, ήδη, ολοκληρωθεί
η σοβιετική εισβολή. Ταξιδεύει για να αποτίσει φόρο τιμής στον αγαπημένο του
Κάφκα κι όχι τόσο για να κριτικάρει ή να σχολιάσει το πολιτικό καθεστώς της,
τότε, Τσεχοσλοβακίας. Γράφει ο Ροθ (σ. 209): «Από τότε που οι Ρώσοι κατέλαβαν
την Τσεχοσλοβακία, ο Κάφκα είναι ένας παράνομος συγγραφέας, ο παράνομος
συγγραφέας». Ο Κέπες ηρεμεί από τον ολοκληρωτικό εφιάλτη της Πράγας μόνο όταν
επισκέπτεται τον τάφο του Κάφκα. Λυτρώνεται μ’ αυτήν του την επίσκεψη, όπως
λυτρώνεται κάποιος από μια παλιά ερωτική σχέση. Αυτή η επίσκεψη στον τάφο του
αγαπημένου του συγγραφέα, παρότι υπονοείται από τον συγγραφέα πως το όνομα του
Κάφκα εμπορευματοποιήθηκε ακόμη και από τους υποστηρικτές της κομμουνιστικής
ιδεολογίας, του δίνει το κίνητρο και την ώθηση να συνειδητοποιήσει, στις
τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, το οδυνηρό τέλος της ερωτικής του σχέσης
με την Κλερ. Ο Κάφκα, δηλαδή, γίνεται καταλύτης για την αυτογνωσία του
ήρωα-αφηγητή. Επιπροσθέτως, η μορφή και η ψυχή του Εβραίου Κάφκα (η καρδιά της
ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, θα τολμούσα να πω) συνηγόρησε τα μέγιστα στην εκ
θεμελίων μεταμόρφωση του Ροθ απέναντι στους ομοθρήσκους του, σε σχέση με το Το
σύνδρομο Πόρτνοϊ, όπου ο είρωνας και καυστικός Πόρτνοϊ βρίσκεται στον
αντίποδα τού ευσεβή, παραδοσιακού Εβραίου Ροθ-Κέπες τού Καθηγητή του πόθου.
Εν κατακλείδι, ο Κάφκα και το ταξίδι τού Ροθ-Κέπες στην Πράγα είναι το
αλατοπίπερο που νοστιμίζει και αναδεικνύει σε σημαντικό το εν λόγω μυθιστόρημα.
Στις σσ. 211-212 του μυθιστορήματος Ο
καθηγητής του πόθου γράφει ο Ροθ:
«Τάφοι αμέτρητοι, αλλά μονάχα εκείνος του
Κάφκα μοιάζει φροντισμένος. Οι άλλοι νεκροί μοιάζει να μην έχουν επιζώντες εδώ
γύρω να ξεχορταριάσουν τους τάφους τους και να κόψουν τον κισσό που αγκαλιάζει
τα κλαριά των δέντρων, σχηματίζοντας μια πυκνή κρεβατίνα που συνδέει το μνήμα
τού ενός αφανισμένου εβραίου με το διπλανό του. Μονάχα ο άκληρος εργένης
φαίνεται να ’χει ζωντανούς απογόνους. Πού θα ’βρισκε πιο πρόσφορο έδαφος η
ειρωνεία, αν όχι στον τάφο του Franze Kafky;».
Στο βιβλίο Το ζώο που ξεψυχά
(Πόλις, 2002, μτφρ. Γιώργος Τσακνιάς) ο καθηγητής Κέπες προσεγγίζει ερωτικά την
Κονσουέλα, την εικοσιτετράχρονη φοιτήτριά του που θα φέρει τα πάνω κάτω στην
ερωτική του ζωή, αφήνοντάς την να πιάσει στα χέρια της ένα χειρόγραφο του
Κάφκα. Λίγο μετά τη γνωριμία τους, η Κονσουέλα στέλνει σημείωμα στον καθηγητή
και του γράφει, μεταξύ άλλων (σ.25):
«Ήταν πολύ ωραία που με καλέσατε στο
πάρτι, που είδα το υπέροχο διαμέρισμά σας, την εκπληκτική βιβλιοθήκη σας, που
κράτησα στα χέρια μου το χειρόγραφο του ίδιου του Φραντς Κάφκα…»
Στο βιβλίο Ο συγγραφέας φάντασμα
(σσ.167-168) ο Νέιθαν Ζούκερμαν (άλλο προσωπείο του Ροθ) σκέφτεται για την Έιμυ
Μπέλετ, που σχετίζεται με τον συγγραφέα Λόνοφ, στο σπίτι του οποίου ο ίδιος
διαμένει:
«…Είναι σαν μια παθιασμένη μικρότερη
αδελφή του Κάφκα, σαν τη χαμένη του κορούλα – υπάρχει συγγένεια ακόμη και στο
πρόσωπο. Νομίζω. Τα πατάρια και οι ντουλάπες του Κάφκα, οι κρυμμένες σοφίτες
όπου αποδίδονται τα κατηγορητήρια, οι συγκαλυμμένες πόρτες – καθετί που εκείνος
είχε ονειρευτεί στην Πράγα ήταν για εκείνη πραγματικότητα, αληθινή ζωή στο
Άμστερνταμ. Αυτά που εκείνος επινόησε, εκείνη τα υπέστη. Θυμάστε την πρώτη
πρόταση από τη Δίκη; Μιλούσαμε γι’ αυτήν χθες βράδυ, ο κ. Λόνοφ κι εγώ. Θα
μπορούσε να είναι το επίγραμμα του βιβλίου της. “Κάποιος πρέπει να είχε
διαβάλει την Άννα Φ., διότι ένα πρωί, χωρίς να έχει κάνει τίποτα το επιλήψιμο,
βρέθηκε υπό κράτηση”».
Στο Μάθημα ανατομίας (σ. 543)
γράφει ο Ροθ:
«Η Νταϊάνα είναι εξυπνότερη, η Τζένη είναι
καλλιτέχνις, η Γιάγκα στ’ αλήθεια υποφέρει. Και με την Γκλόρια αισθάνομαι στην
κυριολεξία σαν τον Γκρέγκορ Σάμσα να περιμένει όρθιος κάτω απ’ το ντουλάπι της
κουζίνας να του δώσει η αδελφή του το μπολ με την άνοστη σούπα».
Τέλος, πολλές αναφορές στο όνομα του Κάφκα
και της Πράγας έχουμε και στο Το όργιο της Πράγας, κυρίως διά στόματος
της Όλγκας, μιας παρακμιακής Τσέχας
καλλιτέχνιδας, από την οποία ο Νέιθαν Ζούκερμαν φιλοδοξεί να πάρει πίσω το
βιβλίο του πρώην άντρα της, που ήταν γραμμένο στα γίντις, στη γλώσσα, δηλαδή,
των Εβραίων της Κεντρικής Ευρώπης. Αντιγράφω ενδεικτικά από τη σ. 696. Μιλά ο
Ζντένεκ Σισόφσκι:
«Η αίσθηση που είχε ο Κάφκα, αν μου
επιτρέπεται, ότι δεν είχε πατρίδα ήταν ένα τίποτα μπροστά σε ό,τι ένιωθε ο
πατέρας μου. Ο Κάφκα είχε τουλάχιστον τον δέκατο ένατο αιώνα μες στο αίμα του –
όλοι οι Εβραίοι της Πράγας τον είχαν. Ο Κάφκα ανήκε στη λογοτεχνία, αν μη τι
άλλο. Ο πατέρας μου δεν ανήκε πουθενά».
Τα τρία παραπάνω βιβλία του Ροθ (Ο
συγγραφέας-φάντασμα, Μάθημα ανατομίας και Το όργιο της Πράγας) μαζί
με το Ζούκερμαν λυόμενος, συναποτελούν τον Ζούκερμαν δεσμώτη
(τριλογία και επίλογος) [Πόλις, 2004, μτφρ. Σπύρος Βρετός]. Το Όργιο της
Πράγας, σ’ αυτό το βιβλίο, ενέχει θέση επιλόγου.
Φαίνεται πάντως πως η εμμονή του Ροθ με
τον Κάφκα γιγαντώθηκε την περίοδο που χρησιμοποιούσε ο ίδιος το προσωπείο του
καθηγητή Κέπες (Το βυζί, Ο καθηγητής του πόθου και Το ζώο που ξεψυχά).
Ίσως γιατί αυτό του το προσωπείο ταυτίστηκε περισσότερο με την ακαδημαϊκή
καριέρα του στο πανεπιστήμιο, όπου ο ίδιος δίδασκε τον Κάφκα στους φοιτητές
του, αλλά και με την εποχή που έγραφε τα δοκίμιά του για τον Κάφκα.
Αναφορές
στον Κάφκα μέσα από δοκίμια του Ροθ
Ο
Ροθ σε συνέντευξή του του 1969 στον Τζωρτζ Πλίμπτον αναφορικά με το Σύνδρομο
Πόρτνοϊ (Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους, δοκίμια, Πόλις, 2014,
μτφρ. Κατερίνα Σχινά) μας πληροφορεί πως το χρονικό διάστημα που εκκολαπτόταν
το παραπάνω βιβλίο στο μυαλό του, δίδασκε Κάφκα κάθε εβδομάδα στο πανεπιστήμιο
της Πενσυλβάνιας. Αναφέρει πως «μόνο όταν συνέλαβα την ενοχή ως κωμική ιδέα,
άρχισα να αισθάνομαι ότι είχα απελευθερωθεί για τα καλά από το τελευταίο μου
βιβλίο και από τις παλιές μέριμνες» (σ. 37)
Σε άλλη, πάλι, συνέντευξή του αναφορικά με
το Βυζί, αντιπαραβάλει τον τρόπο γραφής της νουβέλας του μ’ εκείνον της Μεταμόρφωσης,
λέγοντας πως ενώ ο Κάφκα μάς λέει από την πρώτη σελίδα του βιβλίου του πως «δεν
είναι όνειρο», ο ίδιος προχωρεί μέσα από το Βυζί «μέσα από την
προσπάθεια ν’ αντιμετωπίσει τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις που ενδέχεται
να προβάλει ένας σκεπτικιστής αναγνώστης στο κλίμα του φανταστικού, το οποίο
έχω δημιουργήσει» (σ. 87). Άλλωστε, κατά Ροθ: «Η διαύγεια της Μεταμόρφωσης
είναι το στοιχείο εκείνο που της προσδίνει τη δύναμή της. Η στρατηγική (και η
ευφυΐα) του Κάφκα είναι ότι αντιστέκεται στην ερμηνεία, ακόμη και της
υψηλότερης τάξης, την ίδια ακριβώς στιγμή που την προκαλεί. Οποιοδήποτε
διανοητικό εργαλείο και αν χρησιμοποιήσεις για να προσεγγίσεις την ιστορία του
Κάφκα, ποτέ δεν επαρκεί για να εξηγήσει τη γοητεία της» (σ. 88). Σκέψεις και
απόψεις του Ροθ, που ωστόσο δεν τον απέτρεψαν από το να γίνει διδακτικός και
κάπως ηθικολόγος στις τελευταίες σελίδες του Βυζιού.
Τέλος, δύο δοκίμια του Ροθ, που
περιέχονται στο ίδιο βιβλίο (Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους)
περιστρέφονται, το πρώτο εμμέσως, το δεύτερο σχεδόν αποκλειστικά, γύρω από το
πρόσωπο και το έργο του Κάφκα.
Το πρώτο, που τιτλοφορείται «Ο δικός μας
Πύργος», υπαγορεύτηκε από την ανακοίνωση του προέδρου Φορντ (8/9/1974) ότι
παρέχει ανεπιφύλακτα συγγνώμη στον προκάτοχό του (Νίξον) για οποιοδήποτε
αδίκημα ενδεχομένως είχε διαπράξει όταν ήταν πρόεδρος των Η.Π.Α. Ο Ροθ θεώρησε
αυτήν την απόφαση του προέδρου Φορντ εξωφρενική κι ακατανόητη. Γράφει:
«Βρισκόμαστε μέσα σε κάτι που θυμίζει τον κόσμο του καφκικού Πύργου» (σ. 301).
Ενώ παρακάτω αναφωνεί σαρκαστικά: «Κάφκα! Διατί να μη ζείτε σήμερον! Ο Λευκός
Οίκος έχει άμεσον χρείαν νέου Γενικού Γραμματέως Τύπου και Πληροφοριών» (σ.
303). Γενικά το δοκίμιο αυτό του Ροθ παίζει με την, τότε, ιλαρή πολιτική
πραγματικότητα των Η.Π.Α., παραλληλίζοντας την με τη Δίκη και τον Πύργο
του Κάφκα, αναδεικνύοντας, έτσι, τον γελοίο αλλά και σκοτεινό χαρακτήρα της
πολιτικής εξουσίας. Ποιος να γνωρίζει τι θα σκεφτόταν και τι θα έγραφε σήμερα ο
Ροθ για τη δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ και για τη φιέστα της ορκωμοσίας
του, που, λόγω θανάτου, δεν είχε την «τύχη» να τα απολαύσει;
Το δεύτερο δοκίμιο έχει έκταση περίπου 30
σελίδων, τιτλοφορείται «Ήθελα πάντα να θαυμάζετε τη νηστεία μου ή Μια ματιά
στον Κάφκα», γράφτηκε το 1973 για τους φοιτητές Αγγλικής Λογοτεχνίας, τάξη 275,
στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας και μπορεί να σταθεί και ως εκτενές διήγημα,
κομματιασμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου έχουμε μια
γλαφυρή, διά στόματος Ροθ, αναπαράσταση της ζωής, των ερώτων και του έργου του
Κάφκα. Ξεχωρίζει η εκπληκτική περιγραφή των χαρακτηριστικών του προσώπου του Κάφκα,
όπως είναι διατυπωμένη στην πρώτη παράγραφο της σ. 367. Στο δεύτερο μέρος ο Ροθ
φαντάζεται τον Κάφκα, εν έτει 1942, να μην έχει πεθάνει, να είναι πενήντα εννέα
ετών και να τον έχει δάσκαλο στο Νιούαρκ. Οι συμμαθητές του θα του είχαν βγάλει
κάποιο αστείο παρατσούκλι, όπως για παράδειγμα δρ. Κίσκα, που, στα εβραϊκά,
σημαίνει «εντόσθια». Ο πρόσφυγας καθηγητής θα συγχρωτιζόταν με τα παιδιά του
σχολείου και θα γνώριζε την οικογένεια Ροθ. Μυθοπλαστικό εύρημα, συναφές με την
παραδοξότητα της ζωής και με το έργο του Κάφκα, γραμμένο με την τεχνική του
«what if….», που ο Ροθ χρησιμοποίησε σε κάποια του κείμενα αλλά και σε ολόκληρα
βιβλία του (Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής).
Συμπερασματικά
Ο
μεγάλος Αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας Χάρολντ Μπλουμ (1930-2019), στο
σύγγραμμά του Πώς και γιατί διαβάζουμε (Τυπωθήτω, 2004, μτφρ. Κατερίνα
Ταβαρτζόγλου) συγκαταλέγει τον Ροθ (μαζί με τον Κόρμαν Μακάρθυ) στους
σαιξπηρικούς μυθιστοριογράφους που πλάθουν χαρακτήρες που αλλάζουν (σ. 207). Ο
χαρακτηρισμός «σαιξπηρικός μυθιστοριογράφος» θεωρείται τίτλος τιμής για κάθε
συγγραφέα, αν συνυπολογίσουμε πως ο Μπλουμ θεωρεί τον Σαίξπηρ μεταξύ των
βασικών θεμελιωτών αυτού που ο ίδιος είχε ορίσει ως Δυτικό Κανόνα – ίσως τον
σημαντικότερο. Θα τολμούσα να προσθέσω για την περίπτωση του Ροθ και τον
χαρακτηρισμό «καφκικός μυθιστοριογράφος», δίχως αυτό να αναιρεί ή να
αποδυναμώνει την αναφορά και την εκτίμηση του Μπλουμ, ακόμα κι αν ο ίδιος ο Ροθ
θεωρούσε όλα τα φραστικά δίπολα με τη λέξη «καφκικός» ως φιλολογικά κλισέ.
Ίσως, πάντως, αυτό το «κλισέ», λειτουργώντας συμπληρωματικά, να προσδιορίζει
ακριβέστερα και να εμπλουτίζει τα συστατικά γραφής του Αμερικανού συγγραφέα,
αλλά και τις εμμονές που ο τελευταίος είχε αναφορικά με τη ζωή και τα
«αλλόκοτα» γεγονότα των βιβλίων του Τσέχου συγγραφέα.
Παναγιώτης Γούτας
Βιβλιογραφία
Φίλιπ Ροθ, Ζούκερμαν Δεσμώτης
(τριλογία και επίλογος), μυθιστόρημα, μτφρ. Σπύρος Βρετός, Πόλις, 2004
Φίλιπ Ροθ, Το βυζί, γράμματα, μτφρ.
Αλεξάνδρα Κοντού, 1984
Φίλιπ Ροθ, Ο καθηγητής του πόθου,
μυθιστόρημα, μτφρ. Νίκος Παναγιωτόπουλος, Πόλις, 2006
Φίλιπ Ροθ, Πατρική κληρονομιά (μια
αληθινή ιστορία), μτφρ. Τάκης Κιρκής, Πόλις, 2012
Φίλιπ Ροθ, Διαβάζοντας τον εαυτό μου
και άλλους, δοκίμια, μτφρ.-σημειώσεις Κατερίνα Σχινά, Πόλις, 2014
Ηλίας Μαγκλίνης, «Ο Φίλιπ Ροθ και το
στίγμα του περιπλανώμενου Ιουδαίου», επίμετρο στο Το ανθρώπινο στίγμα,
σσ. 457-491 του βιβλίου
Harold Bloom, Πώς και γιατί διαβάζουμε,
μτφρ. Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, Τυπωθήτω, 2004
Παναγιώτης Γούτας, Κήπος
βιβλίων-Διαβάζοντας Θεσσαλονικείς και Αμερικανούς πεζογράφους, δοκίμια,
Νησίδες, 2023
(δημοσιεύτηκε
στην book
press στις
7 Φεβρουαρίου 2025· μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο και στον ηλεκτρονικό
σύνδεσμο https://bookpress.gr/stiles/eponimos/22140-frants-kafka-o-daskalos-tou-filip-roth )
ΤΑ ΚΕΛΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
Τζον Τσίβερ, Φάλκονερ, μυθιστόρημα, μτφρ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, Καστανιώτης, 2014
Φραντς Κάφκα, Η ετυμηγορία, διήγημα, επίμετρο-χρονολόγιο Καρολίνα Μέρμηγκα, Μελάνι, 2014
Καθένας ζει πίσω από κάγκελα
που κουβαλάει μέσα του.
Φραντς Κάφκα
Τι ενώνει τον, εκ των κορυφαίων Ευρωπαίων λογοτεχνών, Φραντς Κάφκα με τον Αμερικανό πεζογράφο Τζον Τσίβερ; Ίσως, φαινομενικά, ελάχιστα πράγματα, αφού και οι δύο έζησαν σε άλλες εποχές και σε άλλες ηπείρους. Ίσως, όμως, και πάρα πολύ περισσότερα από όσα φαντάζεται κάποιος ανυποψίαστος αναγνώστης. Ο Τσίβερ γεννήθηκε το 1912, τη χρονιά που ο Κάφκα έγραφε την Ετυμηγορία του – νά ένα κοινό σημείο αναφοράς ανάμεσά τους. Κάφκα και Τσίβερ έζησαν και οι δυο βασανισμένες ζωές– ο πρώτος πεθαίνει νεότατος, ψυχικά διαταραγμένος και με τη φυματίωση να έχει προσβάλει σχεδόν όλο το σώμα του (και τον λάρυγγά του), δίχως να μπορέσει να συμφιλιωθεί ποτέ του με τον πατέρα του. Ο Τσίβερ πεθαίνει από καρκίνο στα εβδομήντα του, περνώντας πολλά προβλήματα υγείας λόγω του αλκοολισμού του (κλείστηκε και σε κέντρο αποτοξίνωσης το 1975) με μόνιμο συμπότη του τον εξίσου σπουδαίο διηγηματογράφο Ρέιμοντ Κάρβερ (επίσης αλκοολικό και με τσακισμένη οικογενειακή ζωή) και ζώντας μεγάλες οικογενειακές καταρρεύσεις και προβλήματα.
Άλλο κοινό σημείο τους, ο σεβασμός που έτρεφε μια πλειάδα σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων στον, προγενέστερο εκείνων, Κάφκα, στην τραγικότητα της ζωής του οποίου (ιδωμένη μέσα από τα βιβλία του) αναγνώριζαν τον ίδιο τους τον εαυτό – όλοι οι σύγχρονοι μεγάλοι Αμερικανοί συγγραφείς νιώθουν δέος απέναντι στον Κάφκα, ο Φίλιπ Ροθ μάλιστα (ίσως ο τελευταίος των πολύ σπουδαίων) σε πρόσφατα τυπωμένο στα ελληνικά βιβλίο με δοκίμιά του (Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους, εκδ. Πόλις), εξαίρει σε συγκεκριμένο κείμενο την λογοτεχνική αξία του Φραντς Κάφκα. Το σημαντικότερο σημείο σύγκλισης όμως του Κάφκα με τον Τσίβερ είναι η βαθιά αίσθηση του εγκλεισμού, της φυλάκισης στα κάγκελα της ψυχής και της ζωής, αυτό το πνιγηρό, ωστόσο εξαιρετικά δημιουργικό από λογοτεχνικής άποψης, αίσθημα της απομόνωσης σε κάποιο κελί, είτε μιας πραγματικής ή μιας φανταστικής φυλακής όπως ο Τσίβερ, είτε κάτω από την επιρροή ενός δεσμοφύλακα πατέρα που εξουσιάζει και συνθλίβει την προσωπικότητα του γιου του, όπως συνέβη με την περίπτωση του Κάφκα, στην Ετυμηγορία του.
Η ευτυχία του Τσίβερ
Ας ξεκινήσουμε από τον πιο σύγχρονο των δύο, τον Τζον Τσίβερ, και το μυθιστόρημά του Φάλκονερ. Είναι το δεύτερο βιβλίο του Τσίβερ που μεταφράζεται στα ελληνικά – προηγήθηκε η εξαιρετική συλλογή διηγημάτων Ο κολυμβητής, και άλλες ιστορίες που τυπώθηκε από τον «Καστανιώτη», το 2013. Για την ιστορία, ο Κολυμβητής γυρίστηκε και κινηματογραφική ταινία το 1968, με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάνκαστερ στον ρόλο ενός κολυμβητή πισινών, ο οποίος κολυμπώντας από πισίνα σε πισίνα θα ανακαλύψει όλη την τραγικότητα και την πίκρα μιας κοινωνίας που δεν παρείχε κανένα αίσθημα ελπίδας και καμία λύτρωση στους ανθρώπους. Επανέρχομαι στο Φάλκονερ. Για να γράψεις πειστικά για τη ζωή στη φυλακή, θα πρέπει, κάποια στιγμή της ζωής σου, να υπήρξες έγκλειστος (εδώ, ας θυμηθούμε και την περίπτωση του Γιώργου Κάτου, με τη συλλογή του Τα καλά παιδιά, για την οποία γίνεται λόγος σε άλλο δοκίμιο του βιβλίου). Οι λογοτέχνες, βέβαια, είναι νομοταγείς και κόσμιοι χαρακτήρες, οπότε μάταιος ο κόπος. Από την άλλη, ένας φυλακισμένος, σπανίως να εκδηλώσει λογοτεχνικές αρετές για να καταγράψει την εμπειρία του, γιατί αν έγραφε, κατά κανόνα δεν θα ήταν παραβατικός. Αυτή η δυσαρμονία που προκύπτει, αυτό το προβληματικό δίπολο ανάμεσα σε «φυλακή» και «λογοτεχνία», λύνεται μόνο αν σε λένε Τζον Τσίβερ. «Φάλκονερ» είναι το όνομα ενός σωφρονιστικού ιδρύματος όπου φυλακίζεται ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και ηρωινομανής, εθισμένος στη μεθαδόνη, για τον φόνο του αδελφού του. Οι δεσμοφύλακές του καθημερινά τού κάνουν τον βίο αβίωτο, ενώ συναντά και συναναστρέφεται με ποικίλους βίαιους, διαταραγμένους ή αλλοπρόσαλλους συγκρατούμενούς του. Κατά διαστήματα, στη φυλακή, επισκέπτεται τον Φάραγκατ η σύζυγός του, η Μάρσια, η οποία τον αντιμετωπίζει με ανάμικτα συναισθήματα αηδίας, κυνισμού, αγάπης, αφοσίωσης και απαξίωσης. Οι μνήμες από τα παιδικά του χρόνια αλλά και από τον διαταραγμένο γάμο του έρχονται βασανιστικά στον νου του ήρωα μέσα στην κόλαση της φυλακής. Παρόλα αυτά, ο Φάραγκατ δίνει μια μεγάλη μάχη, πρωτίστως με τον εαυτό του, για να διαφυλάξει την ανθρωπιά του και την αξιοπρέπειά του μέσα στην ανελέητη βαρβαρότητα της φυλακής, όπου είναι κλεισμένος. Το Φάλκονερ θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, ενώ ο Σολ Μπέλοου σχολίασε σχετικά: «Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τι συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική». Το Φάλκονερ του Τσίβερ, που ανήκει στη λογοτεχνική κατηγορία των βιβλίων του «βρόμικου ρεαλισμού», είναι ένα βαθιά βιωματικό βιβλίο. Ο Τσίβερ έζησε έγκλειστος σε Κέντρο αποκατάστασης για το αλκοόλ, είχε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα με τη σύζυγό του, έναν ταραχώδη γάμο, η σχέση με τον αδελφό του ήταν καθοριστική για τη ζωή του (ο βιογράφος του, Μπλέικ Μπέιλι, άφησε υπαινιγμούς ακόμη και για αιμομικτική σχέση), ενώ πάλευε, όπως και ο Φάραγκατ του βιβλίου, να ξεπεράσει την ομοφυλοφιλία του. Πέρα από όλα αυτά όμως, το Φάλκονερ, αντιπροσωπεύει και εκφράζει τον εγκλεισμό της ζωής, τη φυλακή της ψυχής και του σώματος, και στο τέλος γίνεται σύμβολο ελευθερίας όλων των τυραννισμένων ψυχών που στενάζουν κάτω από την πατούσα του δεσμοφύλακά τους.
Η ενοχή του Κάφκα
Αν όμως στο Φάλκονερ του Τσίβερ η τελευταία λέξη του μυθιστορήματος είναι «ευτυχία» και η απόληξη έχει αίσιο χαρακτήρα, η απόληξη της Ετυμηγορίας του Κάφκα είναι ολότελα διαφορετική και απολύτως τραγική. Ο δεσμοφύλακας πατέρας, που περιφρονεί τον επικείμενο γάμο του γιου του και τον ταπεινώνει, στο τέλος κατορθώνει να τον εξοντώσει, παρότι πολύ εύστοχα στο επίμετρό της η Καρολίνα Μέρμηγκα αναρωτιέται για το τι ήταν τελικά ο Γκέοργκ, ο ήρωας της Ετυμηγορίας: «Αθώος καταδιωκόμενος ή διαβολικό ανθρώπινο ον;» Το σύντομο διήγημα του Κάφκα κινείται πάνω σε τέσσερις άξονες, που συνοψίζουν τις αγωνίες και εμμονές όλως των βιβλίων του, αφού αποτελούν δομικά στοιχεία όλων των ιστοριών του. Πρώτον η απέχθεια του Κάφκα για τον γάμο, αφού το σπίτι και ο έγγαμος βίος για τον ίδιο ισοδυναμούσε με φυλακή. Ο Κάφκα, βέβαια, κατά βάθος επιθυμούσε να αποδράσει από τη γονεϊκή φυλακή. Δεν ενδιαφερόταν στα σοβαρά να νυμφευθεί. Στην ουσία, όπως ωραία το θέτει και η Μέρμηγκα, «μια ζωή, επιθυμούσε μια γυναίκα που θα αγαπούσε το γράψιμό του». Δεύτερος άξονας ο εσωτερικός πόλεμος που είχε κηρύξει ο Κάφκα με τον εαυτό του. Στην Ετυμηγορία ο Κάφκα περιγράφει έναν πόλεμο. Ξεπερνώντας κατά πολύ το «είμαι ένας άλλος» του Rimbaud, μιλάει συχνά στους άλλους για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο. Ο φίλος του, στην Ετυμηγορία, που ζει στο εξωτερικό και στον οποίον διστάζει να αποκαλύψει πως αρραβωνιάζεται, είναι ένα άλλο προσωπείο ή, καλύτερα, ένας άλλος εαυτός του Κάφκα. Η Καρολίνα Μέρμηγκα αναφέρει στη σ. 50 του επιμέτρου: «Ο πόλεμος του Κάφκα εναντίον του εαυτού του ήταν μια αέναη δίκη που τελείωνε πάντα με την ίδια, αμετάκλητη ετυμηγορία: Ένοχος». Τρίτος άξονας του διηγήματος η επιθυμία για θάνατο. Για τον Κάφκα ο φόβος του θανάτου ήταν και πηγή απόλαυσης. Ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται βλέποντας τον ήρωα στο τέλος να πεθαίνει αναφωνώντας πως ακόμα αγαπά πολύ τους γονείς του. Η κριτική σχολίασε για το εν λόγω σημείο του διηγήματος πως ο σαδισμός και η σκληρότητα του δεσμοφύλακα πατέρα τελικώς υπερισχύει της υποταγής και της δοτικότητας της γυναίκας με τη οποίαν ο Γκέοργκ σκόπευε να αρραβωνιαστεί. Τέλος, η μορφή του πατέρα, που δεσπόζει και κυριαρχεί στο διήγημα απέναντι στον γιο του. Τρομακτικός, απειλητικός, αυταρχικός, πηγή ενοχών, οργής και τύψεων. Ο Κάφκα αδυνατεί να κερδίσει την αποδοχή του πατέρα του, αλλά δεν είναι παράλληλα και σε θέση να κρίνει το πόσο ακατάλληλος ήταν ως πατέρας. Σέβεται τον πατέρα του μέχρι τέλους, τιμάει τη σχέση του μαζί του, ακόμη κι αν όλο αυτό τον οδηγεί στον θάνατο.
Τσίβερ και Κάφκα έζησαν σε κελιά της ζωής, έγκλειστοι της σκοτεινής ψυχής τους και των τραυματικών βιωμάτων και εμπειριών που κουβαλούσαν μέσα τους. Το γράψιμο, η συγγραφή, η λογοτεχνία είχαν ευεργετική και καταπραϋντική δράση και επίδραση επάνω τους. Ακόμα κι αν, στα περί ου ο λόγος βιβλία τους, ο πρώτος γλιτώνει και απελευθερώνεται από τα δεσμά του, ενώ ο δεύτερος ολοκληρωτικά καταρρέει.
(book press, Νοέμβριος 2015)
●