Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Voyage, voyage-Δαλματία-Αδριατική

 


 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

֎




 

ΔΑΛΜΑΤΙΑ-ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ

 

Ανεμογεννήτριες παντού σε παραθαλάσσια υψώματα κατά μήκος της Αδριατικής. Από τις ακτές της Αλβανίας, του Μαυροβουνίου, της Κροατίας, της Βοσνίας μέχρι ψηλά, την Τεργέστη και τις βόρειες ακτές της Ιταλίας. Χιλιάδες αενάως περιστρεφόμενοι εσταυρωμένοι που, παραδόξως, έγιναν αποδεκτοί από τους ορθόδοξους, τους καθολικούς και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.

                                           


Στέκομαι μπροστά από το παλιό βιβλιοπωλείο του ποιητή Ουμπέρτο Σάμπα, στην Τεργέστη. Εμβληματικό σημείο της πόλης, εδώ έζησε και σύχναζε και ο Τζέιμς Τζόυς· άγαλμα του κοσμεί το παραλιακό μέτωπο της πόλης. Και του Σάμπα υπάρχει άγαλμα, λίγο πιο μακριά, κοντά στο βιβλιοπωλείο του. Στην Ιταλία τους λογοτέχνες τους κάνουν αγάλματα και τους σέβονται. Στην πατρίδα μου μνημονεύουν τα ονόματά τους μόνο αφού έχουν πεθάνει.

                                           

Στο νησάκι Λόκρουμ, έξω από το Ντουμπρόβνικ, δίπλα στο παλιό μοναστήρι των Βενεδικτίνων μοναχών, υπάρχει μια παραλία γυμνιστών. Η γύμνωση του σώματος και η γύμνωση της ψυχής σ’ ένα ανεπανάληπτο κοντράστ, σκέφτηκα ακούγοντας τον ξεναγό, στον περίπλου του μικρού νησιού, να μου μεταφέρει αυτή την απίθανη πληροφορία.

                                           


Μπροστά στο παλάτι (παλάτσο) του 17ου αιώνα της οικογένειας του λογοτέχνη Πίμα, στο Κότορ του Μαυροβουνίου, ρεμβάζει ένας σκύλος. Ακούει από τον ξεναγό λεπτομέρειες για την ιστορία του χώρου και κουνάει ζωηρά τα αυτιά του προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Αναρωτιέμαι αν αυτή η προσήλωση του συμπαθέστατου τετράποδου στον ξεναγό οφείλεται στη φιλομάθειά του ή επειδή διακατέχεται από λογοτεχνικές ανησυχίες.

                                              


Ο Μάριν Ντζιτς θεωρείται ο μεγαλύτερος αναγεννησιακός κωμικός συγγραφέας της Κροατίας. Στο χάλκινο άγαλμα του στην παλιά πόλη του Ντουμπρόβνικ περνούν διάφοροι τύποι και του πιάνουν τη μύτη μήπως και κλέψουν κάτι από την ευφυΐα και το ταλέντο του. Η μύτη του αγάλματος έχει ασπρίσει από τις αναρίθμητες, απεγνωσμένες αφές των τουριστών και η όψη του συγγραφέα έχει αποκτήσει κάτι το κωμικό. Σκέφτομαι πως άγαλμα και συγγραφικό έργο, στην προκείμενη περίπτωση, έχουν σύζευξη αρμονική, ένα δέσιμο μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Παράλληλα επιβεβαιώνουν τη ρήση του θυμόσοφου λαού: Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!

                                             

Στον πόλεμο της Κροατίας με τη Σερβία  εκατοντάδες ορθόδοξοι ναοί και σέρβικα αντιφασιστικά μνημεία καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Κροάτες. Από την άλλη, οι Σέρβοι βομβάρδισαν ανηλεώς καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της μεσαιωνικής πόλης του Ντουμπρόβνικ. Ο συμβολισμός είναι ολοφάνερος: Στον πόλεμο δεν στοχοποιούνται εκατέρωθεν μόνο οι στρατιωτικές υποδομές, ούτε καν μόνο οι αθώοι πολίτες. Στοχοποιείται κυρίως η ιστορική μνήμη αλλά και η θρησκεία των λαών.

                                              


Στον ναό του Αγίου Ιγνατίου, του Ιησουΐτη, στο Ντουμπρόβνικ, πρόσεξα πως μια ηλικιωμένη γυναίκα του γκρουπ έμοιαζε καταπληκτικά με την πεθαμένη θεία μου, τη Θεοδοσία. Θυμήθηκα ακαριαία πως, όσο ζούσε, η Θεοδοσία κατηγορούσε (δικαίως; αδίκως;) έναν εργολάβο στου Χαριλάου, τη δεκαετία του εβδομήντα, πως την έκλεψε τάχα μέτρα στο συμβόλαιο, στο διαμέρισμα που απέκτησε την περίοδο της αντιπαροχής, αποκαλώντας τον περιφρονητικά «Ιησουΐτη». Κι ας αγνοούσε η ίδια παντελώς τον Ιγνάτιο Λογιόλα και το θρησκευτικό του τάγμα. Χαμογέλασα στην ανάμνηση αυτού του περιστατικού κι άναψα στον ναό ένα  κεράκι ρεσό στη μνήμη της.

                                             


Έχουμε συνηθίσει στην ορθόδοξη εικονογραφία τον μικρό Ιησού μονίμως στην αγκαλιά της Παναγίας ως σκηνή αποκλειστική και αδιαπραγμάτευτη. Στον καθεδρικό ναό του Ντουμπρόβνικ υπάρχει ο πίνακας «Ο Άγιος Ιωσήφ και το θείο βρέφος», φιλοτεχνημένος το 1640 από τον Ιταλό ζωγράφο  Guido Reni σε λάδι και μουσαμά. Η πατρική φιγούρα του Ιωσήφ και η τρυφερότητα που αποπνέει η μορφή του δίνουν άλλη προέκταση και διάσταση στη θεία οικογένεια. Ο μικρός Ιησούς δεν εγκολπώνεται μονίμως και αενάως από τη μητέρα του την Παναγία, υπάρχει, πλέον κι ένας πατέρας στη υπόθεση. Ασχέτως αν αυτός ο τελευταίος υπήρξε αφανής και αόρατος. Ασχέτως, εντέλει, αν το θείο βρέφος προέκυψε από μία παρθένα γυναίκα κι από έναν κρίνο.

                                               

Αν στην αρχαία Αίγυπτο οι γάτες λατρεύονταν ως θεότητες, αν στην Κωνσταντινούπολη ραχατεύουν ελεύθερα σε κάθε γειτονιά και κάθε σοκάκι της, στο Κότορ έχουν κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη των κατοίκων του. Εκτός του Μουσείου της γάτας που λειτουργεί αδιάλειπτα, οι κάτοικοι του τις φροντίζουν και τις ταΐζουν καθημερινά τοποθετώντας μερίδες φαγητού σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Λένε πως πολλοί ναυτικοί της περιοχής εξοικείωσαν τους κατοίκους του Κότορ με αυτά τα αιλουροειδή φέρνοντας τις γάτες των καραβιών στα σπίτια τους, όμως μάλλον κάποιο βαθύτερο χρέος υποφώσκει σε αυτή τη φροντίδα και εκτίμηση. Μήπως επειδή τον καιρό της πανούκλας, κατά τον Μεσαίωνα, οι γάτες γλίτωσαν πολλούς κατοίκους της πόλης τρώγοντας τα ποντίκια; Μήπως αυτή η προσφορά των γατών στην πόλη πέρασε στο γονίδιο των κατοίκων της και προστατεύουν μέχρι σήμερα τους νωχελικούς "επιγόνους" των σωτήρων τους;

                                             

Αντικρίζω τον Στύλο της ντροπής (ή αλλιώς πυραμίδα του όνειδος) μπροστά από τον Πύργο του ρολογιού, στην παλιά πόλη του Κότορ, και αναλογίζομαι πόσοι αθώοι άνθρωποι στήθηκαν μπροστά σ’ αυτό το φριχτό μνημείο εξευτελισμού και αναξιοπρέπειας του Μεσαίωνα για να αντιμετωπίσουν τη μισαλλοδοξία, την αμάθεια και τις προκαταλήψεις τού εκάστοτε πλήθους που, ωρυόμενο, τους λοιδορούσε και τους διαπόμπευε.

                                              





Το πηγάδι Καραμπανά, στην ομώνυμη πλατεία του Κότορ, ήταν τον 17ο αιώνα σημείο συνάντησης πολιτών, κοινωνικής συναναστροφής και κουτσομπολιού. Πολλοί, περνώντας από εκεί, πετούσαν διπλωμένα χαρτάκια όπου έψεγαν συμπολίτες τους ή αποκάλυπταν τις ερωτικές τους ατασθαλίες. Ο κόσμος από τότε άλλαξε και εκσυγχρονίστηκε, αλλά, στην ουσία, δεν καλυτέρεψε. Σήμερα, κάτι αντίστοιχο με το πηγάδι του Κότορ κάνουν το φεις μπουκ, οι αναρτήσεις του διαδικτύου και τα ελαφρά τηλεοπτικά προγράμματα πρωινής ζώνης. Τους ίδιους ακριβώς σκοπούς με το πηγάδι του Κότορ εξυπηρετούν.

                                              

Στα σύνορα της Κροατίας με το Μαυροβούνιο, οι συνοριοφύλακες του Μαυροβουνίου έκαναν επί μία ώρα φύλλο και φτερό το ακριβό αυτοκίνητο νεαρού Κροάτη, ψάχνοντας παράνομο φορτίο ή ουσίες, ενώ στο δικό μας πούλμαν που ακολουθούσε από πίσω όχι μόνο δεν ψάξανε για λαθραία, ούτε καν τσεκάρανε καλά καλά τις ταυτότητες μας. Δεν έχουν ξεχάσει προφανώς τα κομμένα κεφάλια των συμμάχων τους, των Σέρβων, τα εκατοντάδες εκείνα κεφάλια με τα έκπληκτα ορθάνοιχτα μάτια, τα κομμένα από κροατικά χέρια και ριγμένα στον ποταμό Σάβο, για να φτάσουν από τη ροή των υδάτων του, προς εκφοβισμό, μέχρι το Βελιγράδι.

                                               

Μπούτβα, η αρχαία ελληνική Βουθόη. Κότορ, το αρχαίο Ασκρήβιον. Σπλιτ, ο αρχαιοελληνικός Ασπάλαθος. Ελαφονήσια, το σύνολο των μικρών νησιών της Κροατίας, κατοικήσιμα πρώτα απ’ τους αρχαίους προγόνους μας. Και πόσες, πόσες ακόμη πόλεις και πόσα νησιά σε αυτό το κομμάτι της Ευρώπης! Φωνάζουν όλα τους μέχρι σήμερα με μία φωνή: από εδώ κάποτε πέρασαν Έλληνες!

                                            

                               

                                 


                                                                                   Μάιος 2026



Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης-επέτειοι

 




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(29 Απριλίου 1863-29 Απριλίου 1933)

 

Επέτειος σήμερα της γέννησης αλλά και του θανάτου του κορυφαίου ποιητή μας Κωνσταντίνου Π.  Καβάφη, που χάρη στην ποιητική του ευφυία και στο ταλέντο του κατόρθωσε να σπάσει τα στενά πλαίσια της χώρας και να γίνει παγκόσμιος. Προς τιμήν αυτής της διπλής επετείου αναδημοσιεύω κείμενό μου για τα κρεββάτια στην υψηλή ποίησή του.

֎

 

…ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΑΣΑ ΣΤΕΣ ΚΛΙΝΕΣ ΤΩΝ

(τα κρεββάτια στην ποίηση του

Κωνσταντίνου Π. Καβάφη)

 

Η ερωτική διάσταση των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη σαφέστατα υπήρξε σημαντικότερη της φιλοσοφικής και ιστορικής διάστασής τους. Άλλωστε γι’ αυτήν ακριβώς την απαγορευμένη και τολμηρή πτυχή της ζωής του (ή της γραφής του) ο ποιητής λοιδορήθηκε και εμπαίχτηκε ακόμα κι από τους λεγόμενους προοδευτικούς κύκλους της διανόησης – οι συντηρητικοί κύκλοι, πάλι, την αποσιώπησαν αναίσχυντα επί πολλά χρόνια. Κι όμως το ερωτικό στοιχείο στον Καβάφη έχει μπολιάσει κι έχει διαπεράσει ακόμα και τα φιλοσοφικά και τα ιστορικά του ποιήματα. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, στον πρόλογο μιας ανθολόγησης ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού (Ερωτικά ποιήματα, Κ. Καβάφη, εκδόσεις Ερατώ, 1984, σελ. 14) επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Η Ιστορία του Καβάφη δεν είναι οι πόλεμοι των ελληνιστικών χρόνων αλλά η Ιστορία μιας επιθυμίας. Η Φιλοσοφία του Καβάφη δεν είναι μόνο ο εκλεπτυσμένος απόηχος των Σοφιστών, αλλά κυρίως μια φιλοσοφία ερωτική.»

Στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη δεσπόζει η κάμαρη, άλλοτε άδεια και μικρή αλλά με έντονο φωτισμό, άλλοτε κρυφή, άλλοτε πτωχική και πρόστυχη, άλλοτε υποφωτισμένη από τον ήλιο του απογεύματος, άλλοτε φωτισμένη μόνο από ένα κερί, άλλοτε μεγάλη που φιλοξενεί τον πεθαμένο Μύρη. Και μέσα στις κάμαρες, εξαίσιες κλίνες και κρεββάτια ερωτικά. Γιατί οι νέοι του Καβάφη –είκοσι, είκοσι δύο, το πολύ είκοσι τεσσάρων χρονώ– στις κλίνες επάνω είναι ξαπλωμένοι με ηδυπάθεια. Ή, στην ίδια ακριβώς ηλικία, πεθαίνουν.                                                 

μερικοί στίχοι του Κ. Καβάφη

     1)  Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές

     κι  ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.

     2)  Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι

          είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη

          τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης.

 3)   Απ’ τα παράθυρα που αφίσαμεν ολάνοιχτα,

           τ’ ωραίο του σώμα στο κρεββάτι φώτιζε

           η σελήνη.

      4)   Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,

           σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμεν,

           σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

   5)   Σώμα, θυμήσου όχι μόνο

           το πόσο αγαπήθηκες,

    όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες.

      6)   Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

           που αγαπηθήκαμε τόσες φορές

           . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

          πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά.

      7)  και καθώς βαδίζουνε κάπως ανήσυχα

          στο δρόμο, μοιάζει  σαν να υποψιάζονται

          που κάτι επάνω των προδίδει

          σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου

 8) με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα

          για κρεββάτι

που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική

      9) έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής

     10) Σαν νόμιζε που λίγο είχ’ αποκοιμηθεί,

          έπεφτεν ως αλλόφρων στης κλίνης μου

          το άκρον.

  11) Σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο

          με κοραλλένιους αετούς, βαθυά  κοιμάται

  ο Νέρων –ασυνείδητος, ήσυχος κ' ευτυχής

          ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,

          και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

                          

οι εξαίσιες κλίνες του ποιητή

Ο Καβάφης είναι ο ποιητής της ερωτικής αναπόλησης (ιδίως στα ποιήματα που έγραψε σε προχωρημένη ηλικία), και απαραίτητο αξεσουάρ –ή καλύτερα ντεκόρ– των ποιημάτων του αποτελούν οι κλίνες και τα κρεββάτια. Η λέξη κρεββάτι, όταν χρησιμοποιείται, είναι γραμμένη πάντα με δύο βήτα. Τα δύο αυτά γράμματα βρίσκονται ακριβώς στη μέση της λέξης και κάποιος ευφάνταστος αναγνώστης που θα επηρεαζόταν από τους στίχους του κορυφαίου ποιητή, θα αναπολούσε ένα σύμπλεγμα ομοερωτικό. Ένας σύγχρονος του Καβάφη ποιητής, που γράφει τη λέξη κρεββάτια με δύο βήτα, είναι και ο Γιώργος Βαφόπουλος, όμως μόνο ένα από τα κρεββάτια του τελευταίου είναι ερωτικό –τα υπόλοιπα είτε αποθεώνουν το θάνατο είτε είναι κρεββάτια μοναξιάς.

Τα κρεββάτια του Μεγάλου Αλεξανδρινού είναι στα ποιήματά του αντανακλάσεις των ερωτοπαθών ρεμβασμών και αναπολήσεών του. Κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό των ερωτικών του μόνο ποιημάτων  –κι όχι του καβαφικού corpus– εντόπισα συνολικά επτά (7) κρεββάτια και τέσσερις (4) κλίνες. Τα κρεββάτια και οι κλίνες φωτίζονται από ωραία σώματα ηδυπαθών νέων που του προκαλούν το ερωτικό ενδιαφέρον και διεγείρουν την ερωτική έξαψη (περ. 2, 3, 4, 7, 8, 9, 10, 11). Σε τέσσερις, μάλιστα, περιπτώσεις (περ. 2, 3, 4, 5) ο προσεχτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει πως «σώμα» και «κρεββάτι» αποτελούν ένα αναπόσπαστο σύνολο, σε τέτοιο βαθμό που η αναφορά της μιας λέξης να γεννά την προσδοκία της δεύτερης. Αλλού η περιγραφή της κλίνης ή του κρεββατιού είναι πιο χαρακτηριστική με τη χρησιμοποίηση επιθέτων ή με τον προσδιορισμό του υλικού κατασκευής (περ. 11). Κι εδώ, πάλι, υπονοείται η ερωτική έξαψη (λαϊκό, ταπεινό κρεββάτι, εξαίσια κλίνη).

Ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης, σε κείμενό του στο περιοδικό «ο Παρατηρητής» (1989, τεύχη 11-12) που έχει τίτλο ο «Κοινωνικός Καβάφης», σχολιάζει πως ο στίχος «λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι» δεν προσδιορίζει την κοινωνική προέλευση των εραστών, αλλά αξιοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στο «ταπεινό και πρόστυχο» περιβάλλον και στα «χείλη τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης». Επίσης, βρίσκει αντίθεση (και αντίφαση;) στα μοντέλα των πλούσιων νέων των ποιημάτων «Σημείωμα 1908» και «Τα βήματα». Ενώ στο πρώτο ποίημα οι νέοι του Καβάφη είναι αρρωστιάρηδες, φυσιολογικώς βρόμικοι, με πάχητα, πρησμένα ή ζαρωμένα μούτρα, στο δεύτερο ποίημα, ο Νέρων κοιμάται βαθιά σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο με κοραλλένιους αετούς κι είναι ακμαίος, εύρωστος και σφριγηλός (περ. 11). Και να σκεφτεί κανείς πως τα ποιήματα έχουν διαφορά ενός μόλις χρόνου.

Σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε εντοπισμό του κρεββατιού μέσα στο χώρο (στην κάμαρη) χωρίς χρήση επιθέτων αλλά με ακρίβεια, σαφήνεια και λεπτομέρεια (περ. 6α, 6β).

Μόνο σε μια περίπτωση η λέξη κρεββάτι υποδηλώνει την ερωτική πράξη, με συνεκδοχική χρήση της λέξης ( «με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτι», περ. 8).

Τα «κρεββάτια» και οι «κλίνες» στον Καβάφη είναι άμεσα συνυφασμένα με την ερωτική διάθεση του ποιητή. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει απογυμνωμένο το αίσθημα της μοναξιάς (κρεββάτια μοναξιάς), το όνειρο ούτε θα συναντήσουμε κρεβάτια πόνου ή θανάτου. Ακόμα και σε ποιήματα που έχουμε περιγραφές σε κάμαρες νεκρών φίλων, αγαπημένων ή άγνωστων νεαρών, δεν υπάρχει πουθενά η λέξη κλίνη ή κρεββάτι. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το ποίημα «ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 Μ. Χ.». Μέσα σε εβδομήντα στίχους, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν τον χώρο όπου ο Μύρης κείτονταν πεθαμένος, η λέξη κάμαρη αναφέρεται μόνο μία φορά, ενώ οι λέξεις κρεββάτι ή κλίνη καθόλου.

Τα κρεββάτια του Καβάφη είναι φορτωμένα από ερωτική αναπόληση και ηδυπάθεια. Είναι, ίσως, τα κομψότερα και πιο αισθησιακά κρεβάτια της ελληνικής ποίησης.

Όσο για τον Καβάφη… Όσο εξαίσιες ήταν στα ποιήματά του οι κλίνες του, τόσο εξαίσια ήταν και η τέχνη του. Όσο ακμαίοι, εύρωστοι, σφριγηλοί κι ερωτοπαθείς ήταν στους στίχους του οι νέοι που πλάγιαζαν σε κλίνες και σε κρεββάτια, τόσο υπέροχη και μοναδική ήταν η ποίησή του. Μια ποίηση που τον αναγόρευσε παγκόσμιο ποιητή, τον έκανε αποδεκτό στα πέρατα της οικουμένης, και που θα προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό στην ανθρωπότητα για πολλά χρόνια ακόμη.

 

[το κείμενο αποτελεί απόσπασμα ευρύτερης μελέτης μου με τίτλο «Το κρεβάτι στη νεοελληνική ποίηση»· πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, τχ. 147, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010 (αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη, σε επιμέλεια Διονύση Στεργιούλα· συμπεριλαμβάνεται επίσης στο βιβλίο μου Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011), Νησίδες, 2011]

Π. Γ.

 

 

 

 

 

 




Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Σενάριο ευφάνταστου χορτοφάγου

 


       Σενάριο ευφάνταστου χορτοφάγου

 


Ο πεθαμένος κρεοπώλης της γειτονιάς μου

κάθε Μεγάλη Παρασκευή

στάζει αίματα.

Η λευκή ποδιά του γεμάτη λεκέδες.

Χέρια, μύτη, μάγουλα,

σημαδεμένα κόκκινα

 

Καθαρίζει και πάλι συκωταριές

κόβει στη μέση κατσικάκια

αποκεφαλίζει αρνάκια.

Ξέρει καλύτερα από τον καθένα

για αίματα, για θάνατο.

 

Το βράδυ της Ανάστασης

τα σφαγμένα αμνοερίφια

ζητούν από ψηλά δικαίωση.

 

(από την ποιητική μου συλλογή Ντόρτια, ποιήματα των φίλων, Αθήνα 2012)


Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Απουσιολόγιο-Γιάννης Καρατζόγλου (1946-2026)

 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

(1946-2026)

֎

 

[Σημαντική απώλεια για τον χώρο των Γραμμάτων αυτή του ποιητή Γιάννη Καρατζόγλου (1946-2026). Υπήρξε συνεργάτης της «Διαγωνίου», ενώ η πρώτη ποιητική του συλλογή (Ένα καλοκαίρι, 1970) τυπώθηκε στο τυπογραφείο Νικολαΐδη, με επιμέλεια Ντίνου Χριστιανόπουλου. Στη μνήμη του αναδημοσιεύω μικρό σχόλιο για ποιητική του συλλογή που εκδόθηκε πριν από 9 χρόνια.]

 

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ

Στο βιβλίο του Γιάννη Καρατζόγλου (1946) Εγγραφές κλεισίματος (εκδ. Ρώμη, 2017) θα συναντήσουμε αρκετά πεζόμορφα ποιήματα για το παρελθόν της πόλης του, για σταμπαρισμένα σημεία της Θεσσαλονίκης, τους «αλησμόνητους πανηγυρισμούς της νεότητας» –για να θυμηθούμε και τον τίτλο ενός εξαιρετικού πίνακα του ζωγράφου Πάνου Παπανάκου–, για την τρίτη ηλικία και τα προβλήματά της, την περίοδο της συνταξιοδότησης και τη θλίψη που αυτή κουβαλά, αλλά και για τους μετανάστες, το οξύμωρο δίπολο «προηγμένη τεχνολογία-γήρανση ονείρων και οραμάτων», εν κατακλείδι ποιήματα για τη φθορά, τον χρόνο και το άγονο σήμερα, μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που έζησε με ορμή και δύναμη τη νεότητά του. Παρότι πολλά ποιήματα –από τον τίτλο τους ακόμη– προδιαθέτουν ή, καλύτερα, μεταφέρουν ακέραιη μια θλίψη και μια κάπως νοσηρή νοσταλγία για στιγμές που απωλέσθηκαν, ωστόσο ο Καρατζόγλου διατηρεί στην ποίησή του ατόφια την ακριβή του τέχνη, γράφοντας με το μεστό και γνήσιο συναίσθημα που χαρακτηρίζει τους αληθινούς ποιητές.

Δείγμα γραφής:

Τώρα που οδεύει προς το μέγα σπήλαιο, λάθος μεσήλικας / λάθη κάνοντας ως το τέλος, μέχρι την ύστατη στιγμή της μεγάλης παιδιάς / ζητώντας τη χάρη, εκλιπαρώντας μέσα του, ικετεύοντας // να γίνονταν να ξαναζήσει απ’ την αρχή, να ξανακάνει απ’ το μηδέν / σε αργή επανάληψη απαράλλαχτα όλα, τα ίδια λάθη (ποίημα «Καμπή ζωής»).

(«Ποίηση από τη Θεσσαλονίκη», book press, Φεβρουάριος 2018)

Π. Γ.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ημέρα ποίησης-Ένα ποίημα

 

 

 

Παγκόσμια ημέρα ποίησης η σημερινή και ξεκίνημα της άνοιξης. Τα τιμούμε και τα δύο σεμνά, όπως αρμόζει, δίχως περιττές κωδωνοκρουσίες, με ένα αδημοσίευτο ποίημα.

 

֎

 

 

ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

 

 

Και ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος

αρχίζει να χιονίζει.

Νιφάδες μνήμης στροβιλίζονται στον αέρα.

Πρόσωπα σαν από βαμβάκι

μορφές αγαπημένες που πια εξαϋλώθηκαν

παίρνουνε σάρκα και οστά.

Όλο εκείνο το ευλογημένο λευκό 

του παρελθόντος

έρχεται πάλι να σε συντροφεύσει.

 

Αφήνεις τα ποιήματα, αφήνεις τα κύματα

και τρέχεις σαν παιδί να πιάσεις λίγο χιόνι

ν’ αγγίξεις κάτι απ’ τα παλιά.

Όμως με την παραμικρή αφή

το χιόνι λιώνει

και το τοπίο αλλάζει ακαριαία.

 

Τα χιόνια του καλοκαιριού

εξαφανίζονται όπως τα όνειρα

σώνονται όπως τα θαύματα

λιώνουν όπως οι ξεχασμένες αγάπες.

Και μένεις πάλι ολομόναχος,

Ιούλιο μήνα, μ’ ένα ξυλάκι παγωτό στο χέρι

να ελπίζεις –αμετανόητος– σε νέο χιονιά.

 

Π. Γ.


Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Εις μνήμιν: Κώστας Ριζάκης

 


 

ΕΙΣ ΜΝΗΜΙΝ

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ

(1960-2026)

 

[Εχθές πληροφορήθηκα τον αδόκητο χαμό του ποιητή Κώστα Ριζάκη. Συνεργάστηκα πολλές φορές μαζί του, μετέχοντας σε αφιερώματα του περιοδικού ΠΑΡΟΔΟΣ, που ο ίδιος το εξέδιδε με περισσή φροντίδα και αφοσίωση, αλλά και, αργότερα, με συνεργασίες μου στο περιοδικό ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ. Ο ίδιος, μαζί με τον Γιώργο Δελιόπουλο, είχε τη φροντίδα της σειράς ΟΙ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, όπου και τυπώθηκε αφιέρωμα στο συνολικό μου έργο από τις εκδόσεις Ρώμη. Υπήρξε ένας άνθρωπος αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην ποίηση και γενικότερα στη λογοτεχνία. Καλό του ταξίδι. Στη μνήμη του αναδημοσιεύω κριτική μου για το βιβλίο του Επιτάφιος δρόμος (Εκδόσεις των Φίλων, 2011), που ο ποιητής την είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν εύστοχη.]

 

֎

 

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΡΙΖΑΚΗ

 

ερήμην με δίκασες ποίημα!

Κ. Ριζάκης

 

Ο Επιτάφιος δρόμος του Κώστα Ριζάκη περιλαμβάνει συνολικά 140 ποιήματα, μοιρασμένα σε έξι ποιητικές ενότητες-συλλογές, και απλωμένα σε χρονικό εύρος 25 χρόνων, από το 1985 έως το 2010. Στον υπότιτλο του βιβλίου αναφέρεται το ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α΄, γεγονός που μαρτυρεί πως μελλοντικά θα ακολουθήσει και κάποιος άλλος τόμος με νεότερα ποιήματα, μαζεμένα σε κάποιον άλλον συγκεντρωτικό τόμο. Ο ποιητής, στο τέλος αυτού του τόμου, που τυπώθηκε από τις «Εκδόσεις των Φίλων» το 2011, αναφέρει χαρακτηριστικά πως «η παρούσα συγκεντρωτική έκδοση, αν και με μηδαμινές βελτιώσεις, αναιρεί κάθ’ επιμέρους προγενέστερή της».

Στην ποίηση του Ρ. είναι ορατή στον αναγνώστη η ύπαρξη λέξεων-συμβόλων, που αφενός λειτουργούν ως θεματική ραχοκοκαλιά στο εκάστοτε ποίημα, αφετέρου μας αποκαλύπτουν και τις ποιητικές εμμονές του δημιουργού, χάρις στις οποίες όμως στηρίζει και χτίζει με μαστοριά το ποίημα. Στίχοι με τη λέξη «φως» υπάρχουν σε τουλάχιστον 28 ποιήματα του τόμου, ενώ ως αντιδιαστολή-αντιστάθμισμα εντόπισα τουλάχιστον 10 ποιήματα στα οποία κυριαρχούν στίχοι με τη λέξη «βυθός». Σε 5 ποιήματα γίνεται αναφορά στα «πράγματα», ενώ ο εξαιρετικός του στίχος «ο βυθός μου τα πράγματα» παραπέμπει στην αγωνία του Μπόρχες να εκφράσει όχι μόνο την υλική υπόσταση των πραγμάτων, αλλά και τη βαθύτερη σημασία τους που σχετίζεται με την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου, αλλά και με τη μοίρα του εν γένει. Αναφορές-συνομιλίες με τη μητέρα του ποιητή θα συναντήσουμε επίσης σε αρκετά ποιήματα, περίπου 13 τον αριθμό, αλλά εκείνο που φαίνεται να κατέχει τη μερίδα του λέοντος, όχι μόνο ως λέξη-σύμβολο, αλλά κυρίως ως διάθεση και έκφραση ποιητικής αγωνίας, είναι οι λέξεις «ποιητής-ποίημα-ποίηση», που θα τις συναντήσουμε σε 50 ποιήματα, δηλαδή σε πάνω από το ένα τρίτο της συνολικής ποιητικής συγκομιδής του τόμου. Τέλος υπάρχουν και ποιήματα όπου ο αναγνώστης θα συναντήσει συγκεντρωμένες σχεδόν όλες τις λέξεις-σύμβολα-ποιητικές εμμονές, όπως το ποίημα «ανατόμος του αίματος» (ποίηση-πράγματα-φως) ή το ποίημα «βυθός» (φως-ποίημα-βυθός). Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί πως το «φως» του Ρ. συχνά καλύπτεται ή έχει ως φόντο το σκοτάδι («επιστρέφω στο φως βιωμένο σκοτάδι», σ. 46 ή «ποτέ σκοτάδι δε σκοτώθηκε στο φως», σ. 47), η αναφορά στη μάνα ή στη μητέρα σχεδόν πάντα έχει κάποια σπαραχτική διάσταση-διατύπωση, ενώ ο «βυθός» εκφράζει συχνά, όχι τόσο καταβύθιση αλλά απελπισία («του βυθού αράγιστες σφίγγοντας ρίζες / στα κρυφά που με σφάζουν ναυάγια πρηνής»). Αντιγράφω ως αποθησαύρισμα μεμονωμένους σκόρπιους στίχους του ποιητή για να αντιληφθεί ο αναγνώστης τις ποιητικές εμμονές-σύμβολα του Ριζάκη: «θραύσματα του βυθού να κλαις», «θνησιγενή ποιήματα ξανά να μου φωτίσεις», «όχι βυθός ο στίχος πύρινο καρφί», «δε γράφουνε οι ώρες ποιήματα», «στα πάθη μου το χώμα σου μητέρα / ο ουρανός σου ακόμα στην ευχή», «μ’ απλωτές κολυμπώντας σε φτάνω μητέρα», «πετραδάκια τα ποιήματα ενδέχονται / κοφτερούς ανελέητους βράχους», «ποιητής μαύρης βροχής», «μπαταρισμένο το τραγούδι μες στο φως», «ακτή καμιά ν’ απαρνηθώ τα πράγματα», «με το αίμα στο ποίημα», «ασκεπής παραδέρνω στο ποίημα», «η στέρηση με αποδίδει φως / στο φως του κόσμου ορυκτό αλάτι», «στις επάλξεις που μπόρεσα πέφτουν μητέρα», «Η Αλίκη βυθός που βουλιάζω (βοήθεια)»,  «μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ», «αντέχουν τα πράγματα», «ο ποιητής που δεν ξέχασα / στο στόμα κουφός», «συντριβάνι να ρέουν τα πράγματα», «πιο χνουδάτο σκοτάδι στο φως!», «εργόχειρο ποίημα ακοίμητο», «κρυώνω τώρα ανυπεράσπιστος μητέρα», «βράδυ βαρύ στον ύπνο μου μανούλα μου που σ’ είδα», «ασπίδα η φωνή μου τον σκέπει βυθός», «νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα», «να καμακώνεις μες στο ποίημα το φως!»

Η συλλογή «Χωρίς χρονολογία», αφορά ένα ποίημα σε δώδεκα μέρη. Και στα 12 ποιήματα αυτής της συλλογής επαναλαμβάνεται η λέξη «Αλίκη». Η Αλίκη, πιθανότατα δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά, συμβολικά, υπονοεί τη γυναίκα, τη θηλυκότητα ή το αβάσταχτο μαρτύριο της ποιητικής τέχνης. Όλη η συγκεκριμένη ενότητα μού θύμισε τόσο ως προς το ύφος αλλά και την ένταση του συμβολισμού της την ποιητική ενότητα «Τα ποιήματα του Μύρωνα» του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Ο Μύρωνας, μια ματαιωμένη ποιητική αγάπη του Ασλάνογλου (πρόσωπο υπαρκτό κατά τον Περικλή Σφυρίδη) λειτουργεί όπως και η «Αλίκη» του Ριζάκη (απεγνωσμένα, σκοτεινά, σπαραχτικά), και ανάγεται σε ποιητικό σύμβολο. Τα ποιήματα της συλλογής «Τα τελευταία ονόματα» αφιερώνονται σε γνωστά πρόσωπα της ποίησης ή της λογοτεχνίας γενικότερα, που φανερώνουν και λογοτεχνικές ωσμώσεις του Ρ. αλλά και τις φιλικές του σχέσεις με ανθρώπους του χώρου (ζώντες και τεθνεώτες). Αναφέρω χαρακτηριστικά ονόματα: Κώστας Τσιρόπουλος, Χρ. Λάσκαρης, Λένα Παππά, Μ. Κουγιουμτζή, Τάσος Λειβαδίτης, Ζέφη Δαράκη, Μάρκος Μέσκος, Παπαδίτσας, Βαβούρης κ. ά.)

Και τώρα κάποιες γενικές παρατηρήσεις-συλλογισμοί για την ποίηση του Ριζάκη.

* Ο Ριζάκης είναι κατά βάση μοντερνιστής στην ποίησή του, γλωσσοκεντρικός όσο αρμόζει, δίχως να υποκύπτει στις σειρήνες μιας αχαλίνωτης νεωτερικότητας, έχοντας βαθύ και γόνιμο παραδοσιακό ποιητικό υπόβαθρο. Όλα τα παραπάνω φανερώνουν ποιητή με σωστές δόσεις και αναλογίες επιρροών και επιδράσεων, ώστε να έχει τα εχέγγυα για να γράφει σημαντική και γνήσια ποίηση.

* Τα περισσότερα ποιήματά του είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, σε κάποια όμως υπάρχει κάποια υποτυπώδης ή περισσότερο φανερή ομοιοκαταληξία («η μέσα πέτρα», σ. 77). Αρκετά ποιήματα της συλλογής του «Τα επόμενα πένθη» (1997) έχουν κάτι από τον απόηχο επτανησιακών σονέτων (σσ. 56, 57, 58, 59, 60, 61)

* Λόγω του μελαγχολικού και ενίοτε θανατόφιλου χαρακτήρα κάποιων ποιημάτων του («το όνειρο», «δωματίου», «βυθός», «νεκρή», «κι απόψε», «των ποιητών», «αναποδράστως» κ.τλ.) θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για γόνιμη επίδραση του έργου του Καρυωτάκη στο δικό του έργο.

 

* Πολλά κλεισίματα ποιημάτων του (ο τελευταίος ή οι τελευταίοι στίχοι του) λειτουργούν ως εκκενώσεις του ποιητικού νοήματος ή του συναισθηματικού φορτίου που αυτά κουβαλούν, γειώνοντας (ή απογειώνοντας, αναλόγως τη στιγμή) απόλυτα φυσικά, αβίαστα και δραστικά το ποιητικό δημιούργημα.

*  Υπάρχει κάποιου είδους ποιητική ώσμωση του Ριζάκη με ποιητές όπως ο Γ. Θεοχάρης, ο Θ. Μαρκόπουλος, ο Μιχ. Γκανάς, ο Μάρκος Μέσκος, ο Β. Κάλφας κ. ά., όχι τόσο ως προς τη θεματολογία (που και σ’ αυτή συμπίπτουν αρκετά, σε πολλά τους ποιήματα) ούτε τόσο ως προς το ποιητικό ύφος-στιλ γραφής, όσο αναφορικά με τον απόηχο μιας δημοτικής παράδοσης, που η βοή της φτάνει με ευκρίνεια στο αυτί μας, θυμίζοντάς μας, ή, καλύτερα, ζωντανεύοντας ηχητικά τα δημοτικά τραγούδια της πίκρας, της ξενιτιάς, της μάνας, του θανάτου. Πολλοί δεκαπεντασύλλαβοι διαφόρων ποιημάτων του, συχνά κομμένοι στη μέση, μαρτυρούν την επίδραση-επιρροή στο έργο του Ριζάκη της δημοτικής μας ποιητικής κληρονομιάς. Επίσης ο πελεκημένος, πυκνός και καλοδουλεμένος στίχος του ανάγεται απευθείας στον Σολωμό, και δευτερευόντως σε Καρυωτάκη, Ασλάνογλου, Καρούζο και Σαχτούρη. Δημοτικό τραγούδι, λοιπόν, και Σολωμός πιστεύω πως είναι τα πρωτογενή του υλικά, τα πιο βαθιά διακειμενικά κοιτάσματα της ποίησής του.

* Σε αρκετά ποιήματα του Ρ. έχουμε αναφορές σε πρόσωπα της μυθολογίας, της Ιστορίας (κάποιοι εξ αυτών λειτουργούν και ως σύμβολα) αλλά και σε εκκλησιαστική ορολογία. Αναφέρω χαρακτηριστικά: Ατλαντίδα, Με τον τρόπο του Αινεία, της διακαινησίμου των πουλιών, Αχέροντας, Μινώταυρος, Θησέας, Θερμοπύλες, Λεωνίδας, Εφιάλτης, Κρέοντας, Αντιγόνη, Γεννησαρέτ, Ιησούς, Ησαύ, Δείπνος-Γολγοθάς, Σταύρωση, αποκαθήλωση, Οιδίπους, Πέτρος, Σίμωνας, Ιουδαία, Ίκαρος κ. ά.

 

* Κλείνοντας, νομίζω πως η αξία (και η ουσία) της ποιητικής διαδρομής του Ρ., εδώ και πάνω από 30 χρόνια δημιουργίας, υπερβαίνει την άρτια μορφή και τεχνική των ποιημάτων του, την πλούσια γκάμα συναισθημάτων και ψυχικών αντιθέσεων που εκφράζει, τις λέξεις-σύμβολα (φως, σκοτάδι, βυθός, μνήμη, αίμα, χώμα, ουρανός κ.τλ.) που πολύ ευρηματικά εκφράζει και αποτυπώνει προσδίδοντάς τους ένα ιδιαίτερο ποιητικό χρώμα κι ένα ιδιαίτερο κάθε φορά νόημα, και την αποτύπωση των αισθημάτων της μοναξιάς, της απώλειας, της θλίψης και του θανάτου. Αυτό το οποίο κυρίως θα αφήσει ο Ρ. ως ποιητική παρακαταθήκη και ως ποιητικό απόσταγμα στις επόμενες γενιές, νομίζω πως θα είναι η σπαραχτική και αγωνιώδης διαδρομή του στο δύσβατο δάσος των λέξεων, η αγωνιώδης προσπάθεια αναζήτησης της ρίζας της ποίησης, της πρώτης αρχέγονης λέξης, αλλά και της ρίζας της ίδιας της ύπαρξής του. Αλλά ας κλείσει αυτό το κείμενο ο ίδιος ο ποιητής με ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό του ποίημα «το δέντρο της στάχτης» που, κατά τη γνώμη μου, αποτυπώνει θαυμάσια την αγωνία για την αναζήτηση των λέξεων, πάντα με τη βαθιά συνείδηση της οδύνης αυτού του εγχειρήματος, που, ενίοτε, τον εξουθενώνει και τον συνθλίβει:

 

Ο ποιητής ένα δέντρο

και – πίστεψε –

δέκα στις δέκα οι λέξεις

καρποί να μου δίνονται

πάντα θ’ αναζητώ την ενδέκατη

ρίζα της πρώτης μου λέξης.

 

(περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 79, άνοιξη-καλοκαίρι 2016, αφιέρωμα στον Κώστα Ριζάκη)