Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Σημειωματάριο (3)

 


 

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ (3)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)

 



֎

 

   

 

 

Μετά την πολύωρη καταρρακτώδη βροχή ένα περιστέρι ήρθε και θρονιάστηκε στο περβάζι του μπαλκονιού του. Άνοιξα δειλά το παράθυρο, ο Νώε πουθενά. Το περιστέρι έφερε μια ακόμη γύρα στο μπαλκόνι, άφησε μια γενναία κουτσουλιά και πέταξε μακριά, σαν να μου έλεγε: Κιβωτός είναι τα βιβλία που γράφεις· αυτά θα σε σώσουν από τον κατακλυσμό που πλησιάζει και τίποτε άλλο.

 

 

Μετά από σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια οι επιστήμονες, χάρη στην τεχνολογία, μπόρεσαν να διαβάσουν ένα γκράφιτι στην περιοχή της Πομπηίας, που είχε καλυφθεί από τέφρα λόγω της φοβερής έκρηξης του ηφαιστείου. Το γκράφιτι έγραφε: Erato amat. Δεν στάθηκε δυνατόν να αναγνωστεί η συνέχεια, δεν μαθεύτηκε ποτέ ποιον αγαπούσε η Ερατώ. Κι αυτό το πολύτιμο εύρημα ωστόσο, έστω και λειψό, δεν παύει να είναι σαν ένας απρόσμενος θησαυρός κρυμμένος κάτω από χαλάσματα. Ίσως πολυτιμότερος από τους τάφους στρατηλατών, αυτοκρατόρων η θρησκευτικών μυστών, που απεγνωσμένα οι αρχαιολόγοι πασχίζουν να φέρουν στο φως. Ένας έρωτας που αντέχει τόσα χρόνια θαμμένος κάτω από χαλάσματα.

 

 

Έγραφε με αφόρητη πεζότητα ιστορίες υπερβατικής λογοτεχνίας. Σαν να περιέγραφε το πώς έψησε κέικ στον φούρνο της. Σκέφτομαι πως δεν εξοικειώνεται έτσι ο αναγνώστης με το ανοίκειο. Το ανοίκειο για να γίνει οικείο θέλει ένα ιδιαίτερο ξεπέταγμα της σκέψης και της γραφής, μια λεπταίσθητη φαντασία. Το κάτι διαφορετικό που να προσεγγίζει την ποίηση.

 

 

Αδειάζω το μυαλό μου γεμίζοντας τη σελίδα με λέξεις. Γράφοντας σημειώσεις στο κινητό μου, νομίζω πως αυτό, από άψυχο αντικείμενο, μεταμορφώνεται και εξανθρωπίζεται. Είναι κι αυτό μια πορεία, ένας στόχος στη ζωή: το να εξανθρωπίζεις το κινητό σου.

 

 

Οπαδοί, που με χολή και κακία υποδέχονται τους αντιπάλους τους στα γήπεδα, ενώθηκαν και έστειλαν μηνύματα συμπαράστασης στους αντιπάλους τους μετά την τραγωδία τους Τιμισοάρα. Τους ένωσε ο δρόμος, η τρέλα και οι οπαδικές εκδρομές. Η απέλπιδα φυγή για μια ιδέα μοναδική και ανεπανάληπτη. Τους ένωσε η σκιά του θανάτου.

 

 

Προσέχω τα χέρια των πωλητριών όταν ψωνίζω. Το δέρμα, τις φλέβες, τη λευκότητα τους. Τις ανατομικές λεπτομέρειες. Τα χέρια που μου δίνουν κάθε πρωί στο χέρι το ψωμί, την εφημερίδα, τον καφέ, τα τσιγάρα μου. Προσέχω τα χέρια. Τα χέρια που δίνουν.

 

 

Η Μήδεια, η Φραγκογιαννού, οι σύγχρονες δήμιοι που εμφανίζονται στις τηλεοπτικές μας οθόνες. Η παιδοκτονία. Τόσο παλιά, τόσο δοκιμασμένη, τόσο ελληνική συνήθεια. Μανάδες που σκοτώνουν τα παιδιά τους!

 

 

Στην αντιηρωική εποχή μας έχουμε την τάση να κατασκευάζουμε ήρωες. Σε τροχαία δυστυχήματα, σε σιδηροδρομικές τραγωδίες (ή μήπως εγκλήματα;), σε εργατικά ατυχήματα σε εργοστάσια. Από την άλλη όμως, και μόνο η επιβίωση σ’ αυτή την απίστευτη χώρα δεν ενέχει κάτι το ηρωικό; Πόσο μάλλον το να χάνεις τη ζωή σου κάτω από τέτοιες συνθήκες...

 

 

Όλα μου τα βιβλία τα έχω γράψει σε μεταφορικά μέσα, σε καφέ ή στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Πολλές ιδέες σημειώθηκαν μέσα σε σχολικές αίθουσες, στα διαλείμματα. Τώρα που απέκτησα δικό μου χώρο σε καινούριο, ευρύχωρο διαμέρισμα, κάθομαι στο γραφείο μου, ανοίγω τον υπολογιστή και δεν ξέρω τι να γράψω.

 

                                               (συνεχίζεται)