Η στήλη «Voyage, voyage»
είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τουριστικούς ή
προσκυνηματικούς τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο
παρελθόν και που με ενέπνευσαν.
֎
ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ
Ο Μέσι υπήρξε για την
Μπαρτσελόνα ότι ο Σαλβαντόρ Νταλί για τους υπερρεαλιστές. Αστραφτερές ιδιοφυΐες,
ο καθένας στον τομέα του, που ξεχώρισαν στις μονοδιάστατες συλλογικότητες της
εποχής τους. Ή όπως θα το διατύπωνε ο ποιητής: «Δέντρα που θάλουν σ’ ένα
ατελείωτο δάσος από ολόισια στοιχισμενα τηλεγραφόξυλα». Ωστόσο, οι καιροί
απαιτούν να είμαστε με το εμείς. Ας υπακούσουμε σ’ αυτό το πρόταγμα της εποχής
μας. Τουλάχιστον μέχρι να απαυδήσουμε, αναζητώντας τελικά νέες λαμπερές
ιδιοφυΐες, που θα μας προσφέρουν όραμα και έμπνευση.
●
Αν μου εμπιστευόταν το
αυτοκίνητο του ο Σαλβαντόρ Νταλί, θα καθόμουν στη θέση του οδηγού με συνοδηγό
τον ίδιο, θα έβαζα στα πίσω καθίσματα τον Μιρό, τον συγγραφέα Μολνταμπάν και
τον ποδοσφαιριστή Γιαμάλ, και, οδηγώντας με χαμηλή ταχύτητα για ευνόητους
λόγους, θα φτάναμε από τη Figueres
στη Sagrada
Familia
ενός
Βαρκελώνης. Ο Γιαμάλ με λίγα αυτόγραφα θα ενός χάριζε από ενός φύλακες την
ποθητή προτεραιότητα μέσα στην υπόγεια στοά που οδηγεί στον τάφο του Γκαουντί,
που μοίρασε όλη την περιουσία του σε φτωχούς και αστέγους ενός πόλης,
πεθαίνοντας ο ενός σαν ζητιάνος και που ακόμη το Βατικανό δεν τον έχει
αγιοποιήσει. Ένα κερί στη μνήμη ενός ταπεινού κοσμοκαλόγερου του πλανήτη από
ανθρώπους που δεν πίστεψαν ποτέ σε θεούς παρά μόνο σε δαίμονες.
●
Η ιστορική πρώην αρένα
ταυρομαχιών (Las Arenas de Barcelona) στην Placa d’ Espanya έχει μεταμορφωθεί
πλήρως σε υπερσύγχρονο εμπορικό κέντρο, με ακριβά μαγαζιά εστίασης. Από τη
βαρβαρότητα της εξόντωσης των ταύρων στη βαρβαρότητα του υπερκαταναλωτισμού!
●
Από νωρίς το απόγευμα
νηνεμία. Τίποτα δεν προμηνύει τη βραδινή έκρηξη που θα ακολουθήσει. Επτά, επτά
και κάτι, ο κόσμος ανηφορίζει από την πλατεία Ισπανίας για να πιάσει θέση πέριξ
των σιντριβανιών του Montjuic.
Σε παγκάκια, σε κερκίδες, στις πλάγιες υπερυψωμένες γέφυρες. Όλες οι φυλές της
γης παρούσες με το κινητό σε ετοιμότητα. Ασιάτες, Νοτιοαμερικάνοι, Αφρικανοί,
Γάλλοι, Γερμανοί, Ισπανοί, Μαροκινοί, Ινδοί, Έλληνες. Μέτρησα τουλάχιστον 50
πιτσιρικάδες με φανέλα Γιαμάλ και το 10 στην πλάτη, κι άλλους τόσους ενήλικες.
Εννιά και μισή ακριβώς το υπερθέαμα ξεκινά. Νερά που χορεύουν στον ρυθμό της
μουσικής. Χρώματα, μουσικές, υδάτινοι σχηματισμοί, ορμητικοί πίδακες, εναλλαγές
φωτισμών, τζαζ και κλασικό ρεπερτόριο, και, κάπου ενδιάμεσα, να και ο Μέρκιουρι
με τη Βοημική του ραψωδία να ξεσηκώνει τη νεολαία. Όλη η πόλη υποκλίνεται στο
θέαμα, όλοι είναι εδώ. Εκτός αν το βράδυ παίζει η Μπάρτσα στο Καμπ νου οπότε η λαοθάλασσα
είναι περιορισμένη. Για έξι με επτά δεκάδες χιλιάδες μιλάμε τώρα. Από τον χορό
των υδάτων κάποιοι προτιμούν τις πιρουέτες του Γκάβι και τις ντρίπλες του Γιαμάλ.
Γούστα είναι αυτά.
●
Η Βαρκελώνη είναι οικεία
πόλη. Πολύχρωμη, νεανική. Σε υποδέχεται όποιος κι αν είσαι. Σου ανοίγεται, σε
αφήνει να την ανακαλύψεις. Τουριστική μεν, αλλά με τρόπο αρχέγονα αρχοντικό.
Παντού υπάρχει μια υγιής ελευθερία, μια περηφάνια που δεν καταντάει έπαρση.
Αυτή την οικειότητα μονάχα στην Κωνσταντινούπολη την έχω νιώσει ως τώρα. Ίσως
και στην Τεργέστη του Τζόις, του Ερνέστο Σάμπα και των άλλων Ιταλών ποιητών.
Μία ηλικιωμένη γυναίκα γευματίζει μόνη της σε εστιατόριο της Βασιλικής
πλατείας, δίπλα στην τζαμαρία. Βλέμμα διεισδυτικό, εφιαλτικά αληθινό. Ένας
πατέρας έσερνε σε καρότσι στο εμπορικό κέντρο της Αρένας τον ανάπηρο γιο του. Η
έκφραση του είχε κάτι από την απόγνωση του κρεμασμένου Χριστού στη Sagrada Familia. Μία αλλόκοτη συστολή.
Πρόσωπα θαρρείς βγαλμένα από πίνακες του Γκόγια ή ταινίες του Αλμοδόβαρ. Κι
όμως, πρόσωπα οικεία, καθημερινά. Στη Βαρκελώνη του 2026.
●
ΑΝΟΣΤΟΝ ΗΜΑΡ
Αφήνουμε πίσω μας την
πόλη του άγιου Γκαουντί, του Μιρό, του Νταλί και του Πικάσο, του σκοτεινού
Θαφόν, του Μολνταμπάν και του Χοσέ Καρέρας. Την πόλη των μεγάλων πλατειών και
των μεγάλων κτηρίων, των αναίμακτων, προσοδοφόρων πλέον, αρένων, του Montjuic με τα νερά που χορεύουν,
της λεωφόρου Las
Ramblas
με
τους υπαίθριους ζωγράφους και τα τουριστικά. Τη Βαρκελώνη των τρελαμένων
πιτσιρικάδων με τη φανέλα των μπλαουγκράνα κατάσαρκα, της διαχρονικής Barca του Κρόιφ, του Νέσκενς, του Μέσι,
του Τσάβι, του Ινιέστα, του Πέντρι και του Γιαμάλ. Την πόλη των τάπας και της
παέγια, των υγιών συλλογικοτήτων, των εξεγέρσεων, της περηφάνιας και των
μεγάλων οραμάτων. Αποχαιρετούμε και κείνον τον ευτραφή έγχρωμο τρομπετίστα της
πλατείας της Ισπανίας, που θαρρείς διακτινίστηκε από τις αρχές του προηγούμενου
αιώνα, από τη Νέα Ορλεάνη στο σήμερα, για τον επιούσιο. Πετάμε ήδη πάνω από τα
σύννεφα
(από την τροχοδρόμηση του
αεροπλάνου στο «Μακεδονία» νιώθεις ήδη στο πέλμα σου την ανελέητη πατρίδα)
Αύγουστος 2026


