Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Αλλόκοτες καλοκαιρινές ιστορίες: Ανεμιστήρας υδρονέφωσης

 

 

(Οι φίλοι μου της book press μου ζήτησαν προ ημερών μία αλλόκοτη και παράδοξη καλοκαιρινή ιστορία μέχρι 300 λέξεων. Παρότι ρεαλιστής πεζογράφος διόλου δεν ξεβολεύτηκα στο γράψιμο της ιστορίας. Άλλωστε η ζωή έχει τόσες αλλόκοτες και παράδοξες πτυχές, που συχνά την κάνουν να φαντάζει εξωπραγματική, δίχως όμως και να είναι).

 

 

Ανεμιστήρας υδρονέφωσης

 

 


 

«Μην κοιτάζεις επίμονα ξένες παρέες! Είναι αγένεια!» τον συνέτιζε η Βάσω.

Σπανίως την άκουγε.

Εκείνη πετάχτηκε στα τουριστικά. Μικροδώρα, σουβενίρ.

Βρήκε ελεύθερο πεδίο δράσης.

Ρόδος, Αύγουστος πνιγηρός. Ρεμβάζει στην Οδό των Ιπποτών, στο πλακόστρωτο. Ένα μηχάνημα ριπίζει κατάμουτρα κρύο αέρα. Καρφώνεται στις δύο τουρίστριες τού απέναντι τραπεζιού, μάνα και κόρη πιθανότατα, που ανταποδίδουν τα επίμονα βλέμματα παραξενεμένες. Η μάνα συνομήλική του, το κορίτσι στα είκοσι. Φορούν και οι δύο t-shirt με σημαία της Μάλτας.

Ξαφνικά, εν μέσω καύσωνος, αλλάζει το τοπίο. Οι μήνες, τα χρόνια, οι εποχές. Κρύος Γενάρης και φόβος πλανώνται στην πόλη. Έφιπποι πάνω σε άλογα τρέχουν ανάστατοι πέρα δώθε. Κάποιο στενάχωρο μήνυμα μεταφέρεται από στόμα σε στόμα. Τη βλέπει στη ράχη ενός αλόγου, στηριγμένη σε κάποιον μεγαλόσχημο ιππέα να τον πλησιάζει:

«Οι Οθωμανοί είναι προ των πυλών! Ο φρουρός του Μεγάλου μαγίστρου θα με φυγαδεύσει. Βράδυ θα φύγω για τη Μάλτα. Κανείς δεν γλιτώνει εδώ! Εσύ τι θα κάνεις;»

Εκείνος, ένας απλός στρατιώτης του τάγματος των Ιωαννιτών, «θα μείνω να σε περιμένω!» της απάντησε με λατρεία.

Ο αναβάτης με μια καμτσικιά έκανε το άλογο ν’ ανασηκωθεί στα μπροστινά του πόδια, σκορπώντας στα μάτια του σκόνη του Μεσαίωνα.

Τη συνάντησε σε διάφορες εποχές, σε διαφορετικές πόλεις, με διαφορετικά ονόματα. Ηρωίδα ιστορικών μυθιστορημάτων. Και τώρα την έχει απέναντι του, ν’ ανταλλάζουν βλέμματα έκπληξης κι απορίας.

Τον πλησίασαν εκείνες φεύγοντας.

Του χαμογέλασαν διφορούμενα.

Διέκρινε πως το κορίτσι είχε κάποιο εμφανές κινητικό πρόβλημα.

Δεν του μίλησαν, όμως εκείνος άκουσε καθαρά από το στόμα της γυναίκας ειρωνικούς ψιθύρους.

Άρχισε να βραδιάζει.

Γύρισε η Βάσω με δύο σακούλες δώρα στα χέρια.

«Όλα εντάξει;» τον ρώτησε, βλέποντάς τον κάπως ανήσυχο.

«Αυτό το μηχάνημα πάγωσε το πρόσωπο μου...»

Η Βάσω ξεδίπλωσε μπροστά του μια γκραβούρα με μια ιστορική αναπαράσταση:

«Κοίταξε!», του λέει. «Η ανιψιά του τελευταίου Μεγάλου μαγίστρου του νησιού φυγαδεύεται κρυφά από έμπιστο φρουρό στο λιμάνι! Κι ένας απλός στρατιώτης, που την είχε ερωτευτεί, την ικετεύει να μείνει! Δεν είναι συγκινητικό!»

 

Π. Γ.

 

(μπορείτε να διαβάσετε το διήγημα και στον παρακάτω σύνδεσμο της book press:

https://bookpress.gr/prodimosieuseis/diigimata/26531-mia-allokoti-kalokairini-istoria-anemistiras-ydronefosis-tou-panagioti-goyta )