Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Δωδέκατος παίκτης (10)-Ντριπλέρ

 



ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ ΠΑΙΚΤΗΣ

 

 

(σ’ αυτή τη στήλη δημοσιεύονται για πρώτη φορά –ή αναδημοσιεύονται– διηγήματά μου αναφορικά με το ποδόσφαιρο)

 

 

֎




Ντριπλέρ

 

 

 

Είχα χρόνια να τον συναντήσω στη γειτονιά. Τον πέτυχα στην ουρά ενός ταμείου στον Σκλαβενίτη, επί της Παπαναστασίου, και θυμήθηκα τα παλιά. Τριγυρνούσε τη δεκαετία του ογδόντα στη γειτονιά με μια δερμάτινη μπάλα σε ένα φιλεδάκι,  ψάχνοντας συμπαίκτες στις αλάνες και στο βοηθητικό γηπεδάκι, πίσω από το γήπεδο του Άρη, για να στήσουν διπλό. Όσοι αποφασίζανε να παίξουν μαζί του δεινοπαθούσαν. Φοβερός τεχνίτης και ντριπλέρ, δεν μπορούσες να του πάρεις την μπάλα από τα πόδια ακόμα κι αν είχες μπάρμπα τον ίδιο τον Θεό. Έμπαινε και στα γήπεδα των μεγάλων ομάδων της πόλης, του Άρη, του ΠΑΟΚ και του Ηρακλή, κατέβαινε, άγνωστο πώς, στο ημίχρονο στον αγωνιστικό χώρο και τάραζε στις ντρίπλες τους αναπληρωματικούς των ομάδων, που έτριβαν τα μάτια τους με αυτόν τον απίθανο τύπο, που είχαν μπλέξει. Είχε σχετικά μακρύ μαλλί, κάπως γλιτσερό, και φορούσε πάντα φτηνές ελβιέλες στα πόδια. Ένα φαρδύ πουκάμισο χυνόταν ανέμελα πάνω από τη φόρμα. Κανείς δεν γνώριζε πώς ζούσε, πού έμενε, πώς τα έφερνε βόλτα. Μέχρι και την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα έκανε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Γυρνούσε με μια μπάλα υπό μάλης ψάχνοντας πιτσιρικάδες ή και μεγαλύτερους για να τους ταράξει στις ντρίπλες. Την περίπτωσή του την αναφέρει σε κάποιο βιβλίο του και γνωστός διηγηματογράφος της πόλης μας, που πέρασε κι αυτός τα νεανικά του χρόνια στο Χαριλάου.

Τον γνώρισα με το πρώτο. Ο χρόνος που μεσολάβησε δεν τον είχε αλλοιώσει σημαντικά. Θα πρέπει να είχε περάσει κατά πολύ τα εβδομήντα, όμως το στιλ του πάντα αέρινο και νεανικό. Φορούσε κάτι χιλιοφορεμένα αθλητικά και έβαζε σε μια σακούλα τα λιγοστά του ψώνια. Δεν άντεξα να μην του μιλήσω:

«Ο Ορέστης δεν είσαι;» τον ρώτησα.

«Κάπου σε θυμάμαι· είσαι παλιός Χαριλιώτης;» ρώτησε στρέφοντας πάνω μου το κουρασμένο βλέμμα του.

«Ναι, παίζαμε πριν από χρόνια μπάλα στις αλάνες, πίσω από τον Άρη, εκεί που σήμερα έχει γίνει πάρκο».

Χαμογέλασε αχνά.

«Τι χρόνια!» σιγομουρμούρισε κάπως συγκινημένος.

Πήρα θάρρος και συνέχισα.

«Σε θυμάμαι, ρε Ορέστη, ένα απόγευμα στο Χαριλάου, σε ένα ματς Άρης-Ιωνικός, που είχες ταράξει στις ντρίπλες όλη την ομάδα του Άρη και επί δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά κανείς δεν μπορούσε να σου πάρει την μπάλα από τα πόδια».

Μια πίκρα απλώθηκε ξαφνικά στο πρόσωπο του. Με κοίταξε μια τελευταία φορά στα μάτια, σήκωσε τη σακούλα με τα ψώνια, «αυτά περάσανε, αγόρι μου· τώρα μας ντριπλάρει ο Θεός! Κανείς μας δεν του παίρνει την μπάλα από τα πόδια!» μου είπε, και βιάστηκε να φύγει, άρον άρον, από το κατάστημα.