Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (5)-Σαραμπάντα

 

 


 

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (5)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη, Σαραμπάντα, μικροϊστορίες ημερολογίου, Νησίδες, 2025

 

 

Όλα τα μέχρι τώρα πεζογραφικά κείμενα της Αρχοντούλας Διαβάτη, που η ίδια, ανάλογα της περίστασης, τα χαρακτηρίζει είτε διηγήματα είτε μικρά πεζά, μυθιστορίες, χρονογραφήματα ή ημερολογιακές μικροϊστορίες, συναποτελούν  ένα μικτό είδος γραφής, κάτι μεταξύ όλων των παραπάνω ή και όλα τα παραπάνω μαζί. Το γεγονός αυτό κάνει τα εν λόγω κείμενα πρωτότυπα, γοητευτικά και προσεγγίσιμα από τον αναγνώστη, ακριβώς λόγω του μη ακριβούς υφολογικού και λογοτεχνικού προσδιορισμού τους. (Ο ουδέτερος όρος πεζογραφήματα, που ευφυέστατα, κάποτε, είχε επιλέξει ο Γιώργος Ιωάννου για να προσδιορίσει τα δικά του πεζά, θα ήταν μια κάποια λύση, που ωστόσο, καλώς ή κακώς, η Διαβάτη δεν αποφάσισε ν’ ακολουθήσει.). Όπως και να έχει, το νέο πεζογραφικό βιβλίο της Δ., το Σαραμπάντα, έχει όλα τα πλεονεκτήματα των παλαιότερων βιβλίων της. Στρωτή αφήγηση, μνήμες παλιάς Θεσσαλονίκης, καθημερινότητα, προσωπικά βιώματα και τραύματα ζωής, σκηνές σύγχρονου αστικού παραλογισμού, καταγραφή πολιτιστικών εκδηλώσεων, μέχρι και κριτικές βιβλίων.

Η Δ. είναι ειλικρινής και συνεπής μ’ αυτό που καταγίνεται εδώ και χρόνια. Αναδεικνύει με τα κείμενά της το ελάχιστο και το καθημερινό σε ουσιώδες και μείζον. Τα αφηγηματικά της υλικά απλά (όχι απλοϊκά) και κατανοητά και όχι δυσνόητα και πομπώδη. Διαβάζοντας κάποιος τα βιβλία της έχει την αίσθηση ότι γράφει όχι για τον εαυτό της αλλά για μια ομάδα ανθρώπων, μια συλλογικότητα, που η κοινή συνισταμένη των μελών της είναι η αγάπη γι’ αυτήν την πόλη και μια αισθητικού τύπου κοινή αντίληψη για τα πράγματα.

Στα πρόσφατα βιβλία της ο θάνατος του αγαπημένου συζύγου της, εμφιλοχωρώντας σε αρκετά της πεζά (και ποιήματα) κάνουν τη γραφή της πιο μεστή και κατασταλαγμένη. Εδώ, ας θυμηθούμε και τη ρήση του αείμνηστου Καρόλου Τσίζεκ: «Με φόντο το μαύρο παραπέτασμα του θανάτου, τα χρώματα της αγάπης φαντάζουν πιο μεστά». Αυτό συνέβη και με τη Διαβάτη. Η αγάπη για τον σύντροφό της και η οδύνη της απώλειάς του αποτυπώθηκαν (και αποτυπώνονται) εύγλωττα στα κείμενά της, προκαλώντας στον αναγνώστη πηγαία συγκίνηση, κάτι που, ας μην το ξεχνάμε, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της καλής λογοτεχνίας.

Οι ημερολογιακού τύπου μικροϊστορίες, όπως αυτές του βιβλίου της Δ., ακόμη και οι ημερολογιακές σημειώσεις των συγγραφέων, δεν είναι υποδεέστερο είδος γραφής. Πολλοί διάσημοι συγγραφείς (Καβάφης, Όσκαρ Ουάιλντ, Ντοστογιέφσκι κ. ά.) κατέφυγαν στο ημερολόγιό τους με εκπληκτικά αποτελέσματα. Αυτό το είδος γραφής, απαλλαγμένο εν μέρει από τη συγγραφική αυθεντία, δείχνει γυμνές τις σκέψεις και τις προθέσεις του δημιουργού. Συχνά προκύπτουν λογοτεχνικά διαμαντάκια, κάποιες φορές ακατέργαστα, όμως διόλου αμελητέας αξίας, όπως συμβαίνει και με το βιβλίο Σαραμπάντα της Διαβάτη.

Από τα εννέα ως τώρα βιβλία της συγγραφέως (πεζογραφικά ή ποιητικά) τα οκτώ τελευταία εκδόθηκαν από τις ποιοτικές θεσσαλονικιώτικες εκδόσεις «Νησίδες». Η τύπωση είναι αισθητικά άρτια. Όσο για τον τίτλο: «Σαραμπάντα» είναι το όνομα χορού, που ενώ αρχικά (1583) είχε απαγορευτεί γιατί είχε θεωρηθεί άσεμνος, στην εποχή του Μπαρόκ έγινε εξαιρετικά δημοφιλής, προσλαμβάνοντας τη θέση του στη σουίτα.

 

Δείγμα γραφής (σς. 24-25)

 

Ντύνονταν κι έφευγαν ο ένας μετά τον άλλο, ορίζοντας το πρόγραμμα της επόμενης συνεδρίας, γεμάτοι συμπόνια ίσως όπως αυτή για τον διπλανό τους στο δρόμο, θέλοντας κι αυτοί να αγκαλιάσουν τους αγνώστους που περπατούσαν ανήξεροι δίπλα τους.

Και δεν ήταν η εξάρτηση κι η ανημπόρια του πόνου, εκείνη η προδοσία ήταν, όταν άρχιζε να ανεβαίνει μέσα τους το κύμα του πόνου σαν οργασμός που όμως δεν τους απίθωνε κάτω με ένα χαμόγελο χαμένους και ηττημένους, αλλά ένα χταπόδι τούς άφηνε που το χτύπησαν στο βράχο ξανά και ξανά να μαλακώσει.

 

Π. Γ.