ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ
(στη
στήλη αυτή θα αναρτώνται 9 σκέψεις κάθε φορά, που σημειώθηκαν ακατέργαστες στο
σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου)
֎
Κλείνουν
τα ταχυδρομικά υποκατάστημα, μετατίθενται οι υπάλληλοι σε άλλες υπηρεσίες. Ο
κόσμος δεν στέλνει πια γράμματα, τα βιβλία και τα δέματα φεύγουν με κούριερ.
Κοιτάζω με συγκίνηση στην ξύλινη κούτα την παλιά μου αλληλογραφία. Γράμματα και
καρτούλες του Χριστιανόπουλου, του Μάρκογλου, του Ριτσώνη, του Βασίλη Ιωαννίδη.
Της δασκάλας μου στο Δημοτικό και μιας φιλενάδες της μάνας μου, που μου είχαν
γράψει τις εντυπώσεις τους για το πρώτο μου βιβλίο. Και πόσων ακόμη που
διάβηκαν στην απέναντι όχθη... Το πρόβλημα δεν είναι, όπως διαβάζω σε διάφορες αναλύσεις, πως με το
κλείσιμο των ταχυδρομείων σταματά ή περιορίζεται ο γραπτός πολιτισμός − αυτός
θα βρει τρόπους να επιβιώσει. Είναι πως, σταδιακά, απομακρυνόμαστε από την απόλαυση
των χειρογράφων των πεθαμένων.
Στο
έγγραφο με τις διευθύνσεις των λογοτεχνών (κάπου τριακόσια και βάλε ονόματα)
που μου το έστειλε παλιός συγγραφέας της πόλης, σημειώνω με έντονη γραφή όσους
πεθαίνουν. Τα μαυρισμένα σημεία του εγγράφου συνεχώς αυξάνονται. Όμως δεν
διαγράφω ονόματα και διευθύνσεις των αποχωρησάντων. Τους αφήνω να ξεχωρίζουν,
να λάμπουν για πάντα, φωτίζοντας με την απουσία τους την οδό και το έργο των
επιζώντων.
Ο
Τεσόν γράφει πως ο Προυστ κατανάλωνε την εφημερίδα σαν πνευματικό ψωμί ή σαν
ένα κρουασάν. Η δική μου περίπτωση είναι
πιο ανησυχητική. Σαν τοξικοεξαρτημένος μπουκάρω στο ψιλικατζίδικο για την
εφημερίδα μου. «Δεν ήρθαν ακόμη, λόγω των μπλόκων» μου λέει η κοπέλα και φεύγω
αμίλητος, με σκυμμένο κεφάλι. Η ενημερωτική στέρηση με παραλύει. Η εφημερίδα: η
αντανάκλαση, η πεμπτουσία της αστικής ζωής μας. Έχω γίνει ένας πρεζάκιας των
τυπωμένων ειδήσεων. Τελείως ακατάλληλος για επαναστάσεις.
Μήπως
τελικά ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγαλειώδη απόδραση της
ψυχής, όταν της δοθεί η ευκαιρία, για να γλιτώσει από το φθαρτό και
καταπιεστικό σώμα της;
Επέζησε
στο δωμάτιό του δύο μέρες δίχως νερό και φαγητό. Μόνο ακούγοντας μουσική. Ένας
ερημίτης της τζαζ.
Όπως
κάθε πόλη έχει τον πολιούχο της, κάθε νυχτερινό κέντρο της Αθήνας, της
Θεσσαλονίκης και άλλων μικρών ή μεγάλων πόλεων έχει τον προστάτη της. Αν δεν
συμμορφωθούν οι μαγαζάτορες στα «ασφάλιστρα», κάποιοι πληρωμένοι μπράβοι
τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς προς συμμόρφωση. Διατηρείται κατ’ αυτόν τον
τρόπο, συνεχώς κι αδιαλείπτως, μια «θρησκευτικού» τύπου χωροταξική προστασία,
υπό την ανοχή πάντα του επίσημου κράτους.
Τόσο
αισιόδοξος όσο και το σύμπαν. Τόσο απελπισμένος όσο και το σύμπαν. Το σύμπαν
που δεν νιώθει, που δεν έχει συναισθήματα, που απλώς υπάρχει. Και πώς να το
γράψεις όλο αυτό, πώς να το εξηγήσεις... Και, κυρίως, πώς να το αποδεχτείς...
Αν
οι πέντε εργάτριες της «Βιολάντα» ήταν τη στιγμή της έκρηξης σε άλλον χώρο του εργοστασίου; Αν
ήταν εκείνες οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ και ακολουθούσαν πιο σύντομη διαδρομή για τη
Λυών; Αν, πάλι, οι επτά φίλαθλοι δούλευαν στο εργοστάσιο και είχαν ψυλλιαστεί
έγκαιρα τη διαρροή προπανίου; Ή αν αποφάσιζαν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη με
πούλμαν και όχι με βανάκι; Όμως με υποθέσεις και με «αν» δεν προχωράει η ζωή
ούτε και λιγοστεύουν τα δυστυχήματα. Η έκρηξη στο εργοστάσιο ακούστηκε καθαρά
μέχρι την πόλη των Τρικάλων. Και οι κραυγές των οπαδών ήχησαν με παλμό και
απόγνωση από την Τιμισοάρα μέχρι την Ημαθία:
ΠΑΟΚΑΡΑ
ΕΙΜΑΙ ΧΑΡΕ
ΤΗΝ
ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΑΡΕ!
Μία
φήμη ακολουθούσε πάντα στη ζωή του αυτόν τον άνθρωπο. Μια αστήρικτη ωστόσο
διαδεδομένη φήμη, κάτι μεταξύ υπόνοιας, μομφής αλλά και ειρωνείας (Κύριος οίδε
από πού πρωτοξεκίνησε) για την εν γένει στάση του απέναντι σε πρόσωπα και
καταστάσεις. Μία φήμη που κάλλιστα ο ίδιος, με αδιάσειστα επιχειρήματα,
μπορούσε να τη διαλύσει, να την εξαφανίσει στη στιγμή υπερασπιζόμενος τον εαυτό
του, όμως αντιμετώπιζε το όλο θέμα ως φαιδρό και ανάξιο λόγου. Έζησε όλη του τη
ζωή με τη φήμη να θολώνει κάθε του δημιουργία, κάθε θετική του δράση. Ήταν
ζήτημα αξιοπρέπειας η όλη του στάση. Έζησε μ’ αυτό, συμβιβάστηκε, αφέθηκε στην
αφάνεια εξ αιτίας αυτής της φήμης. Όταν πέθανε, κάποιοι τον αποκάλεσαν δειλό.
Π.
Γ.
