[Καθαρά
Δευτέρα σήμερα, και, επ’ αφορμή της ημέρας, αναδημοσιεύω ένα αφήγημα, γραμμένο
πριν από 25 χρόνια, που συγκαταλέγεται στη δεύτερη συλλογή αφηγημάτων μου Το
ίδιο έργο της ζωής μου (Αλεξάνδρεια, 2002)]
֎
Ο ΑΕΤΟΣ
Σαν
σε σελιλόιντ όλα ξετυλίγονται μπροστά μου. Πιτσιρικάδες, στην αρχή, παίρνουμε
μάτι τα ζευγαράκια που χαϊδεύονται στα πίσω δεντράκια, κρατώντας την ανάσα μας έξω
απ’ τα συρματοπλέγματα, για να μην προδοθούμε. Οι εκδρομές με το δημοτικό κι η
μπάλα η ατέλειωτη στο χώμα της, ανάμεσα στα πεύκα. Γιορτή κρασιού με χορούς και
τραγούδια − ο παππούς κι η θεία μου σκνίπα και το μπρούσκο να ρέει άφθονο από τις
νταμιτζάνες. Κάποια φεστιβάλ αριστερών νεολαιών, με κόκκινες σημαίες και
τραγούδια, κι εγώ, δειλά, να χώνομαι στο πλήθος, πάντα με τον φόβο μη με πάρει
κάνα μάτι γνωστό και με καρφώσει στους δικούς μου. Μετά, εκδρομές με το
γυμνάσιο, συζητήσεις για ροκ συγκροτήματα στα ξεβαμμένα παγκάκια της. Τα πρώτα
φλερτ, παλάμες ιδρωμένες από την αγωνία και σπυριά της ηλικίας. Ένα
ξεμονάχιασμα, λίγο πριν το στρατιωτικό, υγρασία στα χείλη κι ανάμεσα στα
σκέλια. Μια υπόσχεση για αιώνια αφοσίωση, ένας σπασμός, μια τύψη. Κι η
εξομολόγηση του φίλου μου, του Στάθη, ένα πνιγηρό αυγουστιάτικο απόγευμα, με
κουτάκια μπίρες κατάχαμα, για κάποια Σόνια που δεν μπορούσε να ξεχάσει.
Καθαρά Δευτέρα, λιακάδα και εξόρμηση. Όλα
γυρίζουν, πάλι, στο μυαλό μου, όλα, στο ίδιο πάντα αλσάκι το γνωστό, τ’
αγαπημένο.
―Άντε, μπαμπά, να τον πετάξουμε επιτέλους!,
αδημονεί η κόρη μου τραβώντας το μανίκι.
Το παίρνω απόφαση εντέλει, λίγη φόρα
απαραίτητη, τρέχω, τεντώνω τον σπάγκο κι αφήνω απότομα τον αετό. Κάνει εκείνος
να πετάξει, ίπταται προσωρινά, όμως γρήγορα παίρνει την κατιούσα. Πέφτει με
ορμή, γειώνεται στο άλσος της Νέας Ελβετίας όπως το παρελθόν και οι εφηβικές μου
αναμνήσεις. Που όλο, λέω, να τις πετάξω μακριά, να τις ξεφορτωθώ κι όλο εκείνες
πεισματικά επιστρέφουν στη σκέψη και την καρδιά μου.
(2001)
Π. Γ.