(Επί του πιεστηρίου
Η μελωδία των αγαλμάτων)
Πριν σχολιάσω το νέο μου βιβλίο, που
ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει στα μέσα Απριλίου από
τις εκδόσεις Βακχικόν, με φιλολογική φροντίδα της επιμελήτριας εκδόσεων
Χρυσάνθης Ιακώβου και γραφιστική υποστήριξη του Στράτου Προύσαλη, θα πρέπει πρώτα να σας μιλήσω για τη σχέση μου με τα
μπαράκια της πόλης, τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και τη μουσική που,
τότε, άκουγα, γιατί αυτά πιστεύω πως αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης και τη
γενεσιουργό αιτία της συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος.
Στη «Σελήνη», λοιπόν,
δεκαεπτά χρονών πρωτάκουσα τους A priori. Ελληνική τζαζ-ροκ, στα καλύτερά της.
Στο «Εναλλάξ», επί της
Προξένου Κορομηλά, πηγαίναμε με τον Θανάση για ποτά, τρία εκείνος, ένα εγώ.
Πολύ Talking
heads και Cure
στα ηχεία, τσιγάρα και διάχυτος ερωτισμός.
Ουίσκι με ντραμπουΐ ή ρούμι, κλεφτές ματιές από τα δίπλα τραπέζια,
φλερτ, υπονοούμενα, χαμηλός φωτισμός.
Στον «Δον Κιχώτη»
φροϋδικές αναλύσεις με την παρέα και συζητήσεις για κινηματογράφο. Φασμπίντερ,
Γούντι Άλεν και Νίκος Αλευράς. Πέφταν οι σφαίρες της νιότης μας σαν
το χαλάζι, κατά τον τίτλο της ταινίας του σκηνοθέτη.
Για τις ταινίες του
Κολάτου, του Τάσιου, του Παναγιωτόπουλου και τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του
Β εξώστη υπήρχε το «Φλου», πίσω από το «Ντορέ», και, λίγο μετά, το «Vertigo», στο ίδιο περίπου
σημείο.
Στο «Λούκι Λουκ» βελάκια
στον τοίχο, Doors
και καμιά μπύρα, στο χαλαρό, πριν το βραδινό τοστ στον «Ρωμιό» ή την κρέπα του
«Snupy».
Στο «Μπανάλ» του Ηρακλή
πηγαίναμε τα Σάββατα, με τους κολλητούς, να χαζέψουμε τις
τρανς με τα τακούνια και τις περούκες. Κάποιες κούκλες. Εκεί πρωτάκουσα Lou Reed, το «Transformer», κι εκστασιάστηκα. Πήγα την επόμενη μέρα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς μου και μου το
έγραψαν σε εξηντάρα κασέτα χρωμίου, μάρκας TDK. Σήμερα το έχω και στις τρεις ηχητικές
εκδοχές του (κασέτα, βινύλιο, σιντί) και το ακούω ακόμη.
Περνούσαμε κι από το
«Μικρό καφέ», πίσω από την Ιερά Μητρόπολη, για να συναντήσουμε τον Μαρωνίτη,
που ήταν, ήδη, σύμβολο στην πόλη. Όμως δεν τολμούσαμε να τον χαιρετήσουμε ή να
του μιλήσουμε, άλλωστε ήταν πάντα με τη δική του παρέα, σοβαρός και απρόσιτος.
Ο Χριστιανόπουλος ήρθε λίγο μετά, με τα μικρά του ποιήματα, να τον υποσκελίσει
μέσα μας και να μας συνεπάρει.
Πέρασα αρκετά βραδινά και
στο «Berlin» του Παπαδόπουλου, του γνωστού στην πόλη ως «Μπερλινά». Άλλοτε μόνος, άλλοτε με παρέα. Ένα βράδυ (θα
ήμουν 18 ή 19 χρονών), δίχως να τον
γνωρίζω, βρήκα το θάρρος να του εμφανίσω δύο δικές μου κασέτες χρωμίου και να
του ζητήσω να τις παίξει στο ορθάδικό του. Μία με Camel και μία με Eloy. «Τα έχω και τα δύο σε βινύλιο,
αλλά δεν βάζω τέτοια» μου είχε πει, αλλά για να μη με απογοητεύσει έβαλε στο
πικάπ το «Heroes»
του Bowie,
που επίσης μου άρεσε. Πού να ήξερα πως από τότε ήταν ένας από τους μεγαλύτερους
συλλέκτες βινυλίου στη χώρα. Από το «Berlin» και ποιος δεν είχε περάσει... Ο Cave, οι Class, οι Cure, ο Ιόλας, η Γώγου, ο Μπίλι Μπο,
μέχρι και ο πολύς Βιμ Βέντερς. Πάρτι μέχρι πρωίας, χάπενινγκ, μουσικά λάιβ − δεν
αξιώθηκα να τα χαρώ όσο θα ήθελα, γιατί διάβαζα για τις πανελλήνιες και μετά,
φοιτητής στην Κομοτηνή, είχα ρίξει μαύρη πέτρα στη γενέτειρα για χρόνια.
Θυμάμαι ακόμα τα
συνθήματα και τις γραμμένες ερωτικές εξομολογήσεις στις τουαλέτες του «Berlin»
αλλά και του «Εναλλάξ». Συχνά ανορθόγραφες, αλλά με παλμό και αίσθημα.
Στα σαράντα μου χρόνια,
ψημένος οικογενειάρχης, βρήκα απάγκιο
στο «Journal»
και στο «Γαζία», που κι αυτά περάσαν πλέον στην ιστορία της πόλης. Στο «Γαζία» συμμετείχα
αρκετές φορές ως ομιλητής για ποιητικά βιβλία ή λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης
σε βραδινά που διοργάνωνε η Κατερίνα, η
ιδιοκτήτρια του χώρου, που ήταν και ηθοποιός. Βέβαια, μεσολάβησαν εντωμεταξύ οι
τζαζιές στον «Βελερεφόντη», επί της Βασιλίσσης Όλγας, και αρκετά έντεχνα καφωδεία
της πόλης.
Πότε μου δεν άκουσα
ρεμπέτικο, αντάρτικα, πολιτικό τραγούδι ή νέο κύμα, ούτε σύχναζα στα στέκια που ακούγονταν τέτοια
τραγούδια. Έντεχνο, πολύ επιλεκτικά, μόνο ό,τι ρόκιζε φανερά ή τζαζόφερνε.
Σαββόπουλο άκουγα φανατικά, ό,τι κυκλοφορούσε.
Πρόσφατα, πληροφορήθηκα
από ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης
πως ο «Μπερλινάς» πέθανε. Τα
μπαράκια που σας προανέφερα, δεν υπάρχουν, εδώ και χρόνια. Μόνο το «Berlin»
επιμένει. Έχω να πατήσω εκεί πάνω από τριάντα χρόνια.
Όσο για το μπαρ «Ερμής
ανάδρομος» του υπό έκδοση βιβλίου μου, που τιτλοφορείται Η μελωδία των
αγαλμάτων, είναι ένας χώρος μισοπραγματικός και μισοεπινοημένος. Ένα άβατο
της μνήμης και της ψυχής, ένα ιερό κατάλυμα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιο
από τα μπαράκια του παρελθόντος, που σας προανέφερα. Οι ιστορίες που
διαδραματίζονται εκεί, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε προαναφερθέν
στέκι. Οι ήρωες θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει αυτούσιοι, με σάρκα και οστά.
Ίσως ζουν και ανασαίνουν δίπλα μου, περπατούν στους ίδιους δρόμους που περπατώ,
είναι συνομήλικοί μου και αγνοούν παντελώς την ύπαρξη μου. Γράφοντας αυτό το
βιβλίο νιώθω πως πέρασα και πάλι από κάποιο αγαπημένο κατάλυμα της
δεκαετίας του ’80, βραδάκι, για ένα ποτό
και για να ακούσω την παλιά μουσική. Όχι για να νοσταλγήσω, αλλά για να
θρηνήσω, με τον δικό μου τρόπο, μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί, παίρνοντας
μαζί της κομμάτια του εαυτού μου.
Το μυθιστόρημα γράφτηκε
κατά το μεγαλύτερο μέρος του το 2007, προστέθηκαν κάποια κεφάλαια το 2013 και
ολοκληρώθηκε το 2025 με την προσθήκη του δεύτερου μέρους, που γειώνει όλη την
ιστορία στο σήμερα.
απόσπασμα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε στις παρακάτω ηλεκτρονικές διεύθυνσεις:
https://www.facebook.com/vakxikonpublications/?locale=el_GR
Ο Παναγιώτης Γούτας στο καφέ Γαζία,
το καλοκαίρι του 2005
(φωτο Γιώργος Γιαννόπουλος)
