«MΕ ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΙΑ ΤΑ ΚΟΝΤΟΜΑΝΙΚΑ»
(ρέκβιεμ για μια εποχή και μια τραγουδίστρια)
֎
Ένα κείμενο για τη Μαρινέλα σ’ ένα αμιγώς
λογοτεχνικό blog
ίσως και να φαντάζει ξεκάρφωτο. Αντιστάθηκα πολύ μέχρι ν’ αποφασίσω να το
δημοσιοποιήσω, το πάλεψα μέχρις εσχάτων, όμως τελικώς υπέκυψα. Είναι και το
παρελθόν που χιμάει κάποιες φορές ορμητικό σαν ποτάμι μέσα μας, θυμίζοντάς μας τα
περασμένα.
Μια παλιά φιλενάδα της θείας
μου, η Λία, δούλευε οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαρινέλας και του Βοσκόπουλου,
στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η Λία, όταν ερχόταν σπίτι να μας συναντήσει, μας
μιλούσε σχεδόν εκστασιασμένη για τη ζωή των δύο σταρ της εποχής, τα γλέντια στο
αίθριο του σπιτιού τους στην Αθήνα, για τις ιδιορρυθμίες και τον τρόπο που
συμπεριφέρονταν. Το πόσο απλοί ήταν στην καθημερινότητά τους. Το σπίτι μας είχε
γεμίσει με κασέτες τραγουδιών της Μαρινέλας και φωτογραφίες του διάσημου
ζεύγους από απλές στιγμές της ζωής τους. Η θεία μου, από το πρωί ως το βράδυ
άκουγε Μαρινέλα. Εγώ, δεκατέσσερα στα δεκαπέντε, είχα εντυπωσιαστεί από το «Ρεσιτάλ»
του Χατζή με τη Μαρινέλα, που η Λία μού το είχε φέρει δώρο στα γενέθλιά μου για
να το ακούσω. Τα τραγούδια του Κώστα Χατζή και τα διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη,
που τότε διάβαζε η μητέρα μου φανατικά, ήταν τα πρώτα καταλυτικά κεντρίσματα στην προεφηβική και εφηβική μου συνείδηση, από αυτά πήρα τα πρώτα κοινωνικά
μηνύματα, που, χρόνια μετά, τα μετέφερα και στα πρώτα βιβλία μου, κυρίως μέσα
από διηγήματα ή ποιήματα. Προτού γνωρίσω τους Αμερικανούς μπήτνικ, τον
Σαββόπουλο, τον Μπόρχες, τη λογοτεχνική σχολή της «Διαγωνίου», τον κύκλο του
περιοδικού «το τραμ», το progressive
ροκ
και τους τζαζίστες της εταιρίας ECM.
Μοιραία, λοιπόν, η φωνή της Μαρινέλας, ιδίως μέσα από την αγάπη (λατρεία πες) που
της είχαν η μάνα μου, η θεία μου και η Λία, δέσποζε στα μουσικά ακούσματα του
σπιτιού. Η καμπανιστή, μπριόζα φωνή της υπήρξε ταυτισμένη με τα νεανικά μου
χρόνια.
Δεκαεφτά χρονών σε
ζαχαροπλαστείο δίπλα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Καραπουλιτίδη, στη
Χαλκιδική, η Μαρινέλα τραγουδούσε το «Σήμερα» και «Τα πουκαμισάκια τα
κοντομάνικα». Με το αυτί κολλημένο στο ηχείο του μαγαζιού η παρέα άπλωνε την
αρίδα της στα καλοκαιρινά τραπεζάκια, στην πλατεία της Νέας Ηράκλειας, τέλη της
δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Β. Γ., σημερινός αθλητικός μεγαλοπαράγοντας, ο Ν.
Ζ., ο Β. Ο., οι αδελφοί Π., εγώ, η παιδική μου φίλη Γιάννα. Τ., που έφυγε από
τα ναρκωτικά, η αδελφή της, κάποια άλλα συνομήλικά μας κορίτσια. Όταν ο
ιδιοκτήτης άλλαζε την κασέτα, ο Β. Γ. τιναζόταν όρθιος και πρόσταζε στον Σπύρο,
το γκαρσόνι: «Σπύρο, γιατί ρε αγόρι μου; Βάλε ξανά το “Σήμερα”. Τη θεά, ρε
Σπύρο, τη θεά!». Η κασέτα έπαιζε από την αρχή και όλοι ηρεμούσαν. Είχε
αποκατασταθεί η μουσική ισορροπία του απογεύματος. Πέρασαν πάνω από 45 χρόνια
από τότε, όμως η φράση του φίλου μου και η φωνή της Μαρινέλας μού θυμίζουν
ακόμη τ’ ανέμελα καλοκαίρια μας.
Για αρκετά χρόνια, μέχρι
να αρραβωνιαστώ και να φύγω από το πατρικό μας διαμέρισμα, η Μαρινέλα ήταν κάτι
σαν μουσική ιέρεια του σπιτού − όχι πάντως και του δωματίου μου. Τα τραγούδια της
καθόριζαν το κέφι και τη διάθεση των μελών της οικογένειας.
Και πέρασαν τα χρόνια. Η μητέρα
μου και η θεία μου μετοίκησαν εις Κύριον. Η Λία είχε τραγικό τέλος: Τη χτύπησε
αυτοκίνητο σε διασταύρωση στου Χαριλάου αφήνοντάς την στον τόπο. Η μεγάλη ντίβα,
στα 87 της χρόνια, ανηφόρισε κι αυτή στα ουράνια. Λύγισε επί σκηνής, όπως αρμόζει
στους μεγάλους σταρ. Πολλοί σημαντικοί άνθρωποι (Γιάννης Ξανθούλης, Σταμάτης
Φασουλής κ. ά.) έγραψαν από καρδιάς ευαίσθητα λόγια για τη σπουδαιότητα της μεγάλης
ερμηνεύτριας. Όλη η χώρα θρήνησε την αποδημία της. Εμένα, μεταξύ άλλων, μου έμειναν
κάτι παλιές φωτογραφίες της και οι δυο κασέτες από το «Ρεσιτάλ» του Χατζή με την
ίδια ως ερμηνεύτρια − ένα σημαντικό έργο της ελληνικής δισκογραφίας, που, παρά τις
υψηλές πωλήσεις του, δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε από τους μουσικούς
ειδήμονες, ίσως γιατί το διπλό άλμπουμ δεν ήταν στιχουργικά αμιγώς πολιτικό και
ηχητικά δεόντως εμβατηριακό, κατά το πρότυπο της εποχής.
Η ζωή συνεχίζεται. Δίχως
τη μάνα μου, τη θεία μου, τη Λία, τη φίλη μου τη Γιάννα, τη σπουδαία Μαρινέλα,
δίχως τις νοστιμιές και την αμεριμνησία ενός παρελθόντος που έφυγε ανεπιστρεπτί.
Όμως, ένα τραγούδι της Μαρινέλας ίσως αρκεί για να έρθουν τα πάνω κάτω, να
ζωντανέψουν ξανά τα παλιά. Για να γίνουν και πάλι τα καλοκαίρια μας ανέφελα και
αισιόδοξα. Εκείνα της νιότης μας, φορώντας πάντα «τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα».
Π. Γ.