ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ
ΚΥΤΙΟ (1)
(στη
στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά
καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)
●
Γιώργος
Μουφτόγλου, Την ημέρα που ερχόμουν, Βακχικόν, 2025
Αν
έδειχνε τα πρώτα του ποιήματα σε κριτικούς ή ειδήμονες του περασμένου αιώνα, ίσως
εκείνοι να τον προσγείωναν με την πολυφορεμένη κρίση−ατάκα:
«Τα θέματα που διαπραγματεύεσαι υπερβαίνουν την ηλικία σου». Κι όμως, αυτός ο
25χρονος, ο Γιώργος Μουφτόγλου, που τολμά να εκτεθεί μ’ αυτά τα πρώτα 33
ποιήματά του, δείχνει να έχει τα εχέγγυα για να εξελιχθεί σημαντικά στο μέλλον
ως ποιητής. Γειώνει εντός του τα βιώματα και τις σκέψεις−ανησυχίες του,
χρησιμοποιεί ικανοποιητικά τον ανοίκειο λόγο και την ποιητική μεταφορά, αφαιρεί
από την ποιητική ύλη τα περιττά κρατώντας μόνο τα απαραίτητα. Ενώ επιχειρεί να
εκφράσει το νέο και το καινούριο, παράλληλα εντρυφά στην παράδοση, που δείχνει
να τον συγκινεί. Το βορειοελλαδίτικο τοπίο εμφατικά παρόν σε αρκετούς στίχους
των ποιημάτων του: Ο αέρας του Βαρδάρη που του φέρνει νέα, η δυτική Μακεδονία,
οι εκβολές του Αλιάκμονα με τα σαν «πορφυρό καθρέφτη» νερά του, επανέρχονται
από ποίημα σε ποίημα. Στο παρθενικό ποιητικό του βιβλίο η αιώνια αναρώτηση
γίνεται, πλέον, κατάφαση και επιβεβαίωση: Ναι, η ποίηση ταιριάζει καλύτερα στην
ηλικία της νεότητας!
Δείγμα
γραφής (σελ. 14)
Ας
ανεγερθεί το σπίτι πρώτα.
Μ’
ασβεστωμένους τοίχους κατάλευκους
σαν
το φόρεμα της Έμιλι Ντίκινσον.
Με
κάγκελα ψηλά, μαύρο μαντέμι λαμπερό
σαν
της προγιαγιάς μου το τσεμπέρι
εκεί,
στις εκβολές του Αλιάκμονα.
Μ’
έναν κισσό αναρριχώμενο
σαν
θλίψη αναρριχώμενη σε γέλιο βαθύ.
Παράθυρα
να μην υπάρχουν.
Ίσως
κάπου, κάτω χαμηλά, σε μια γωνιά
ξεχασμένη,
μια μικρή πορτούλα σκύλου
ίσα
που να χωρά κεφάλι ανθρώπου
ν’
αντικρίζει μια στιγμή το φως
και
να μαζεύεται πάλι μέσα.
Ας
ανεγερθεί το σπίτι πρώτα.
Θα
βρεθεί ύστερα κι ο Ποιητής
να
τ’ αγοράσει.
Π.
Γ.