Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Οκτασέλιδα Μπιλιέτου-νέα σοδειά

 





        ΤΑ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 

                   ΤΟΥ "ΜΠΙΛΙΕΤΟΥ"



Για τέσσερα πρόσφατα οκτασέλιδα των καλαίσθητων εκδόσεων του Μπιλιέτου, δημοσιεύτηκε πρόσφατα κείμενό μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό για τις τέχνες και τον πολιτισμό book press. Μπορείτε να το διαβάσετε στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο:


https://bookpress.gr/stiles/protaseis/24843-ta-oktaselida-poiisis-tou-mpilietou-epiloges-apo-tin-prosfati-sodeia

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (2)-Μεταφρασμένη λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 επιλογές)

 

Από τα βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση τα παρακάτω:

 

Patrick Modiano, Η χορεύτρια (νουβέλα, εκδ. Πόλις, 2025, μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη)

Η γραφή της νουβέλας είναι αφαιρετική και λεπτεπίλεπτη. Ο φωτισμός χαμηλός, νυχτερινός. Η γοητεία μιας άλλης εποχής, ο κόσμος του χορού στο Παρίσι του ’60, η σκληρή πειθαρχία των χορευτών, το σκοτεινό παρελθόν των καλλιτεχνών, όλα μεταφέρονται από τον Μοντιανό με αριστουργηματικό τρόπο στο βιβλίο. Η λογοτεχνία και ο χορός σε αγαστή σύζευξη.

(μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την κριτική μου για το βιβλίο στον παρακάτω σύνδεσμο: https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/24040-i-xoreytria-tou-patrik-montiano-kritiki-morfes-pou-paramenoun-aneksitiles-me-ta-xronia )

 

James Joyce, Οι νεκροί (εκδ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ Μεταίχμιο, 2025, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

Ο έρωτας, ο θάνατος, η δυσκολία επικοινωνίας σ’ ένα ζευγάρι αλλά και η κατ’ επίφαση ζωή ανθρώπων που σπαταλούν την ύπαρξή τους σε κοινοτοπίες και στερεότυπα, όλα τα παραπάνω μπόρεσαν να χωρέσουν αριστουργηματικά στο διήγημα-κομψοτέχνημα του Τζόις, Οι νεκροί, μια καθαρά «ιρλανδική» ιστορία που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του Ιρλανδού συγγραφέα Δουβλινέζοι (1914) – προάγγελος του μυθιστορήματός του Οδυσσέας (1922), που απετέλεσε τομή στην μοντερνιστική πεζογραφία της εποχής του.

J. M. Goetzee, Ο Πολωνός (7η χιλιάδα, επανακυκλοφορία 2025, μυθιστόρημα, εκδ. Διόπτρα, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου)

Ένας Πολωνός πιανίστας, ο Βίτλοντ Βαλτσικιέβιτς, ερωτεύεται την Μπεατρίθ, μία κατά πολύ νεότερή του γυναίκα, σύζυγο τραπεζίτη, όταν τον καλεί σ’ ένα ρεσιτάλ στη Βαρκελώνη, στην οργάνωση του οποίου βοηθάει η ίδια. Στο βιβλίο εντυπωσιάζει πως ενώ η σχέση ξεκινά περίπου ως αδικαίωτος έρωτας του Πολωνού προς την Ισπανίδα γυναίκα, αφού η τελευταία δεν έχει εντυπωσιαστεί από την πολιορκία που της γίνεται, στο τέλος το ερωτικό παιχνίδι οδηγείται στην ανατροπή και εξελίσσεται από παιχνίδι εξουσίας και επιβολής σε μια μικρή ερωτική περιπέτεια, με αναπάντεχα, απτά αποτελέσματα. Ο Goetzee μάς αποδεικνύει πως καλή λογοτεχνία δεν είναι μόνο τα μεγάλα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε στο παρελθόν, και που του χάρισαν κι ένα Νόμπελ (2003), αλλά και ο καθημερινός μικρόκοσμος, που κρύβει τόσα αισθήματα, ματαιώσεις, ανατροπές και ερωτικά σκιρτήματα.

 

Georgi Gospodinov, Ο κηπουρός και ο θάνατος (μυθιστόρημα, εκδ. Ίκαρος, 2025, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου)

Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν κηπουρός. Παιώνιες και πατάτες, τριαντάφυλλα και κερασιές ήταν ένα μέρος από τη ζωντανή κληρονομιά του. Και μαζί με αυτά, ατέλειωτες ιστορίες που αφηγούνταν ο καπνιστής πατέρας στον γιο του. Ο αφηγητής-γιος κάθεται δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου πατέρα καταγράφοντας τη ζωή του. Ένα βιβλίο για τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου. Για τη ζωή που σβήνει. Προκαλεί πηγαία συγκίνηση η αφήγηση του βραβευμένου Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (1968), θυμίζοντάς μας (κυρίως ως προς τη θεματογραφία του και όχι ως προς το ύφος γραφής του) τον Φίλιπ Ροθ, στο ανυπέρβλητο αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Πατρική κληρονομιά (Πόλις, 2012, μτφρ. Τάκης Κίρκης).

 

Satoshi Yagisavva, Οι μέρες στο Βιβλιοπωλείο Μορισάκι (μυθιστόρημα, εκδ. Ελληνικά γράμματα, 12η έκδ. 2025, μτφρ. Άρης Σφακιανάκης)

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Σατόσι Γιαγκισάβα (1977) έγραψε ένα απλό (όχι απλοϊκό) και μικρής έκτασης μυθιστόρημα τύπου «feelgood» (αναγνώσματα που μας φτιάχνουν τη διάθεση), που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ. Μια εικοσιπεντάχρονη, η Τακάκο, βιώνοντας μια ερωτική αποτυχία καταφεύγει στο παλαιοβιβλιοπωλείο του θείου της, Σατόρου, όπου διαμένει στον επάνω όροφο βοηθώντας τις καθημερινές ως υπάλληλος. Το βιβλιοφιλικό σύμπαν και οι πελάτες του χώρου θα της αλλάξουν σταδιακά τη ζωή, και η κοπέλα θα δει τον κόσμο με θετικό βλέμμα. Με διαυγή και ήρεμη αφήγηση ο Γιαγκισάβα στήνει ένα συμπαθητικό και ευκολοδιάβαστο στόρι για τη ζωή, την αγάπη και την ιαματική δύναμη των βιβλίων, που λειτουργεί στον αναγνώστη ως άσκηση ζεν.

Είναι φανερό πως τη χρονιά που μας πέρασε οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις μετατοπίστηκαν από τα ογκώδη, πολυσέλιδα μυθιστορήματα, στα μικρής έκτασης μυθιστορήματα, στις ολιγοσέλιδες νουβέλες και στα διηγήματα. Για κάποιο ή για κάποια από τα βιβλία που σας προανέφερα, ίσως δείτε, μελλοντικά, στις σελίδες του blog αναλυτικότερους σχολιασμούς.

Π. Γ.

 

 


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Αναγνωστικές προτάσεις (1)-Ελληνική λογοτεχνία

 


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

(5 +1 επιλογές)

 

Από τα βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας που διάβασα το 2025 επιλέγω και προτείνω προς ανάγνωση δύο επανεκδόσεις μυθιστορημάτων, τρία πεζογραφικά βιβλία και μία αυτοβιογραφία.

 

Επανεκδόσεις

Κώστας Χατζηαντωνίου, Αγκριτζέντο (μυθιστόρημα, νέα έκδοση, επιμελημένη, 2024, Καστανιώτης)

Ένα βιβλίο όπου η φιλοσοφία, η περιπλάνηση και το ιστορικό μυθιστόρημα συναντιούνται και περιπλέκονται αρμονικά. Ένας ύμνος για τις Χαμένες πατρίδες της Κάτω Ιταλίας. Παράλληλα και μια επιστροφή στους πρώτους έρωτες προσώπων και στην αλλοτινή αγνότητα τόπων, που δεν γνωρίσαμε όπως θα τους άρμοζε. Ο Χατζηαντωνίου περιδιαβαίνει με ιστορική γνώση και ευαισθησία κομμάτια του Ελληνισμού, που δεν προβλήθηκαν αρκετά διά της λογοτεχνίας. Το βιβλίο έλαβε το 2011 το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεταφράστηκε έως σήμερα σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

Περικλής Σφυρίδης, Μεταμόσχευση νεφρού και Τηλεοπτικός κανιβαλισμός (μυθιστόρημα, Εστία, 2024)

Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα από το μακρινό 2000, οπότε πρωτοκυκλοφόρησε, το μυθιστόρημα του Π. Σ. επανεκδίδεται εμπλουτισμένο με τη νουβέλα Τηλεοπτικός κανιβαλισμός. Στο βιβλίο καταγράφεται η εμπειρία του συγγραφέα ενός ταξιδιού του στην Ινδία μαζί με την αδελφή του προς αναζήτηση δότη νεφρού, για να σωθεί η άρρωστη γυναίκα. Ένα οικουμενικό μυθιστόρημα, γραμμένο με τέχνη και ενάργεια, που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές του κοινωνικού προβλήματος των μεταμοσχεύσεων ζωτικών οργάνων σε ασθενείς − κάτι που, μόλις τα τελευταία χρόνια, έχει ως πράξη αποενοχοποιηθεί.

 

Πεζογραφία

 

Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2025)

Ο καλός Βολιώτης πεζογράφος έχει καταθέσει και στο παρελθόν, μεταξύ άλλων, και βιβλία γραμμένα με την τεχνική της μυθιστορηματικής βιογραφίας, σ’ ένα, κατά κανόνα, μεταμοντέρνο πλαίσιο γραφής. Αναδεικνύει, έτσι, και προβάλλει στο αναγνωστικό του κοινό σχετικά άγνωστες (ή και περισσότερες γνωστές), όμως σημαντικές προσωπικότητες της πατρίδας (Αλφόνς Χοχάουζερ, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Στρατής Δούκας). Στο παρόν βιβλίο ασχολείται με τη ζωή του Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, ο βίος και η πολιτεία του οποίου (βασανισμένη παιδική ηλικία, μόχθος επιβίωσης, ταξίδια, φιλίες, έρωτες κ. ά.) έχουν από μόνα τους μυθιστορηματική υφή. Οι ήρωες που ο Ακρίβος επιλέγει να υφάνει μυθοπλαστικά τη βιογραφία τους, εμπεριέχουν πάντα κάτι το τραγικό αλλά και το μεγαλειώδες.

 

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Ο ελεγκτής και άλλες ιστορίες βιοποριστικού έρωτα (διηγήματα, εκδ. ΑΩ, 2024)

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ύστερα από σαραντάχρονη πορεία στην ποίηση, αποφάσισε να εκτεθεί και στην πεζογραφία με την πρώτη συλλογή διηγημάτων του. Το ερωτικό στοιχείο διατρέχει το σύνολο των 13 ιστοριών, ενώ στην πλειονότητα των κειμένων κάποια επαγγελματίας του έρωτα ή, απλώς, κάποια ερωτική γυναίκα στηρίζει, ικανοποιεί ή αναγεννά με τις ερωτικές της υπηρεσίες κάποιον εξουθενωμένο από τη ζωή άντρα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και ενθαρρυντική εκκίνηση στον χώρο της πεζογραφίας (διηγηματογραφίας) από τον έμπειρο και καταξιωμένο ποιητή, που πετυχαίνει να διοχετεύσει αβίαστα το ποιητικό του υπόβαθρο και στον πεζό λόγο.

 

Γιώτα Ιωαννίδου, Coffee time (νουβέλα, εκδ. Βακχικόν, 2025)

Το βιβλίο είναι γραμμένο από τη γυναικεία οπτική, ωστόσο η συγγραφέας, μέσα σε λίγες σελίδες, κατορθώνει να θίξει με άμεσο και καίριο τρόπο ζητήματα που άπτονται των ανθρώπινων σχέσεων και του ερωτικού παιχνιδιού. Σκηνοθετικό ντεκόρ της νουβέλας ένα κοινότοπο, καθημερινό, σχεδόν παρακμιακό καφέ της πρωτεύουσας. Ένα κομψό βιβλίο για τους έρωτες που δεν υλοποιούνται, με ισορροπημένη εκ μέρους της συγγραφέως αντιμετώπιση του αντρικού και του γυναικείου ρόλου σε μία σχέση, κάτι που σπανίζει στη σημερινή ερωτική βιβλιοπαραγωγή.

 

Συν μία επιλογή

 

Γιώργος Χρονάς, Το όνομά μου είναι Γιώργος Χρονάς (αυτοβιογραφία, Οδός Πανός, 2024)

Πρόκειται για μια άκρως ενδιαφέρουσα, σχετικά ολιγοσέλιδη, κομψή και περιεκτική αυτοβιογραφία, μοιρασμένη σε 36 σύντομα κεφάλαια, όπου καταγράφονται πρωτίστως τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του ποιητή. Το βιβλίο, στο τέλος, καταλήγει ως ένα είδος πνευματικού και υλικού αντίδωρου, μια απόδοση ευγνωμοσύνης εκ μέρους του ποιητή για την ύπαρξή τους. Η πόλη της Θεσσαλονίκης παίζει σημαντικό ρόλο στις μνήμες και εξομολογήσεις του Χρονά, αφού, ως σημείο αναφοράς ή πεδίο γεγονότων και καταστάσεων, καταλαμβάνει σημαντικό αριθμό κειμένων στη συνολική αυτοβιογραφία.

Π. Γ.


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Ταχυδρομικό κυτίο (4)-Φύλο ασθενές

 


ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΚΥΤΙΟ (4)

 

 

(στη στήλη αυτή θα αναρτάται σύντομο σχόλιο για κάποιο από τα βιβλία που, κατά καιρούς, δέχομαι με το ταχυδρομείο)

 

 

Μαριάνθη Τεντζεράκη, Φύλο ασθενές, διηγήματα, εκδ. Βακχικόν, 2025

 

Η Μαριάνθη Τεντζεράκη (1997), που το 2022 έλαβε Βραβείο πεζογραφίας από την Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης για προηγούμενο έργο της, «διοχέτευσε την οργή της» (κατά δική της δήλωση σε πρόσφατη συνέντευξή της στην book press) για τη βία κατά των γυναικών και τη ζοφερή επικαιρότητα αναφορικά με τις γυναικοκτονίες. Συνέγραψε, λοιπόν, δέκα σχετικά σύντομες ιστορίες για δέκα σύγχρονες ηρωίδες της ελληνικής επικράτειας. Κάθε διήγημα  φέρει ως τίτλο το όνομα της εκάστοτε ηρωίδας. Οι δέκα γυναίκες-πρωταγωνίστριες αποτελούν ικανό και αξιόπιστο δείγμα αυτού, που, με κάπως ειρωνικό τρόπο, προσδιορίζει η ίδια στον τίτλο της συλλογής ως: Φύλο ασθενές. Συνήθως η ενασχόληση των συγγραφέων με την τρέχουσα επικαιρότητα αδυνατίζει και αδικεί το έργο τους, όμως στην περίπτωση της Τεντζεράκη οι ιστορίες, με τον τρόπο γραφής τους και τη δυναμική της θεματολογίας, πετυχαίνουν μια πειστική και εύγλωττη αποτύπωση της πορείας και της μοίρας της γυναίκας στους σύγχρονους καιρούς.

 

Δείγμα γραφής (σελ. 44, από το διήγημα «Ειρήνη»)

 

Γιατί βρίσκομαι μαζί σου; Γιατί κάνω σεξ μαζί σου;

Ρωτάω τον εαυτό μου τα ίδια πράγματα κάθε φορά που θα βαφτώ στο φτερό για να έρθω στο σπίτι σου όμορφη. Ποτέ δεν μου έχεις πει πως είμαι όμορφη. Και ας βλέπω ότι το πιστεύεις με τον τρόπο που με κοιτάς. Ποτέ δεν μου έχεις πει πώς νιώθεις. Αλλά ξέρω. Εσύ δεν νιώθεις, γιατί όπως μου έχεις εκμυστηρευτεί για χιλιοστή φορά όταν αράζαμε στο κρεβάτι σου, δεν σου αρέσει να μεγαλοποιείς καταστάσεις.

Εγώ τι κάνω εδώ, μου λες;

 

Π. Γ.

 

 


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Voyage, voyage-Παρίσι (4)

 



 

Η στήλη «Voyage, voyage» είναι ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με ποιητικό βλέμμα, από τόπους του εξωτερικού ή της Ελλάδας, που επισκέφτηκα στο παρελθόν και που με ενέπνευσαν.

 

 

֎

 

 






ΠΑΡΙΣΙ (4)

 

 

Περπατώ στη Λεωφόρο των Καπουτσίνων, στο Παρίσι. Κάθομαι σε μία κρεπερί για ένα μικρό γεύμα και έναν καφέ. Σ’ αυτή τη λεωφόρο περπάτησε, πριν από έναν αιώνα και κάτι, ο σπουδαίος Σκοτ Φιτζέραλντ, γράφοντας ένα από τα σημαντικότερα διηγήματά του, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα». Για το διήγημα αυτό, πρόσφατα, έγραψα κριτική. Δίχως να γνωρίζω τότε τη Λεωφόρο των Καπουτσίνων.

 

 

Ανακάλυψα και την περιοχή του Κλισί. Βρίσκεται στις παρυφές της Μονμάρτρης. Εδώ έγραψε ο Χένρι Μίλερ ένα βιβλίο, το Ήσυχες μέρες στο Κλισί, μια προσωπική και τολμηρή αφήγηση, στο μεταίχμιο της τέχνης με την ελευθεριότητα. Ένα βιβλίο, δηλαδή, στις παρυφές της Μονμάρτρης και σε ό,τι αυτή αποπνέει.

 

 

(Delacroix)

 

Πώς, αυτός, που δεν ταξίδεψε ποτέ του στην Ελλάδα, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Χίο, που έμαθε τα γεγονότα μόνο από τις εφημερίδες της εποχής του, πώς αυτός, λοιπόν, μπόρεσε ν’ αναπαραστήσει τόσο πιστά, τόσο ζωντανά και ρεαλιστικά την απόγνωση της μεγάλης σφαγής στα βλέμματα των σφαγιασμένων;

 

Ο σοφέρ που μας πήρε από το ξενοδοχείο για να μας πάει στα Ηλύσια Πεδία ήταν Αλγερινός Βερβερίνος. Στη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως η Γαλλία έγινε ισχυρή γιατί ενσωμάτωσε όλους τους ξένους και γιατί, όλοι μαζί, αγωνίζονται για τα συμφέροντά της και τα κοινά της ιδεώδη. Όταν τον ρώτησα αν στο ποδόσφαιρο υποστήριζε την Παρί Σεν Ζερμέν, έδειξε δυσφορία:

―Απεχθάνομαι το Παρίσι και τους Παριζιάνους. Εγώ υποστηρίζω την Μπαρτσελόνα!

 

 

 

Μία έγχρωμη γυναίκα στο Le Marrais τραγουδά με μεγάλη αισθαντικότητα, σε μία πλατεία, τραγούδια της Πιάφ.

Ένας βιολιστής, έξω από το Μουσείο Πικάσο, παίζει σαν βιρτουόζος για λίγα κέρματα, που αφήνουν οι επισκέπτες του μουσείου στην ανοιχτή θήκη του μουσικού του οργάνου.

Μια νεαρή γυναίκα στο Τροκαντερό τυπώνει φωτογραφίες τουριστών πάνω σε πεπαλαιωμένο χαρτί εποχής, με χρηματικό αντίτιμο «ό,τι θέλετε, αν θέλετε».

Ο Ισμαήλ, ο σοφέρ Uber, με αποχαιρετά με το πιο εγκάρδιο «enchantè, mon ami!» και αφού πρώτα του έχω αναλύσει επί αρκετή ώρα τις κλιματικές συνθήκες της Θεσσαλονίκης, την οποία, στο παρελθόν, είχε επισκεφτεί.

Και παντού, σε όλους σχεδόν τους χώρους, σε μουσεία, αρωματοπωλεία, ταχυφαγεία, πολυκαταστήματα και ναούς, η ίδια προτροπή, συχνά αναρτημένη και στους τοίχους: «Parler doucement» (μιλάτε απαλά). 

 

Έτσι συντηρείται ο μύθος αυτής της πόλης, έτσι δεν ξεθυμαίνει ποτέ το άρωμά της.

 

 

Στον σταθμό της Λυών, στο μετρό του Παρισιού, όπου βρεθήκαμε για περιήγηση στο Le Marrais, θυμήθηκα εκείνη την απίθανη ιστορία με τα χαμένα νεανικά χειρόγραφα του Χέμινγουεϊ· γκάφα ολκής της τότε συζύγου του, που τα ξέχασε, ακριβώς πριν από έναν αιώνα και κάτι, στον ίδιο σταθμό, πηγαίνοντας ν’ αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό Evian. Υπομειδίασα στην ανάμνηση του γεγονότος και σκέφτηκα πως, αν είχα ξεχάσει και εγώ στο ξενοδοχείο το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου κρατώ ανελλιπώς ιδέες, σημειώσεις και σκαριφήματα διηγημάτων, ίσως αυτό να ήταν ένα μήνυμα θεϊκό, ένας αισιόδοξος οιωνός, ένας προάγγελος πως, ίσως κάποτε, θα άγγιζα, έστω σε απειροελάχιστο βαθμό, σε φήμη και σε αναγνωσιμότητα τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα.

Απομακρυσμένος από το γκρουπ, κάθισα σε παρακείμενο παγκάκι και άνοιξα, όλος αγωνία, το σακίδιο ώμου. Το ημερολόγιο με τις σημειώσεις μου, δυστυχώς, βρισκόταν μέσα.

 

 

Μέσα στο αεροπλάνο, στη διάρκεια της πτήσης της επιστροφής, ολοκληρώνω την πρώτη γραφή αυτών των σημειώσεων. Καταλήγω με τον τρόπο του Καβάφη ως εξής: «Το Παρίσι σού έδωσε αυτές τις ταξιδιωτικές σημειώσεις. Άλλο δεν έχει να σου δώσει…». Όμως αυτό, εκτός του ότι είναι μελαγχολικό, μάλλον δεν είναι και αληθές. Ίσως επανέλθω μελλοντικά στην ίδια πόλη με άλλο βλέμμα, με άλλη διάθεση, εκθέτοντας μια διαφορετική εκδοχή της, που, σήμερα, μου διαφεύγει. Το ταξίδι, λοιπόν, συνεχίζεται μέσα μου, αφού κάθε τόπος και κάθε διαδρομή δεν παύει να είναι ένας τρόπος αναζήτησης του εαυτού μας, και τίποτα περισσότερο.

 

(13 Αυγούστου 2025, πρωινή πτήση Παρίσι-Θεσσαλονίκη, εν μέσω δυνατών αναταράξεων)


Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

"Μπιλιέτο"

 


 

 

Κριτικές και σχόλια

για 26 βιβλία του «Μπιλιέτου»

(δοκίμια)

 

 

 

 

 

Περιλαμβάνονται σχόλια και κριτικές για τα παρακάτω 26 βιβλία (με χρονολογική σειρά έκδοσης)

 

Γιάννης Παλαμιώτης, Μητροκτονία, Μπιλιέτο, 1996

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Η πιο βαθιά πληγή, ποιήματα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2001

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Τέσσερα παραμύθια−σπουδές λαϊκού λόγου, Μπιλιέτο, 2001

Περικλής Σφυρίδης, Η ψυχή του μπαρμπα Ανδρέα αναβλύζει, διήγημα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2001

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εγώ φαντάρος στο χακί−αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία, Μπιλιέτο, 2003

Περικλής Σφυρίδης, Στη μνήμη του Αλμπέρτου Ναρ και του άλλου Αλμπέρτου, διήγημα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2006

Βασίλης, Δημητράκος, Το μυστήριο της αγάπης, διηγήματα, Μπιλιέτο, 2006

Σάκης Παπαδημητρίου, Συνειρμοί άνευ διδασκάλου, μικρά κείμενα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2006

Σάκης Παπαδημητρίου, Η τελευταία προβολή, διηγήματα, Μπιλιέτο, 2007

Βασίλης Δημητράκος, Λασπωμένος άγγελος, ποιήματα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, Παιανία, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010

Παναγιώτης Γούτας, Αποκούμπι στην κουβέντα με τον Περικλή Σφυρίδη, Μπιλιέτο, 2010

Θοδωρής Βοριάς, Πυγολαμπίδες-33 χαικού, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2011

Δαυίδ Μπάκας, Τσιγάρο και λιβάνι, ποιήματα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2011

Αντώνης Περαντωνάκης, Το προζύμι, ποιήματα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2011

Νίκος Βασιλάκης, Το μικρό κυδώνι, ποιήματα, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2012

Βασίλης Δημητράκος, Πεταλούδες, ποίημα, χέρι με χέρι, Μπιλιέτο, 2012

Περικλής Σφυρίδης, Ο Αδαμάκος, διήγημα, Μπιλιέτο, 2012

Περικλής Σφυρίδης, Η ανακομιδή του Χαριλάου, διήγημα, Μπιλιέτο, 2013

Βασίλης Δημητράκος, Σε ποιητή της μοκέτας, ποίημα, χέρι με χέρι, Μπιλιέτο, 2013

Παναγιώτης Γούτας, Μικρό παιδί σαν ήμουν…, μικρά πεζά, Μπιλιέτο, 2013

Κώστας Ζωτόπουλος, Το ερωτικό πάθος και η ορθόδοξη πίστη στην ποίηση του Βασίλη Δημητράκου, δοκίμιο, οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2015

Κώστας Πλαστήρας, Ο παράλληλος χρόνος των άλλων, ποιήματα, Μπιλιέτο, 2019

Βασίλης Δημητράκος, Τα ζωντανά στα ποιήματά μου (αυτοανθολόγηση), 2023

Κ. Π. Καβάφης, Οκτώ δοκίμια για την ποίηση (1902-1907), κείμενο-αντιγραφή Βασίλης Δημητράκος, Μπιλιέτο, δ΄ έκδοση, 2025

Στράτος Κοσσιώρης, Η διά του πάθους λαχτάρα για την κάθαρση στα ποιήματα του Βασίλη Δημητράκου, σπονδυλωτό δοκίμιο, Μπιλιέτο, 2025

Γ. Λ. Οικονόμου, Κλείνω τα μάτια μου, 41 ποιήματα, Μπιλιέτο, 2025

 

 

Α΄

 

Κριτικές του Παναγιώτη Γούτα

για βιβλία του «Μπιλιέτου»

 

֎

 

Dimitrakis Giannis

 

Η ΠΙΟ ΒΑΘΙΑ ΠΛΗΓΗ

ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

Στο Η πιο βαθιά πληγή (ποιήματα, Οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2001) η ματιά του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι περισσότερο ελληνοκεντρική από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο του. Υπό μορφή πεζής φόρμας (πεζόμορφη ποίηση, ένα στιλ που ο ποιητής ακολουθεί πιστά, κυρίως μετά τη συλλογή του Νεκρή πιάτσα) ο Χ. καταθέτει ποιήματα που αφορούν τους ανταλλάξιμους της Μικρασιατικής τραγωδίας, τη γενναία στάση και το φρόνημα του τελευταίου αυτοκράτορα της Κων/πολης, του Κων/νου Παλαιολόγου, τον μαρμάρινο δίσκο της Τραπεζούντας, τη συγκινητική απάντηση του πατριάρχη Αθηναγόρα στο ότι έμειναν ελάχιστοι ορθόδοξοι χριστιανοί στην Πόλη, τους Ρωσοπόντιους μικροπωλητές που είναι περισσότερο Έλληνες από κάποιους υπερφίαλους «Ελληναράδες», που επικρίνουν δηκτικά την παρουσία τους σε λαϊκές αγορές, τις θηριωδίες των σουλτάνων που διέδιδαν πως ήταν ποιητές, με τη χατζάρα τους όμως βαμμένη στο αίμα αθώων χριστιανών. Σε κάποια σημεία της συλλογής ο πατριωτισμός και το εθνικό φρόνημα τού ποιητή χτυπούν κόκκινο, όπως στο ποίημα «Αυτά τα τέσσερα», που σας το καταθέτω αυτούσιο:

 

Αυτά τα τέσσερα

 

Είκοσι χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Κίσινγκερ λέγεται ότι δήλωσε τα εξής: «Αν θέλουμε να πλήξουμε τους Έλληνες, θα πρέπει να τους πλήξουμε στη γλώσσα, στη θρησκεία τους και στα πνευματικά και ιστορικά τους αποθέματα». Με άλλα λόγια, είναι σαν να ομολογεί πως δεν κατάφερε με τίποτε να εξουδετερώσει ηθικά τους Έλληνες · ό,τι επέτυχε, το πέτυχε μονάχα με τη δύναμη των όπλων.

Τέτοιες ομολογίες καθαρμάτων, σε εθνική αυτογνωσία πρέπει να μας φέρνουν. Κι ας μην ξεχνάμε, μέσα στη λιγοψυχία μας, αυτά τα τέσσερα που οι Κίσινγκερ φοβούνται από μας.

 

Κατά τον κριτικό Διονύση Στεργιούλα η εθνοκεντρική θεματολογία του Ν. Χ. υποδηλώνει ίσως, εκτός των άλλων πιθανών αιτιών, και μία βαθύτερη ανασφάλεια του ποιητή, σχετική με την αποδοχή του έργου του στο μέλλον («Το ποιητικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου», μελέτη δημοσιευμένη στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 165, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015), ενώ ο Περικλής Σφυρίδης σε δοκίμιό του με στοιχεία μαρτυρίας («Ο Χριστιανόπουλος είναι και θα παραμείνει ερωτικός ποιητής», περιοδ. Εντευκτήριο, τχ. 95, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) πιστεύει πως ο ποιητής αισθάνεται ένα μίσος, μια αποστροφή για τους Τούρκους και εν γένει για τους ξένους, αφού ανέκαθεν υπέφωσκε μέσα του ένα αίσθημα εθνοκεντρισμού, το οποίο διαμόρφωσαν και ενίσχυσαν μέσα του η προσφυγική καταγωγή του, η μάνα του και τα κατηχητικά σχολεία.

 

 

ΜΙΚΡΑ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ «ΜΠΙΛΙΕΤΟΥ»

 

 

Το 2001 σε οκτασέλιδο του Μπιλιέτου τυπώνεται το διήγημα του Περικλή Σφυρίδη Η ψυχή του μπαρμπα Ανδρέα αναβλύζει, όπου ο Σ. συνομιλεί με τον νεκρό πεθερό του. Συγκλονιστικό διήγημα όπου ο νεκρός ζητάει δικαίωση και εξηγήσεις από τον ζωντανό. Η τάση του Σ. να επικοινωνεί νοερά με νεκρούς σαν να πρόκειται για ζωντανούς, σαν να βρίσκονται δίπλα του –ίδιο αρκετών θεσσαλονικιών πεζογράφων–  πρωτοδιακρίνεται στο κείμενό του σχετικά με τον θάνατο του Βαφόπουλου (Τραμ, τέταρτη περίοδος, 1996). Το 2006, ο Σφυρίδης τυπώνει στο Μπιλιέτο το διήγημά του Στη μνήμη του Αλμπέρτου Ναρ και του άλλου Αλμπέρτου, ένα συγκινητικό κείμενο στο οποίο καταγράφεται η θερμή φιλία και αγάπη που συνέδεε τον συγγραφέα με τον πρόωρα χαμένο λογοτέχνη της Θεσσαλονίκης, αλλά και η μνήμη αγάπης προς τον άλλον Αλμπέρτο, έναν γερμανό στρατιώτη, που επί Κατοχής έμενε σε επιταγμένο δωμάτιο του πατρικού σπιτιού του πεζογράφου.

Ο σημαντικός Θεσσαλονικιός ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος και μελετητής Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931) τη δεκαετία 2000 έως 2010 κατέθεσε ένα βιβλίο και τρεις ανατυπώσεις πεζογραφικών βιβλίων. Ενώ θα συμφωνήσω με διαπιστώσεις κριτικών πως το πεζογραφικό έργο του Χ. είναι υποδεέστερο του ποιητικού του, δεν μπορώ πάντως να μην τονίσω την αναμφισβήτητη αξία του και την αφηγηματική του αρτιότητα. Διαβάζοντας διηγήματα του Χ. έχεις την εντύπωση πως από το κείμενο δεν λείπει ούτε μία λέξη, δεν υπάρχει τίποτα το περιττό, κάτι που προφανώς οφείλεται στην πολύχρονη ενασχόλησή του με την ποίηση. Το καινούριο του βιβλίο στην εν λόγω δεκαετία είναι το Εγώ, φαντάρος στο χακί – αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία (Μπιλιέτο, 2003). Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο όπου ο Χ. εξιστορώντας τη στρατιωτική του θητεία από την πρώτη μέρα μέχρι την απόλυσή του, εξαντλεί την αφηγηματική του δεινότητα.  Ωστόσο ο Π. Σφυρίδης διακρίνει στο κείμενο έλλειψη δραματικότητας «τόσο των συνθηκών στράτευσης όσο και της ίδιας της εποχής» (Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Ν.Χ., INFOPRINT, 2005, σελ. 24), ενώ ο Δ. Στεργιούλας λέει πως [ο Χ.] «αποφεύγει να αναφερθεί σε ό,τι δεν είδε, και είναι φανερό ότι δεν επιδιώκει να δημιουργήσει ένα κείμενο με πολιτικές προεκτάσεις αλλά ένα καθαρά λογοτεχνικό κείμενο» (Εντευκτήριο, τχ. 64, 2004). Οι ανατυπώσεις αφορούν τα βιβλία Η κάτω βόλτα (διηγήματα, Ιανός, 2004) (κείμενα γυμνά, εξομολογητικά, αυτοβιογραφικά, με κυρίαρχο θέμα τον ματαιωμένο έρωτα, περιστατικά από τη στρατιωτική θητεία του αφηγητή ή τις σχέσεις τριβής που υπάρχουν ανάμεσα σε πνευματικούς δημιουργούς), Οι ρεμπέτες του ντουνιά (μικρά πεζά, Ιανός, 2004) (δεκαπέντε μικρές αφηγηματικές πρόζες με κοινή συνισταμένη τη ρεμπέτικη ζωή, άλλοτε μέσα από την παρουσίαση άλλων προσώπων άλλοτε μέσα από προσωπικά βιώματα) και Τέσσερα παραμύθια, σπουδές λαϊκού λόγου (Μπιλιέτο, 2001). Τον πρόσεξα τη δεκαετία ’90 από ένα δυνατό του βιβλίο που μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση. Ο λόγος για τον Γιάννη Παλαμιώτη (1956) και τη Μητροκτονία του (Μπιλιέτο, 1996). Πιστεύω πως ο Παλαμιώτης είναι ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού και η αβασάνιστη ταξινόμησή του από τους ειδικούς στην γκέι λογοτεχνία αδικεί το ταλέντο του.


(από το βιβλίο του Π. Γούτα Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων. Μελέτες και βιβλιοκρισίες 2003-2011, Νησίδες, 2011)

 

 

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ, ΘΕÏΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

 

 

Ο Βασίλης Δημητράκος (γενν. 1962) συγκέντρωσε τα έως τώρα διηγήματά του –πέντε τον αριθμό– σε κομψή έκδοση του Μπιλιέτου, με τον γενικό τίτλο Το μυστήριο της αγάπης, το 2006, έκδοση εμπλουτισμένη με σχέδια του αδελφού του, ζωγράφου, Γιάννη Δημητράκη. Τα διηγήματα δεν ακολουθούν χρονολογική σειρά. Δύο απ’ αυτά, «Το μυστήριο της αγάπης» και «Μόνιμο σύμπτωμα της αρρώστιάς μου», είχαν τυπωθεί το 1997 με τον τίτλο Χωνευτήρι, ενώ άλλα δύο, «Ο μοναχός είναι σκυλί παιδί μου» (μετέπειτα «Το σκυλί») και «Το μυστικό της ρέγκας», είχαν πρωτοκυκλοφορήσει ως οκτασέλιδο, τον Μάρτιο του 2003. Στην έκδοση του 2006 προστέθηκε μόνο το διήγημα «Το πετραχήλι και ο ασπρούλης μου», που είναι και το πιο πρόσφατο, αφού γράφτηκε το 2005, και προτάσσεται στην εν λόγω συλλογή.

Ας περιτρέξουμε τις πέντε ιστορίες του βιβλίου, που αποτελούν και το πεζογραφικό corpus του λογοτέχνη και εκδότη.

 Το «Το πετραχήλι και ο ασπρούλης μου» είναι μια παιδική ανάμνηση του αφηγητή. Ήρωας ένα εννιάχρονο παιδί που τον έχουν συνεπάρει τα λόγια της εξόδιου ακολουθίας, τα πετραχήλια και, γενικώς, οι εκκλησιαστικές συνήθειες. Ο ήρωας-αφηγητής συμμετέχει στον θάνατο του αγαπημένου του ζώου, ενός κουνελιού, του Ασπρούλη, μόνο και μόνο για να νιώσει τον πόνο του θανάτου, το ρίγος της συντριβής, και η απώλεια μιας αγαπημένης ψυχής να του μαλακώσει την καρδιά. Γράφει ο Δ. «Είχα τη μανία με κάθε τρόπο να προκαλώ, να επιδεινώνω τη θλίψη μου. Μόνο βουρκωμένος και θολωμένος απ’ τη στενοχώρια, έπαιρνε φωτιά η ψυχή μου. Είχα αιτία για προσευχή, έτσι ένιωθα να πιάνουν τόπο τα τροπάρια που έψαλα. Με παρηγορούσε που μαλάκωνα περίεργα, εξαντλημένος καθώς ήμουν από αυτήν την περιπέτεια, γινόταν βάλσαμο η προσευχή μου».

Στο διήγημα «Το μυστήριο της αγάπης» ο ήρωας-αφηγητής είναι παπαδάκι και βοηθάει τον υπερήλικα ιερέα της ενορίας να τελέσει το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Κάποιες φορές, όταν πέφτουν στο έδαφος κάποιες σταγόνες της Θείας Κοινωνίας, ο ίδιος φέρνει βαμβάκι και οινόπνευμα για να καούν τ’ απομεινάρια και να πεταχτούν στο χωνευτήριο. Συγκλονιστικό το τέλος του διηγήματος, όπου ένας άλλος ιερέας, ο παπα-Θανάσης, σέρνεται στο δάπεδο της εκκλησίας να γλείψει τα απομεινάρια, μες στις λάσπες και τα χώματα των παπουτσιών των εκκλησιαζομένων, γιατί θεωρείται αμαρτία να χυθεί έστω και μία σταγόνα Θείας Κοινωνίας κάτω. Μέσα από τέτοια βιώματα, ο αφηγητής-συγγραφέας προσκυνάει το μυστήριο της αγάπης.

Στο «Μόνιμο σύμπτωμα της αρρώστιάς μου», θίγεται θαυμάσια το ασυμβίβαστο της χριστιανικής ηθικής με το πάθος και την έξαψη των ομοερωτικών συνευρέσεων. Γράφει ο Δ. στη σελ. 25: «Ο φίλος με τις χριστιανικές κουβέντες για εγκράτεια και τις νουθεσίες περί ειλικρίνειας, φαινόταν τώρα υποκριτής στα μάτια μου. Ήμουν απ’ αυτούς που το πρωί κάνουν τον σταυρό τους σε κάθε εικονοστάσι και το βράδυ χάνονται σε σκοτεινές γειτονιές, για τα περαιτέρω. Κατάπιε τη γλώσσα του, παράτησε το ποτήρι με το κονιάκ πάνω στο τραπέζι και έφυγε δίχως να ρίξει ματιά πίσω του.» Πρόκειται για την αντίδραση ενός φίλου του ήρωα-αφηγητή, που αποκόπτεται από την παρέα του και ξεμένει οικονομικά επειδή τον εκμεταλλεύτηκε στη Θεσσαλονίκη ένας γιατρός στο Αφροδισίων, για τη θεραπεία κάποιων κονδυλωμάτων που απέκτησε ύστερα από ένα «στρίμωγμα πίσω απ’ την έρημη σκοπιά του Τσιρογιάννη, στην Καλαχάρη…». Η οδύνη της αρρώστιας περιπλέκεται θαυμάσια με τις τύψεις και τις ενοχές του αφηγητή για την πράξη του. Αντιγράφω από τη σελ. 26: «Έμπηγα τα νύχια μου στις πληγές και η φαγούρα μπερδευόταν με τον πόνο, έτσι όλη αυτή η οδύνη σαν να με ανακούφιζε – αυτή η διάλυση με έκανε να νιώθω όλο και πιο μικρός. Σαν ένα τιποτένιο μυρμήγκι πάνω στο σεντόνι ήμουν, όταν φώτισαν οι γρίλιες. Μες στην εξάντληση, πιο ήρεμος ένιωθα τώρα.». Στο τέλος, ο αφηγητής προσπαθεί να εξαφανίσει με κάθε τρόπο κάποια καρκινώματα στον κορμό ενός δέντρου, που του θύμισαν ανέλπιστα τη δική του περίπτωση, αφήνοντάς του σαν στάμπα μέσα του «το μόνιμο σύμπτωμα της αρρώστιάς του». Πρόκειται για αριστοτεχνικό διήγημα, γραμμένο με έντονη εξομολογητική διάθεση, τόλμη και στοιχεία καφκικού τύπου στην όλη δομή του – νομίζω  το καλύτερο πεζό κείμενο που έγραψε ώς τώρα ο Δημητράκος.

Το «Σκυλί» είναι ένα κείμενο μιας παλάμης, πυκνό, ουσιαστικό, που μιλάει για τις συνήθειες, τις μετάνοιες αλλά και τη σοφία των μοναχών, αναδεικνύει τους διαφορετικούς τύπους μοναχών που μπορεί να συναντήσει κάποιος σε μοναστήρια, θυμίζει έντονα εκκλησιαστική παραβολή, παρά τη σκληρή του αλήθεια όμως, δεν αποφεύγει, στο τέλος, μια νότα διδακτισμού.

Τέλος, «Το μυστικό της ρέγκας». Με φόντο το Περιβόλι της Παναγίας, ένας νέος περιηγητής με ομοφυλοφιλικές τάσεις και κάποιες, λιγοστές ανάλογες εμπειρίες, πάει συστημένος σ’ έναν γέροντα για να του ανοίξει την καρδιά του. Ο γέροντας τον προλαβαίνει και διαβάζοντας την ψυχή του και διακρίνοντας την ταραχή και την αμηχανία του, του αποκαλύπτει το μυστικό μιας ρέγκας, κρεμασμένης στον τοίχο, πάνω απ’ τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Τα λόγια του γέροντα λειτουργούν ως φάρμακο, ως βάλσαμο για να καταλαγιάσει στην ψυχή του νέου η ερωτική κάψα που την καίει αλλά και οι τύψεις για τις ερωτικές του επιλογές.

Κάποιες γενικές επισημάνσεις, τώρα, για το πεζογραφικό έργο του Β. Δ.

1. Ο Δ. είναι ολιγογράφος, ωστόσο αυτό του το βιβλίο, Το μυστήριο της αγάπης, με τα 5 μόλις διηγήματα, είναι σημαντικό και αξιοσημείωτο. Μπορεί, λόγω του μικρού αριθμού των κειμένων, να μην του προσδίδει ακόμα την ιδιότητα του πεζογράφου, είναι αρκετό όμως –κατά τη γνώμη μου– για να τον συμπεριλάβει στις αξιοπρόσεχτες φωνές της γενιάς του.

2. Ο λόγος του Δ. είναι γυμνός, αυθεντικός, εξομολογητικός, άλλοτε πρωτοπρόσωπος κι άλλοτε τριτοπρόσωπος, δίχως περιττά φτιασίδια και εξεζητημένες φράσεις, όπου με ξεκάθαρο και ευθύβολο τρόπο περιγράφει ή αφηγείται βιώματά του, τα οποία άλλοι λογοτέχνες που, πιθανόν, έζησαν παρόμοιες καταστάσεις με τις δικές του, δεν θα είχαν τα κότσια και την τόλμη να τα εκθέσουν και να τα εξομολογηθούν – στην καλύτερη των περιπτώσεων θα το έκαναν παραλλάσσοντας ή συσκοτίζοντας τα γεγονότα, και, ασφαλώς, με ψευδώνυμο.

3. Η πύκνωση των διηγημάτων είναι αξιοπρόσεχτη, σε σημείο που ένας παρατηρητικός αναγνώστης να διακρίνει πως οι ιστορίες του Δ. κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι εκτεταμένα διηγήματα ή ακόμα και νουβέλες εν περιλήψει. Προφανώς όλη αυτή η συμπύκνωση είναι θέση και άποψη του συγγραφέα και γίνεται συνειδητά, γιατί οι φλυαρίες και οι πλατειασμοί που απαιτεί ένα εκτεταμένο κείμενο δεν ταιριάζουν με τη φιλοσοφία και την πεποίθησή του.

4. Υπάρχουν έντονες αλλά χωνεμένες επιδράσεις από τη γραφή της Σχολής ή, καλύτερα, της τάσης της Διαγωνίου, και ειδικά από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, το έργο του οποίου και επηρέασε τον Δ. και μελετήθηκε συστηματικά από τον ίδιο, ώστε να προκύψει και ένα δοκιμιακού τύπου βιβλίο (μελέτη) για την ποίηση του ερωτικού ποιητή της Θεσσαλονίκης. (Μιλώ για το βιβλίο Ο ανυπεράσπιστος καημός του Ντίνου Χριστιανόπουλου, Εκδ. Μπιλιέτο, 1988, 2004).

5. Στα πεζά του Δ. –όπως και στα ποιήματά του– υπάρχει ένα αλλόκοτο συνταίριασμα (κράμα) θρησκευτικής πίστης και ομοερωτισμού, κάτι που συναντούμε και στο έργο του Ν. Χ. Ορθόδοξα λιβάνια και ψαλμωδίες από τη μια, ανορθόδοξοι έρωτες από την άλλη. Φαίνεται πως ο Δ., μέσα από την ιαματική διαδικασία της γραφής, ισορροπεί μέσα του αντίρροπες καταστάσεις και ψυχικές διεργασίες, ενώ οι τύψεις, οι ενοχές, ο πυρετός του έρωτα που τον κυριεύει, κάποιες αυτοκαταστροφικές τάσεις του μέσα από τις ενέργειες των ηρώων του, όλο αυτό το ψυχικό ξεγύμνωμα που υφίσταται ενώπιον φίλων και γνωστών, όλα τα παραπάνω μεταποιούνται μέσω της τέχνης του (ποιητικής ή πεζογραφικής) σε γυμνό, τολμηρό, δραστικό λόγο που καθηλώνει τον αναγνώστη και πείθει για την αληθοφάνειά του.

6. Οι ήρωες των διηγημάτων του Δ. –ακόμη κι αν το βιβλίο και τα κείμενα είναι βιωματικά, οφείλουμε να διαχωρίζουμε τον εκάστοτε ήρωα-αφηγητή από το πρόσωπο του συγγραφέα · αυτό είναι και προσωπική μου θέση– είναι συχνά έμπλεοι αγωνίας, ταραχής, έντονων παθών, αλληλοσυγκρουόμενων συναισθημάτων, τύψεων και ενοχών για ανομολόγητες σκέψεις ή πράξεις που τους καταβάλλουν, και ψάχνουν απεγνωσμένα διέξοδο σε μοναστήρια, γιατρούς ή έμπιστους φίλους, ελπίζοντας, οι τελευταίοι, να τους καταλάβουν και να τους συναισθανθούν μέσω της εξομολόγησης. Ζουν μια εμπύρετη ζωή που συχνά καταντάει μαρτύριο ή επίγεια κόλαση, ωστόσο, στο τέλος, αντέχουν, ισορροπούν και επιβιώνουν.

7. Τα διηγήματα του Δ. είναι απολύτως προσωπικά. Δεν θα συναντήσουμε πουθενά κοινωνικές ή πολιτικές νύξεις, ούτε απόπειρα έκφρασης κάποιας συλλογικότητας – για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της εποχής και των καιρών μας, που τείνει να φθαρεί (αν ήδη δεν έχει φθαρεί) από την υπερβολική της χρήση. Υπ’ αυτήν την έννοια ο Δ. είναι ένας ιδιοσυγκρασιακού τύπου λογοτέχνης, συνεχίζοντας τον τρόπο και τη γραφή του Ιωάννου και του Χριστιανόπουλου.

8. Υπάρχει διδακτισμός, κυρίως λόγω του κολλήματος που έχει με τη θρησκεία, αλλά νομίζω πως είναι ελεγχόμενος και δεν ενοχλεί, τουλάχιστον όχι τόσο όσο στην περίπτωση του Ν. Χ. ή άλλων πεζογράφων, που ακολούθησαν ή ακολουθούν το παράδειγμά του.

9. Ο Δ. θέλοντας να διαρρήξει το άρρηκτο και συμπαγές χαρακτήρα της συλλογής Το μυστήριο της αγάπης, τυπώνει, πλέον, χωριστά, ένα ένα, τα πέντε έως τώρα διηγήματά του, έχοντας ως υπότιτλο κάθε φορά τη φράση «Μικρές σελίδες αυτοβιογραφίας». Με τον τρόπο αυτό απελευθερώνει τις ιστορίες του από ένα συμβατικό και παγιωμένο corpus, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπλουτισμού αυτής της, ας την ονομάσουμε, λογοτεχνικής σειράς με καινούργια διηγήματα παρόμοιου ύφους και γραφής, ενώ λύνει και τις εκκρεμότητές του με τη λογοτεχνική κριτική κάνοντάς μας σαφές πως αυτοβιογραφείται, προφανώς επηρεασμένος από τον τρόπο με τον οποίο αυτοβιογραφείται ο Σφυρίδης, για τον οποίον χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο Μανόλης Ξεξάκης πως «κάνει τη ζωή του τέχνη», και ακόμα ο Μάνος Κοντολέων που έγραψε πως «κάθε διήγημα του Σφυρίδη μοιάζει σαν κεφάλαιο ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος». Παράλληλα, ο Δ. αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να γράψει στο μέλλον και άλλου τύπου διηγήματα, ακόμα και νουβέλα. Δεν υπάρχει λοιπόν η παραμικρή αμφιβολία πως στην περίπτωσή του, όπως και στις περιπτώσεις άλλων ομοτέχνων του, συγγραφέας και αφηγητής ταυτίζονται πλήρως στο έργο του. Αυτό, φυσικά, πέρα από λογοτεχνικού τύπου διασαφήνιση και χρηστικότητα αναφορικά με το είδος εκείνο στο οποίο θα καταταχτεί από τους μελετητές της λογοτεχνίας, κρύβει, ως πράξη και αποκάλυψη, και περίσσια τόλμη.

10. Τα φοιτητικά και στρατιωτικά χρόνια που ο Β. Δ. πέρασε στη Θεσσαλονίκη, η αγάπη του για τους λογοτέχνες της πόλης, ο βιωματικός και εξομολογητικός τρόπος γραφής του, η πνευματική του σχέση με τη «Διαγώνιο» και τον Ν. Χ., αλλά και αργότερα η εκδοτική του δραστηριότητα (οι εκδόσεις «Μπιλιέτο» εδρεύουν στην Παιανία, αλλά, αισθητικά και καλλιτεχνικά, συνεχίζουν, με κάποιες διαφοροποιήσεις, την παράδοση του περιοδικού «Διαγώνιος» και των εκδόσεών του), σε συνδυασμό με τους πάμπολλους Θεσσαλονικιούς και Βορειοελλαδίτες λογοτέχνες που τύπωσαν στο «Μπιλιέτο», όλα τα παραπάνω εντάσσουν τον Δημητράκο στο περιβάλλον και στον κύκλο των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης.

Θα κλείσω αυτό το κείμενο, επισημαίνοντας ένα άλλο αξιοπρόσεκτο ταλέντο του Δ., που δεν αφορά την ποίησή του, την πεζογραφία του ή την εκδοτική φιλοκαλία του. Ο Δ., αρχής γενομένης από τη συγκεντρωτική συλλογή ποιημάτων του Στίγματα φέρω, κοσμεί τα εξώφυλλα κάποιων βιβλίων των εκδόσεων «Μπιλιέτο», δικά του ή άλλων λογοτεχνών, με δικές του εικαστικές συνθέσεις. Στο Στίγματα φέρω έχουμε στο εξώφυλλο φωτογραφία μικρών γλυπτών του, ποιημένα από κερί, ξύλο και κόκαλο, για τα οποία ο ποιητής Βασίλης Αμανατίδης σχολίασε χαρακτηριστικά στο τεύχ. 102-103 του περιοδικού Εντευκτήριο: «Μοιάζουν με τα ποιήματά του. Πρωτεϊκά υλικά, απομάκρυνση του περιττού, υπόγεια ανάδειξη του “άυλου” – μιας αφαίρεσης που προκύπτει από το απολύτως συγκεκριμένο και απτό». Το ίδιο συνέβη και στο δικό μου βιβλίο, τη συλλογή μικρών πεζών Μικρό παιδί σαν ήμουνα με το δυνατό πορτρέτο ενός μικρού παιδιού, θέμα απόλυτα συμβατό με το περιεχόμενο του βιβλίου, που αρκετοί αναγνώστες, εκ παραδρομής και εκ συνηθείας, το εξέλαβαν ως έργο του αδελφού του, Γιάννη Δημητράκη. Τέλος, και στις τελευταίες ανατυπώσεις δύο διηγημάτων του, ο Δ. φανερώνει το εικαστικό του ταλέντο με μια ροδιά και ένα σχέδιο για δάπεδο σολέα, που έχει δυο οπτικές αναγνώσεις: Ένα ποτήριο ή σάκος δεσπότη. Φαίνεται, λοιπόν, πως σε μια μελλοντική παρουσίαση του συνολικού του έργου, πέρα από τον άνθρωπο, τον ποιητή, τον πεζογράφο και τον εκδότη Βασίλη Δημητράκο θα πρέπει, μάλλον, να μας απασχολήσει και η εξέλιξή του ως εικαστικός δημιουργός.

 

(το κείμενο εκφωνήθηκε στις 12 / 11 / 2014, σε εκδήλωση-αφιέρωμα στον Βασίλη Δημητράκο, στην Κεντρική Δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης · επίσης δημοσιεύτηκε στην book press, τον Φεβρουάριο του 2015)

 

 

 

ΔΥΟ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΠΙΛΙΕΤΟ»

 

 

Ο Σάκης Παπαδημητρίου (1940), συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» που άνοιξε νέους δρόμους στα θεσσαλονικιώτικα Γράμματα, εκτός από συνθέτης και πιανίστας τζαζ μουσικής (εξοικείωσε, τη δεκαετία του ’60, το κοινό της Θεσσαλονίκης με τη μουσική τζαζ, όπως ο ακριβώς ο Χριστιανόπουλος το εξοικείωσε με το ρεμπέτικο) καλλιέργησε τη ρεαλιστική πρόζα, ενώ με εξομολογητική διάθεση χλεύασε στα κείμενά του τον τεχνοκρατικό πολιτισμό που ισοπεδώνει κάθε τι προσωπικό και ατομικό.

Ας δούμε, κάποια από τα βιβλία του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπιλιέτο.

Στο Συνειρμοί άνευ διδασκάλου (το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2006) έχουμε μικρά κείμενα, οπτικές και ηχητικές εικόνες, συναρμολογήσεις μνήμης και ασπρόμαυρες τηλεοπτικές σκηνές, λέξεις, μουσικές παρατηρήσεις και σκέψεις, που όλα μαζί συνθέτουν ένα γοητευτικό ψηφιδωτό –συνειρμοί μικροπαραβιάσεων, κατά τον συγγραφέα– που εύγλωττα εκφράζουν και αποτυπώνουν το θραυσματικό και ανολοκλήρωτο της ζωής μας. Συμπτωματικές αναδιπλώσεις της μνήμης, που, από την παρατήρηση ενός σπιτιού, ξεπηδά ένα παλιό «Γραφείο τελετών» και η αγωνία μικρών παιδιών να διεισδύσουν στον εν λόγω χώρο για να διαπιστώσουν τη δουλειά του μέσα υπαλλήλου, κι από ’κει άλλη, πάλι, μνήμη από πετροβόλημα στην Αμερικάνικη βιβλιοθήκη και κατόπιν ένα νεανικό πάρτι. Για να κλείσει το βιβλίο με το τζαζ κομμάτι «Bohemia After Dark», στο Café Bohemia της Νέας Υόρκης του ’50, τη στιγμή που οι θαμώνες σπαζοκεφαλιάζουν για την πραγματική ερμηνεία των λημμάτων μποέμ και Βοημία, κι ενώ το μουσικό θέμα «επανέρχεται στριφογυριστό για να δώσει τροφή στην ανησυχία των νυχτόβιων μπαρόβιων και στις συζητήσεις για την αντιφατικότητα των εγκυκλοπαιδικών ορισμών». Στο μικρής έκτασης αυτό βιβλίο του Π. η συνειρμική γραφή υπονομεύει τρόπον τινά την παλιότερη ρεαλιστική και εξομολογητική διάθεση του συγγραφέα, φωτίζοντας πρωτίστως το παράξενο και το απρόοπτο της ζωής μας, που ωστόσο, παρά τις επί μέρους υποκειμενικές μας εντυπώσεις, συνεχίζεται αμετάβλητη.

Στο Η τελευταία προβολή (Μπιλιέτο, 2007) θα συναντήσουμε πέντε διηγήματα παλιάς κοπής, όπως τα χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, τρία εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν παλιότερα στο περιοδικό «Διαγώνιος». Κείμενα εξομολογητικά, που, παρότι γράφτηκαν πριν από σαράντα και πλέον χρόνια, διατηρούν μια φρεσκάδα και διαβάζονται σαν σημερινές ιστορίες. Το διήγημα «Τελευταία προβολή» είναι ένα κείμενο εσωτερικής αναζήτησης και νυχτερινής περιπλάνησης στη Θεσσαλονίκη του ’60, με εμφανείς επιρροές από Γιώργο Ιωάννου. Στο «Το ασανσέρ» ένας έγκλειστος σε διαμέρισμα επί της οδού Εγνατία, αναζητώντας την εσωτερική φωνή των πραγμάτων, προσπαθεί, δίχως επιτυχία, να μαγνητοφωνήσει τους ήχους ενός ασανσέρ. Αντιγράφω (σελ. 26): «Χρειάζεται όμως γερό πείσμα για να πιάσει κανείς την πιο εσωτερική φωνή των πραγμάτων · κανένα μαγνητόφωνο δεν την εντοπίζει αν δεν την έχουμε ακούσει πρώτα μέσα μας». Ακολουθεί «Το νύχι». Η είσφρυση όνυχος που ταλαιπωρεί το πόδι ενός άντρα τον καταβάλει ψυχολογικά, σ’ ένα κομψό διήγημα εσωτερικής δράσης. Τέταρτο κατά σειρά διήγημα το «Μια ηχογράφηση». Κείμενο προσωπικό και εξομολογητικό. Η αμηχανία ενός άντρα που θέλει να ηχογραφήσει κάτι προσωπικό για κάποια αγαπημένη του. Αντιγράφω (σελ. 42): «Σκέφτηκα να ηχογραφήσω ήχους από αντικείμενα του δωματίου μου. Κρότοι καθημερινοί γύρω μας να περάσουν στην αιωνιότητα της μαγνητοταινίας, σύρσιμο αγαπημένων αντικειμένων. Έχουν μια ειλικρίνεια τα πράγματα και οι ήχοι τους, μια συνέπεια που δεν την συναντούμε ποτέ στους ανθρώπους. Τα πράγματα μάς εξουσιάζουν στη μοναξιά μας». Τέλος, «Η παρακαμπτήριος». Μια παρακαμπτήριος οδός που, για τις ανάγκες των έργων σε μια λεωφόρο της πόλης, στοιβάζει καθημερινά χιλιάδες αυτοκίνητα μπροστά από το δωμάτιο του ήρωα του διηγήματος, γίνεται ο εφιάλτης του. Διήγημα με καφκικού τύπου προεκτάσεις, καυστικό και ειρωνικό για τη μανία ανέλιξης που κατατρέχει τους σύγχρονους αστούς, κάνοντας τελικώς τον άνθρωπο δούλο της εξέλιξης και της προόδου.

 

 

 

ΣΚΑΒΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ

 

 

Το κράμα θρησκευτικής ευλάβειας και ερωτικής έξαψης που χαρακτήρισε κάποτε, στα πρώτα του ποιητικά βήματα, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, αποτέλεσε ένα από τα βασικά στοιχεία της ποίησης του που τον καθιέρωσαν σε σημαντικό δημιουργό – ίσως τον σημαντικότερο εν ζωή ποιητή της γενιάς του. Αυτό το στοιχείο της ποίησης του Ν. Χ. απομόνωσε και καλλιέργησε με επιτυχία ο Βασίλης Δημητράκος, που μελέτησε το έργο του, επηρεάστηκε σημαντικά από αυτό, δίνοντας, κάποιες φορές, ποιήματα ισάξια σε ένταση και δύναμη με εκείνα του μέντορά του.

  Ο Βασίλης Δημητράκος που είναι υπεύθυνος των καλαίσθητων εκδόσεων Μπιλιέτο (βιβλία-περιοδικό-οκτασέλιδο) έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό και από αισθητικής άποψης από την Διαγώνιο του μεγάλου θεσσαλονικιού ποιητή, σε σημείο που το Μπιλιέτο, όπως άλλωστε έχει παρατηρήσει και επισημάνει και ο πεζογράφος και κριτικός Περικλής Σφυρίδης, να φαντάζει ως συνέχεια του περιοδικού Διαγώνιος στην Αθήνα. Ο Δημητράκος τύπωσε ως τώρα τέσσερα ποιητικά βιβλία, και με το τελευταίο του, το «Λασπωμένος άγγελος», παραμένει συνεπής στη θεματολογία του, στο ύφος και στην αισθητική, που πιστά ακολουθεί. Ποιήματα ολιγόστιχα, πυκνά, εξομολογητικά, γραμμένα με αφοπλιστική τόλμη και ειλικρίνεια, γυμνά, αφτιασίδωτα, ωστόσο ποιήματα εξαιρετικής ακρίβειας και στιλπνότητας, που φανερώνουν ένα θρυμματισμένο «εγώ» που δεν διστάζει να εκτεθεί, να μπει άφοβα στη φωτιά, να καεί σύγκορμο, να υποταχθεί, να προσκυνήσει γόνατα, να κονιορτοποιηθεί στην έκρηξη της σάρκας και του ομοερωτικού πάθους. Άλλες πάλι φορές ποιήματα ψίχουλα, μικρά κομψοτεχνήματα, μινιατούρες με ζωηρή εικονοποιία, που δεν υπολείπονται σε σοφία κατά τα πρότυπα των ιαπωνικών χάι-κάι: «Κουλουριάζεται κι ο σκαντζόχοιρος / μέσα στ’ αγκάθια του · / τρέμει κι αυτουνού η καρδούλα / όταν το πλησιάζει πόδι.»

  Το ποίημα «Λασπωμένος άγγελος», που χάρισε τον τίτλο του στην συλλογή, είναι ενδεικτικό του συγκερασμού της θρησκευτικής ευλάβειας και υποταγής με το ερωτικό πάθος. Ο ποιητής, εν είδη προσευχής, εκλιπαρεί τον Χριστό να φυλάει τον αγαπημένο του λασπωμένο άγγελο από τους χαλασμένους δρόμους, τις λασπωμένες λακκούβες και τη βροχή, αφού, όπως λέει, «στα χέρια του ένιωσα κι εγώ τη δική Σου αγκαλιά».

  Κορυφαία στιγμή του Δημητράκου σ’ αυτήν του τη συλλογή, το ποίημα «Τα οστά», όπου φιλίες και έρωτες παραλληλίζονται με τα οστά νεκρών αγαπημένων. Ένας απρόβλεπτος και ασυνήθιστος παραλληλισμός που εκπλήσσει και γοητεύει παράξενα. Έτσι κι εκείνα, πλυμένα στο κρασί, μέσα στη μαξιλαροθήκη, αποπνέουν κάτι απ’ τα «παλιά αισθήματα της τρυφερής κραιπάλης», που κάποτε προξένησαν σε αγαπημένα πρόσωπα. Για να καταλήξει ο Δημητράκος: «Θυμιάτισε μη διστάζεις – / καινούργιο ρίγος σε διαπερνά στο κορμί / και στην ψυχή σου».

  Σε μια άλλη σημαντική στιγμή της συλλογής, η σχέση με τον αγαπημένο του παραλληλίζεται με πέτρα που τη σπάει ένας γνωστός του μάστορας Βορειοηπειρώτης, αποκαλύπτοντάς του τα μυστικά της, αφού, όπως του λέει, «όπως την σπας, αυτή ομορφαίνει». Για να κλείσει ο ποιητής το ωραίο αυτό ποίημα ενθαρρύνοντας τον εαυτό του: «Πού θα μου πάει; / Αφού έμπλεξα μαζί σου, θα την μάθω την τέχνη, / θα βρω τα νερά σου– / θα λάμψουμε!».

  Σαν τον Ηπειρώτη μάστορα κι ο Δημητράκος λαξεύει την πέτρα της ποίησης, βρίσκει τα νερά της και μας προσφέρει ποιήματα που λάμπουν ανεξίτηλα και μας κερδίζουν με την αμεσότητα, την τόλμη και τη γνησιότητά τους. Ο Δ. γράφει πρωτίστως για τον εαυτό του και τον ερωτικό καημό του, που σαν σαράκι ροκανίζει την ύπαρξή του, τα ποιήματά του όμως αφορούν πολλούς αναγνώστες που συναισθάνονται το πάθος και την τέχνη του. Όσο για την βαθύτερη επιθυμία του ποιητή (ταπεινή, που ωστόσο υποδηλώνει μια στάση ζωής, αλλά και μια λογοτεχνική θέση και στάση και ένα ήθος που ξενίζει στην κούφια εποχή μας), μας αποκαλύπτεται στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής: «ένα μυρμήγκι να γινόμουνα / να είχα τη φωλιά μου στο χώμα / να έσκαβα μέσα στη σιωπή».

                   (περιοδ. Η παρέμβαση, τχ. 152, άνοιξη 2010)

 

 

 

ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΙΛΙΕΤΟΥ

  

 

Ο ποιητής Βασίλης Δημητράκος (1962) συνεχίζει να τυπώνει ολιγοσέλιδα βιβλία-διαμάντια από τον εκδοτικό οίκο Μπιλιέτο (εδρεύει στον τόπο καταγωγής του, στην Παιανία), τον οποίον διευθύνει. Εδώ και λίγα χρόνια (από το 2010 περίπου) το μικρό σχήμα των οκτασέλιδών του άλλαξε, μεγάλωσε κάπως σε διαστάσεις, με αποτέλεσμα οι ποιητές του εκδοτικού οίκου να έχουν τη δυνατότητα να τυπώνουν περισσότερα των οχτώ ποιημάτων – κάποιες φορές αγγίζουν ή ξεπερνούν και τον αριθμό είκοσι.

   Ο Δημητράκος επηρεάστηκε αισθητικά και καλλιτεχνικά από τις εκδόσεις Διαγωνίου –που γνώρισε από κοντά, τα χρόνια που έζησε στη Θεσσαλονίκη σπουδάζοντας (1981-1992)– του Χριστιανόπουλου και, φαίνεται, πως συνεχίζει, εν Αθήναις από το 1993, αυτήν την τυπογραφική παράδοση, ενώ η ποιότητα και το στιλ των ποιητών που τυπώνει αγγίζουν (ή τουλάχιστον τείνουν να πλησιάσουν) εκείνη των ποιητών (ή γενικώς των λογοτεχνών) του παλιού εκδοτικού οίκου της Θεσσαλονίκης.

   Ο ίδιος, ως ποιητής, ξανοίχτηκε σε βαθύτερα νερά του μέντορά του, αφού πέρα από το κράμα θρησκευτικής ευλάβειας και ερωτικής έξαψης που κράτησε από τη γραφή του σημαντικού θεσσαλονικιού ποιητή, δεν έμεινε προσκολλημένος σε έναν στείρο ρεαλισμό, στην καταγραφή και παρατήρηση προσώπων και καταστάσεων (πάντα αναφορικά με ματαιωμένα συναισθήματα, ερωτική αγωνία, ερωτική στέρηση και ομοερωτισμό), αλλά προχώρησε τουλάχιστον ένα βήμα παραπέρα, κονιορτοποιώντας με δραματικό τρόπο το «εγώ» του –κατά τη ρήση του Πεντζίκη–, με τον οποίον συνδέεται υπόγεια μ’ ένα βαθύ αίσθημα θρησκευτικότητας και αγάπης για το Άγιον Όρος. Έτσι, συναισθανόμενος βαθύτερα και ουσιαστικότερα τον Άλλον και δίνοντας –κάποιες φορές– ποιήματα που αγγίζουν σε αίσθημα, στοχαστικότητα και ευαισθησία εκείνων του Ασλάνογλου (π.χ. Τα οστά ή το Θα μάθω την τέχνη, από το Λασπωμένος άγγελος ή Πεταλούδες, από το μονόφυλλό του), έναν ποιητή «στη σκιά», λογοτεχνικό μέγεθος, πάντως, σαφώς ανώτερο και σοβαρότερο του υπερεκτιμημένου (και εσχάτως με περίεργες συμπεριφορές) Χριστιανόπουλου, που, κυρίως, λόγω ισχυρής προσωπικότητας επικράτησε και κυριάρχησε στα ποιητικά της Θεσσαλονίκης.

   Από την τελευταία ποιητική σοδειά του Μπιλιέτου θα σταθώ, εν συντομία, σε τέσσερα ποιητικά βιβλία. Ξεκινώ, λοιπόν, με «Το προζύμι» του Αντώνη Περαντωνάκη από την Κρήτη (1963), το έβδομο συνολικά ποιητικό του βιβλίο, και τέταρτο κατά σειρά στο Μπιλιέτο. Στο «Το προζύμι» περιέχονται εννέα ποιήματα χαμηλόφωνα, εξομολογητικά, που εκπλήσσουν ευχάριστα με την απλότητα-λιτότητα της γραφής τους αλλά και με τη θεματική τους πρωτοτυπία. Η μνήμη των αγαπημένων νεκρών που μας ωθεί και μας κατευθύνει (Η κυρα ’Λένη), η φωνή ενός παλιατζή με αδρά και ελαφρώς ασύνταχτα ελληνικά που ξελογιάζει τον ποιητή, μέχρι του σημείου να θελήσει να βρει προφάσεις για να του ανοίξει την πόρτα (Ο παλιατζής), η μητρική μορφή και τα σοφά λόγια ενός μοναχού που λειτουργούν ιαματικά, ως βάλσαμο, στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά και ένα βίωμα ξαγρυπνίας στο εκκλησάκι της Παιανίας, στον εκδοτικό οίκο του Δημητράκου, όπου η πραγματικότητα πλέκεται αριστοτεχνικά με εκκλησιαστικά εδάφια σ’ ένα ποίημα-υφαντό, κάποια από τα καλύτερα σημεία αυτής της ωραίας συλλογής. Δείγμα γραφής: Έπιασε βροχή – με πήρανε τα κλάματα. / Όλο βρέχει κι όλο κλαις», μουρμούριζε η μάνα μου από μέσα. //  Έκλωθε πάλι με την ρόκα ? τουλούπες χιόνι τα μαλλιά της. / Πήγα πλάι της, έγειρα πάνω στην ποδιά της. // «Δεν έμοιασες του κύρη σου», είπε – συνέχιζε η βροχή ? / στάζανε τα μάτια της στην άσπρη κεφαλή μου.

   Ο εκ Πολυγύρου Χαλκιδικής ορμώμενος Νίκος Βασιλάκης (1937) (ζει στον Πειραιά) είναι παλιός ποιητής της Διαγωνίου (τύπωσε εκεί 3 ποιητικές συλλογές) και μεταπήδησε το 1996 στο Μπιλιέτο με το οκτασέλιδό του Όλοι χωράνε. Το 2012 τύπωσε στον Δημητράκο Το μικρό κυδώνι. Ποιήματα ολιγόστιχα, απλά και κατανοητά αλλά όχι απλοϊκά, ανεπιτήδευτα, μινιμαλιστικά, γραμμένα με σοφία και αίσθημα. Στο έργο του Βασιλάκη κυριαρχούν η νοσταλγία για το χωριό του, τύψεις για τους γονείς που άφησε, κι ένα αίσθημα απομόνωσης ζώντας μέσα στην πολύβουη πόλη. Στους πρόσφατους στίχους του θα συναντήσουμε αντικείμενα μιας αχάλαστης εποχής («Η δαχτυλήθρα»), τον παραλληλισμό ψυχικών καταστάσεων με τη φύση («Η αγάπη και το γιασεμί», «Σαν φυλλαράκι»), αλλά και μνήμες από την παιδική ηλικία, ιδωμένες από την απόσταση που σοφά χαρίζει ο χρόνος. Κάποια από τα ποιήματα θυμίζουν γιαπωνέζικα χάι κάι ή ποίηση ζεν. Δείγμα γραφής: Σε ψηλό κλαδί / το μικρό κυδώνι ξεχασμένο / όλο κρυώνει / όλο παγώνει / στην ομίχλη μοναχό.

   Ο Θεσσαλονικιός Θοδωρής Βοριάς (1970) τύπωσε τις Πυγολαμπίδες – 33 χαϊκού, όπως τα ονομάζει. Κινείται περίπου στο ίδιο ποιητικό μήκος κύματος με τον Βασιλάκη, έχει όμως έντονες επιρροές κυρίως από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Φαίνεται πως κατέχει καλά τον ιαπωνικό ρυθμό και εκφράζει με λιτότητα και ειλικρίνεια τα συναισθήματά του. Υπάρχει μινιμαλισμός και δυνατή εικονοποιία. Δύο δείγματα γραφής: (Το γυμνό κλαδί / αν δε γίνεται στίχος / ας γίνει σπαθί  και  Για το ξενύχτι / αρκούνε τ’ άστρα; / Αρκεί το ξεγύμνωμα;)

   Τέλος ο Δαυίδ Μπάκας (1960) απ’ τον Ασπρόπυργο Δυτικής Αττικής στοίβαξε σε ένα οκτασέλιδο 25 μικρά ποιηματάκια, κάτω από τον γενικό τίτλο Τσιγάρο και λιβάνι. Τα ποιήματα διακρίνονται από έξυπνους λεκτικούς παιχνιδισμούς, μοναξιά, νοσταλγία και –ενίοτε– από έναν υποδόριο σαρκασμό. Πιστεύω πως αν ο Μπάκας απομακρυνθεί από θολές εμμονές και γίνει περισσότερο εξομολογητικά κατανοητός, μπορεί στο μέλλον να γίνει ακόμα πιο ευθύβολος, καίριος και δραστικός στην ποίηση του. Δείγμα γραφής: (Ευτυχώς, είπε ο φτωχός, / «δεν είναι όλα με λεφτά» / Ως κι η πόρνη, / όταν της χαϊδέψουν / την καρδιά –/ χαρίζεται, τα ρίχνει / στη φωτιά, / της φτάνει μόνον / να την θέλουν).

   Όλα τα οκτασέλιδα του Μπιλιέτου τυπώνονται σε πολυτονικό σύστημα γραφής. Την  καλλιτεχνική επιμέλεια έχει ο Γιάννης Δημητράκης, αδελφός του εκδότη-ποιητή, ο οποίος, εκτός από τα εξώφυλλα, διανθίζει συχνά με εξαιρετικά σκίτσα τα ποιήματα.

                                             (book press, Ιανουάριος 2013)

 

 

 

 

ΤΩΝ ΦΡΟΝΙΜΩΝ ΟΛΙΓΑ ΠΡΕΠΟΥΝ

  

 

Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό (ίσως για κάποιους και συγκινητικό), την εποχή της άμετρης φλυαρίας και του αστείρευτου και συχνά ανούσιου λογοτεχνικού πολτού που κυκλοφορεί στο εμπόριο, κάποιοι εκδοτικοί οίκοι ή μεμονωμένοι λογοτέχνες να επιμένουν να τυπώνουν μονόφυλλα ή δίφυλλα με ένα μόνο ποίημα.

   Ο εκδοτικός οίκος Νεφέλη είχε την πολύ ωραία ιδέα για τη χρονιά που μας πέρασε να τυπώσει δώδεκα μονόφυλλα του Κ.Π. Καβάφη, εγκαινιάζοντας έτσι μια καινούρια σειρά, στην οποία ένα ποίημα κάθε φορά του Αλεξανδρινού ντυνόταν ή συμπληρωνόταν εικαστικά με κάποιο σχέδιο, διευρύνοντας έτσι τον διάλογο της ποίησης με εικαστικούς καλλιτέχνες. Ας μην ξεχνούμε πως η ιδέα των μονόφυλλων ήταν αγαπημένη συνήθεια του Καβάφη, ο οποίος, αφού διακινούσε έναν αριθμό ποιημάτων υπό αυτήν τη μορφή, στη συνέχεια τα έκανε μια μικρή συλλογή. Βέβαια, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες (Ξενόπουλος), κάποιες φορές ζητούσε πίσω τα ποιήματα που, κατόπιν, είχε αποκηρύξει ή έκανε μικροδιορθώσεις επάνω στα μονόφυλλα εκ των υστέρων, δείγμα της τελειομανίας του και των υψηλών απαιτήσεων που είχε από τον εαυτό του ως δημιουργό. Ωστόσο, κρατούμε την κομψότητα και τη λιτότητα του όλου εγχειρήματος, την αίσθηση του μέτρου και της καλλιτεχνικής τύπωσης των ποιημάτων του που τον χαρακτήριζε. Η σειρά της Νεφέλης ολοκληρώθηκε μέσα στο 2013, ένα ποίημα για κάθε μήνα του χρόνου, και στο τέλος αποτέλεσε μια μικρή συλλογή, με υπεύθυνους για την επιλογή των ποιημάτων τον Βασίλη Αμανατίδη και τη Ροδούλα Παππά, και εικαστική επιμέλεια της Θούλης Μισιρλόγλου.

  

Στο δρόμο του Καβάφη 

  

Στο δρόμο και στην αντίληψη του Καβάφη περί τύπωσης ποιημάτων φαίνεται πως κινούνται και κάποιοι σύγχρονοι δημιουργοί. Πριν από 22 χρόνια ήμουν παρών σε διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης σε ποιητική βραδιά «κλειστού τύπου». Ελάχιστοι ακροατές παρακολουθούσαν σε μια ευρύχωρη σάλα απαγγελία ποιημάτων από τον Νίκο Παπάνα, ο οποίος είχε την γενναιοδωρία να μοιράσει σε όλους τους καλεσμένους του (θα ήμασταν καμιά εικοσαριά άτομα) ένα κομψότατο δίφυλλο με δύο πολύ καλά του ποιήματα, τυπωμένο στο καλλιτεχνικό τυπογραφείο του Ε.Ν. Νικολαΐδη, σε 200 αντίτυπα. Σήμερα έχω χάσει τα ίχνη του ποιητή, εντόπισα μόνο μια συνεργασία του στο περιοδικό Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, το 2002, ενώ βιβλίο του τυπωμένο δεν εμφανίζεται στο διαδίκτυο σε καμία μηχανή αναζήτησης, μου έμεινε όμως το καλλιτεχνικό του δίφυλλο, η θερμή του αφιέρωση και η ανάμνηση εκείνης της βραδιάς. Κι ακόμη, αν και παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό, μόνο και μόνο από το καλλιτεχνικό του δίφυλλο, στη δική μου συνείδηση είναι σημαντικός.

Ο Βασίλης Δημητράκος, ποιητής και εκδότης του Μπιλιέτου, προσδιόρισε επακριβώς τη σειρά δίφυλλων που κατά καιρούς κυκλοφορεί, δίνοντας της την ονομασία Χέρι με χέρι. Έτσι, το 2012, χέρι με χέρι έλαβα το ποίημά του «Πεταλούδες», και έναν χρόνο μετά (2013) το ποίημα «Σε ποιητή της μοκές», που αντικατοπτρίζουν θαυμάσια το ύφος, το ήθος, την τόλμη και την τέχνη της γραφής του. Αντί σχολιασμού, σας καταθέτω το πρώτο:

  

Απόψε στα σκοτάδια μου. // Ο Σωτήρης με άφησε, πήγε στο Άργος· / ο Αντώνης, είχε τις επαφές του / στα βιβλιοπωλεία του Κέντρου· / του Γιάννη από το Κορωπί, / πήρα για αλήθεια το ψέμα του, / ήταν αδιάθετος. / Μου έμεινε η ψαρόσουπα που τους είχα ετοιμάσει. // Άναψα μόνο το κερί – / Στη φλόγα του μαζεύτηκαν πεταλούδες. // Οι νεκροί μου ήρθαν / ολοζώντανοι, βρήκαν την θέση τους στο τραπέζι. / Τα ήπια γερά μαζί τους, κουβεντιάζαμε / όλη τη νύχτα· κουβεντιάσαμε / μέχρι που κλάψαμε, με τα καταδικά μας μυστικά, / το χάρηκα με πήρανε μαζί τους – // Οι ψυχές τους, μ' ανέβασαν, πάλι ψηλά.

  

   Τέλος, ο ποιητής, συγγραφέας και κριτικός Διονύσης Στεργιούλας, που κατά καιρούς δημοσίευσε ποίηση σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Εμβόλιμον, Οδός Πανός, Νέα Συντέλεια κτλ.), αποφάσισε να συνεχίσει κι αυτός την παράδοση (τη συνήθεια καλύτερα) του Καβάφη, τυπώνοντας μεμονωμένα ποιήματα σε καλλιτεχνικά δίφυλλα. Ένα απ' αυτά, το «Η τέχνη του πολέμου», αφιερωμένο στον Sun Tzu και στον Κ.Π. Καβάφη, τυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 σε 222 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του Άγγελου Αθ. Αλτιντζή, στη Θεσσαλονίκη, που συνεχίζει την καλλιτεχνική παράδοση του πατέρα του αλλά και του Ε.Ν. Νικολαΐδη, όπου τυπώνονταν, παλιότερα, βιβλία των εκδόσεων της Διαγωνίου. Το εξώφυλλο του δίφυλλου φιλοτέχνησε ο πρόωρα χαμένος ζωγράφος Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011), ενώ το ποίημα πρόσφατα μελοποιήθηκε από τον εκ Γρεβενών συνθέτη και ερμηνευτή Στέργιο Κώττα. Το θεωρώ ιδιαίτερα ευθύβολο, παράδοξα ανατρεπτικό και πολύ επίκαιρο, και σας το καταθέτω αυτούσιο:

  

Το πιο δύσκολο είναι να χάσεις έναν πόλεμο. / Αν θέλεις οπωσδήποτε να είσαι ο ηττημένος / ακολούθησε πιστά αυτές τις συμβουλές: / Αν είσαι δυνατός, προσποιήσου ανημποριά / αν είσαι κοντά, προσποιήσου ότι είσαι μακριά / αν έχεις πολλούς συμμάχους, προσποιήσου ότι είσαι μόνος. / Άσε τον εχθρό να ξεδιπλώσει την πανουργία του / χρησιμοποίησε τις αρετές σου εναντίον του εαυτού σου / όμως, μην πετάξεις την ασπίδα και φύγεις τρέχοντας / μην εγκαταλείψεις για κανένα λόγο το πεδίο της μάχης / σε κάθε περίπτωση φρόντισε να πεθάνεις όρθιος. / Αγωνίσου με όλες σου τις δυνάμεις για την ήττα / και κάνε τους να πιστέψουν ότι πάλεψες για τη νίκη.

  

   Ο Στεργιούλας με τον Δημητράκο, εκτός από σημαντικοί δημιουργοί, κινούμενοι πίσω από τις φανταχτερές βιτρίνες της τέχνης και της γραφής, με χαμηλόφωνο και ουσιαστικό τρόπο, έχουν και ένα άλλο κοινό σημείο αναφοράς: Τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο. Ο Σ. τύπωσε σε βιβλίο μία συζήτηση μαζί του αναφορικά με τον Σολωμό (Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον Διονύσιο Σολωμό, δυο συνεντεύξεις, Οδός Πανός, 2004), ενώ ο Δ. τύπωσε στο Μπιλιέτο πολλά βιβλία και δοκίμια του θεσσαλονικιού ποιητή, αλλά και αισθητικά επηρεάστηκε στις εκδόσεις του από τη Διαγώνιο. Πιθανότατα, λοιπόν, ο Χριστιανόπουλος, να καλλιέργησε την ιδέα, να μπόλιασε το μεράκι και στους δύο περί της τύπωσης ποιητικών μονόφυλλων ή δίφυλλων, συνεχίζοντας τη συνήθεια του Καβάφη, που ο ίδιος εκτιμάει απεριόριστα. Επίσης και ο ίδιος ο Ντ.Χ. τύπωσε στο παρελθόν ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές (π.χ. 7 ποιημάτων, όπως το Η πιο βαθιά πληγή, εκδ. Διαγωνίου, τυπογρ. Αθ. Αλτιντζή)

   Στα μάτια ενός πολύ μοντέρνου και σημερινού αναγνώστη η συνήθεια της τύπωσης ποιημάτων με αυτόν τον τρόπο ίσως και να θεωρείται παρωχημένη, παλιομοδίτικη ή ελιτίστικη. Ο περιορισμένος αριθμός αντιτύπων, το εκλεκτικό μοίρασμα χέρι με χέρι, το συνωμοτικό της όλης υπόθεσης, κάποιους ξενίζει, τους βρίσκει αντίθετους, επιφυλακτικούς ή απλώς αδιάφορους. Όμως η αίσθηση του μέτρου και η δύναμη του ελάχιστου, η λιτότητα και η κομψότητα του όλου εγχειρήματος, σε συνδυασμό με τη γενναιοδωρία και την προσφορά των ποιητών που αναδεικνύονται μέσα από τέτοιες τυπώσεις, νομίζω πως αναιρούν τις όποιες επιφυλάξεις μας. Τα ποιητικά μονόφυλλα και δίφυλλα, πέρα από τον θαυμασμό μας για την επιμονή των δημιουργών στον συγκεκριμένο τρόπο τύπωσης, μας θυμίζουν απερίφραστα και τη σοφή ρήση: των φρονίμων ολίγα πρέπουν.

                                       (book press, Φεβρουάριος 2014)

  

 

 

ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΣΦΥΡΙΔΗ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΠΙΛΙΕΤΟ»

 

 

Συμβιώνοντας αρμονικά με ζώα

 

Ο πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης (1933) ποτέ δεν έκρυψε τα ζωοφιλικά του αισθήματα. Έχει γράψει στο παρελθόν μια πλειάδα ζωοφιλικών διηγημάτων, κυρίως για σκύλους αλλά και για γάτες, ακόμα και για ένα τραγάκι. Ο Αδαμάκος είναι ένα εκτενές διήγημα που τυπώθηκε, τη χρονιά που μας πέρασε, από τη σειρά «Οκτασέλιδο» του Μπιλιέτου, του ομώνυμου εκδοτικού οίκου που εδρεύει στην Παιανία. Στον πυρήνα της ιστορίας κυριαρχεί το δέσιμο ενός ηλικιωμένου Σκυριανού, του Καπετάνιου, με ένα αρσενικό κουτάβι, τον Αδαμάκο, το οποίο δέχτηκε να το υιοθετήσει από κάποιον ψαρά, που σκόπευε να το πνίξει στη θάλασσα, όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτό το νησί. Ο Καπετάν Θόδωρος δέθηκε με το κουτάβι και το μεγάλωσε σαν πραγματικό εγγόνι. Ο συγγραφέας εμπλέκεται στην ιστορία με τριπλή ιδιότητα: ως κατεξοχήν ζωόφιλος, ως γιατρός αλλά και ως επιστήθιος φίλος του Καπετάνιου. Η υπόθεση εν συντομία: Κάποιος ασυνείδητος οδηγός χτυπά, ένα βράδυ, με φορτηγάκι τον Αδαμάκο και τον τραυματίζει σοβαρά. Ο Καπετάνιος φέρνει αεροπορικώς τον Αδαμάκο στη Θεσσαλονίκη, και οι γιατροί συστήνουν την «ευθανασία» ως την πιο εφικτή και ρεαλιστική λύση. Όμως ο Καπετάνιος μένει αμετάπειστος. Αδιαφορώντας για το οικονομικό κόστος, μπαίνει στην περιπέτεια του χειρουργείου του Αδαμάκου, που όμως δεν φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Επί ένα χρόνο φροντίζει τον σκύλο του ως νοσοκόμος. Του συμπαρίστανται όλες οι γάτες της αυλής του γλείφοντας με στοργή τα τραύματα του χειρουργημένου σκύλου. Κάποτε ο Καπετάνιος, κι επειδή η κατάσταση του Αδαμάκου χειροτερεύει, επιθυμεί να του προσφέρει έναν ωραίο θάνατο με ευθανασία και παρακαλεί τον γιατρό, ο οποίος αρνείται. Η ευκαιρία δίνεται όταν ένα ζεύγος νεαρών κτηνιάτρων επισκέπτεται το καλοκαίρι το νησί και δέχεται να λυτρώσει τον Αδαμάκο από το μαρτύριό του. «Κοίμισέ τον, σε παρακαλώ, κορίτσι μου, να ’ναι ο προπομπός και στο τελευταίο ταξίδι μας» λέει κάποια στιγμή ο συγγραφέας, διά στόματος Καπετάνιου. Το θέμα της ευθανασίας έχει αρκετές φορές απασχολήσει τον Σφυρίδη και σε παλιότερα διηγήματά του, είτε αυτά αφορούν ανθρώπους είτε ζώα.

Στην πεζογραφία του Σφυρίδη άνθρωποι και ζώα συμβιώνουν αρμονικά, μέχρι και οι τελετές θανάτου των ζώων είναι περίπου όμοιες με εκείνες των ανθρώπων. Στη σχέση ανθρώπων-ζώων υπάρχει αλληλοπεριχώρηση ζωής και θανάτου, σε σημείο που οι ψυχές των ζώων να γαληνεύουν τους εναπομείναντες ανθρώπους, που τους φρόντισαν και τους συμπεριφέρθηκαν, όπως και όφειλαν. Κι αυτή η αρμονική συμβίωση ζώων και ανθρώπων που διέπει την ιστορία, είναι τόσο έντονη κι αληθινή, ώστε τον χαμό του σκύλου –στο επιμύθιο του διηγήματος– θρήνησαν τόσο ο Καπετάνιος που μαράζωσε, όσο και οι γάτες του. Ο Σφυρίδης νιώθει τα ζώα, τα δικά του και των στενών του φίλων, ως μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, και κάθε απώλειά τους ισοδυναμεί με τον χαμό αγαπημένου προσώπου. Και όπως φάνηκε κι από την τελευταία συλλογή διηγημάτων του Το πάρτι, είναι ικανός να φτάσει μέχρι την αυτοδικία για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά τους.

 

Ένα βιβλίο για το παλιό Χαριλάου

 

Το Η ανακομιδή του Χαριλάου (εκδ. Μπιλιέτο, 2013) είναι ένα ζουμερό διήγημα του Περικλή Σφυρίδη, που μέσα από τις σελίδες του αναβιώνεται το παλιό Χαριλάου, από την περίοδο της Γερμανικής κατοχής και εντεύθεν. Ο αφηγητής, που εν προκειμένω ταυτίζεται με τον συγγραφέα, πηγαίνοντας σε ένα «παραδοσιακό» γιαουρτάδικο του συνοικισμού Χαριλάου, τον «Λέανδρο» (σήμερα, στη θέση του, λειτουργεί αρτοπωλείο), πιάνει στο όρθιο κουβέντα με τον γιο του παλιού γιαουρτσή, τον Γιώργο, εβδομήντα χρονών τη χρονιά που γραφόταν το βιβλίο, και ανατρέχοντας στα παλιά θυμούνται απίθανες λεπτομέρειες για πρόσωπα που πια δεν υπάρχουν, έχοντας αφήσει όμως πρώτα το ίχνος τους στον συνοικισμό της πόλης. Ρώσοι και Τουρκάλες, Ελληνορώσοι και Πόντιοι, Σέρβοι και Αρμένισσες, συνυπήρχαν αρμονικά, σε χρόνια δύσκολα και σκληρά λόγω της φτώχιας και του πολέμου, χρόνια όμως που η αναπόλησή τους γαληνεύει τα πρόσωπα της αφήγησης που συνδιαλέγονται, αφού, τότε, η ανθρωπιά περίσσευε και η αξιοπρέπεια κυριαρχούσε. Ο Σφυρίδης, μάστορας του διηγήματος, δένει θαυμάσια την όρθια κουβέντα στο γιαουρτάδικο με την ανακομιδή των οστών, και κλείνει το διήγημα του με την αναφορά ενός ποιήματος του φίλου του, εκδότη, Βασίλη Δημητράκου (στον οποίον είναι αφιερωμένο το διήγημα), που τιτλοφορείται «Τα οστά». Το διήγημα του Σφυρίδη δεν μένει σε επίπεδο απλής νοσταλγίας, είναι ειλικρινές και πολυεπίπεδο – ένα προσκλητήριο νεκρών, τρόπον τινά, του παλιού Χαριλάου, παρότι δεν γίνεται ιδιαίτερη νύξη για το πολιτικό σκηνικό των χρόνων, στους οποίους αναφέρεται ο συγγραφέας.

 

(Το συνολικό κείμενο δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη, στην book press. Το πρώτο μέρος τον Αύγουστο του 2013, και το δεύτερο τον Ιούνιο του 2016) 

 

 

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

 

 

Εύστοχο και ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το δοκίμιο του Κώστα Ζωτόπουλου (1958) –τύπωσε επίσης διηγήματα και ποιήματα στις εκδόσεις Τόπος– που τιτλοφορείται Το ερωτικό πάθος και η ορθόδοξη πίστη στην ποίηση του Βασίλη Δημητράκου και κυκλοφόρησε από τη σειρά Οκτασέλιδο+ των εκδόσεων Μπιλιέτο το 2015. Ο συγγραφέας κατ’ ουσίαν τοποθετεί στο μικροσκόπιο της κριτικής και της ανάλυσης την τελευταία συγκεντρωτική συλλογή ποιημάτων του Δημητράκου, το Στίγματα φέρω (ποιήματα 1997-2012, Μπιλιέτο, 2013) εντοπίζοντας στα ποιήματά του τη συνύπαρξη και τον συγκερασμό του ερωτικού πάθους με την ορθόδοξη πίστη. Βέβαια, για αυτόν τον συγκερασμό, μίλησαν στο παρελθόν και άλλοι κριτικοί αναφορικά με τον Δημητράκο, όμως πρώτη φορά γίνεται τόσο διεξοδικά και αναλυτικά, σχεδόν ποίημα προς ποίημα, η επισήμανση αυτού του τόσο ιδιαίτερου δίπολου στη συνολική ποιητική παραγωγή του ποιητή και εκδότη από την Παιανία.

Από το σύνολο των άκρως ενδιαφερουσών και χρήσιμων επισημάνσεων του Ζωτόπουλου θα σταθώ ιδιαίτερα στα παρακάτω σημεία: Πως η εξομολόγηση στην ποίηση του Δημητράκου «θυμίζει λίγο και απηχεί μια άλλη εξομολόγηση του μακρινού παρελθόντος, όπως γινόταν κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού» (αναφέρεται στη δημόσια εξομολόγηση και το «εξομολογείσθε αλλήλους τα παραπτώματα, και εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε…» σελ. 2). Στον διαχωρισμό των ποιημάτων του Δημητράκου στα αμιγώς ερωτικά και σε κείνα όπου συνυπάρχει το ερωτικό και το θρησκευτικό στοιχείο. Στην ομοιότητα του ποιήματος του Δημητράκου «Σπουδαστής ιχθυολογίας» με το καβαφικό «Μισή ώρα», ως προς την κοινή τους σκηνοθεσία. Στον παραλληλισμό του στίχου του Δημητράκου «δόντι δεν έτριξε» με το ευαγγελικό «οστούν ου συντριβήσεται» από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, αναφορικά με το ποίημα του πρώτου «Τρία σκυλιά» (σελ. 4). Στον σχολιασμό του ποιήματος του Δημητράκου «Αγρύπνια» και στη διαπίστωση πως ο τίτλος της συγκεντρωτικής του συλλογής είναι παρμένος από στίχο της νεκρώσιμης ακολουθίας: «Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου, ει και στίγματα φέρω πταισμάτων, οικτίρισον τον σον πλάσμα…»

Αντιγράφω δυο ολόκληρες προτάσεις που νομίζω πως συμπυκνώνουν την ουσία της ποίησης του Δημητράκου, διατυπωμένες από τον Ζωτόπουλο: «Η ποίηση του Βασίλη Δημητράκου συνδυάζει ρεαλιστικά, μεταφυσικά και θρησκευτικά στοιχεία και είναι διαυγής, με ευνόητες και παραστατικές αλληγορίες, συμβολισμούς και παραλληλισμούς. Είναι σπάνια η ακριβολογία και η λιτότητα της έκφρασής του, καθώς και η δημιουργία μιας ιδιαίτερης ατμόσφαιρας» (σελ. 18)

Περισσότερες ουσιαστικές και χρήσιμες παρατηρήσεις διακρίνω στις τέσσερις τελευταίες σελίδες του δοκιμίου (σελ. 18-22), που αποτελούν τρόπον τινά την απόληξη ή τον επίλογο του όλου πονήματος. Εδώ ο Ζωτόπουλος προχωρά από τις φιλολογικές αναλύσεις και διαπιστώσεις των προηγούμενων σελίδων του (που κι αυτές έχουν την αξία τους) σε πιο καίριες κριτικές και συγκριτικές επισημάνσεις. Διαχωρίζει το στοιχείο της θρησκευτικής προσήλωσης του Δημητράκου από εκείνο του μέντορά του, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αφού στον πρώτο συνολικά επικρατεί το δίδαγμα της εκκλησίας, η αγάπη και η καρτερία, ενώ στον Ντίνο Χριστιανόπουλο η προσήλωση και η υποταγή αφορούν το ίδιο του το πάθος. Διακρίνει στους στίχους του Ντίνου Χριστιανόπουλου κυνισμό και έντονο το αίσθημα των τύψεων και της αμαρτίας, ενώ στην ποίηση του Βασίλη Δημητράκου ο έρωτας «δεν παρουσιάζεται μόνο ως αμαρτία, σύμφωνα με τα θρησκευτικά πιστεύω, αλλά είναι ταυτόχρονα και αρμονική… υπό την έννοια ότι ο έρωτας για τον άνθρωπο είναι κατά βάθος έρωτας για τον Θεό…» (σελ. 20). Επίσης ο Ζωτόπουλος εύστοχα διακρίνει πως ο Δημητράκος έχει κληρονομήσει από τον Καβάφη (την κοινή ποιητική τους κοίτη με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο) «το θάρρος της έκφρασης, τη σαφήνεια της διατύπωσης, τον εξομολογητικό τρόπο και τα πεζολογικά στοιχεία» (σελ. 19). Και παρακάτω λέει: «Κοινά χαρακτηριστικά των δύο (δηλ. του Βασίλη Δημητράκου και του Ντίνου Χριστιανόπουλου) με τον κυριότερο πνευματικό τους πρόγονο είναι η κρυμμένη, εσωτερική μουσικότητα, η τέλεια σχεδόν έλλειψη κάθε επιθέτου, η λιτή, υποβλητική έκφραση και η καθαρότητα στο ύφος.». Για να καταλήξει στο δοκίμιό του ο συγγραφέας: «Και από την άποψη αυτή είναι πολύ εύστοχος ο ερανισμός των δύο λέξεων του τίτλου του βιβλίου του Δημητράκου από τον οικείο του υμνωδό Ιωάννη Δαμασκηνό: Στίγματα φέρω, ώστε τα ποιήματά του να μπορούν να θεωρηθούν ως προγυμνάσματα ενός σύγχρονού μας υμνωδού» (σελ. 22).

Μία μόνο σχολαστική παρατήρηση για κάτι που δεν μου «χτύπησε» καλά στο εξαίρετο κατά τα άλλα δοκίμιο του Κώστα Ζωτόπουλου. Στις φιλολογικού τύπου ερμηνείες-διαπιστώσεις του πρώτου μέρους του κειμένου του, όπου αναλύει ποίημα προς ποίημα τον συγκερασμό θρησκευτικότητας και ομοερωτικού πάθους του Δημητράκου, κάνει τουλάχιστον δύο φορές χρήση της φράσης «το ποιητικό υποκείμενο», αναφερόμενος προφανώς στον ίδιο τον ποιητή. Αντιλαμβάνομαι πως αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αναφοράς σε ένα κριτικό κείμενο για ένα ποιητικό βιβλίο ή για ένα συγκεντρωτικό βιβλίο ποίησης, όταν ο δοκιμιογράφος θέλει, ουδέτερα και αποστασιοποιημένα, να αναφερθεί στο πρόσωπο του ποιητή. Όμως στην περίπτωση του Δημητράκου (όπως φυσικά θα συνέβαινε και με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο), που είναι βαθιά εξομολογητικός, ρεαλιστής, σχεδόν αυτοβιογραφούμενος (παιδί της «Διαγωνίου» και του ποιητικού κλίματος που δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη ο Ντίνος Χριστιανόπουλος), αυτή η φράση φαντάζει ψυχρή, επίπλαστη και κάπως περισπούδαστη, παράταιρη και με την ποίηση του Βασίλη Δημητράκου αλλά και με την ιδιοσυγκρασία του. Εξάλλου, όταν αλλού χαρακτηρίζεις τον ποιητή «παπαδοπαίδι» προσδίδοντας στο κριτικό δοκίμιο τη μορφή μαρτυρίας, κι αλλού, φιλολογίζοντας, τον αποκαλείς «ποιητικό υποκείμενο», φωνάζει το πράγμα πως θα έπρεπε να βρεθεί η κοινή συνισταμένη των δύο παραπάνω εκφραστικών τρόπων: ίσως η βαθιά, μεστή και ξεκάθαρη λέξη «ποιητής» να ήταν υπεραρκετή.

 

                                             (book press, Οκτώβριος 2016)

 

 

Τα τελευταία ποιήματα του Κώστα Πλαστήρα

 

 

Τα ποιήματα του Κώστα Πλαστήρα από την ολιγοσέλιδη ποιητική του συλλογή Ο παράλληλος χρόνος των άλλων (Οκτασέλιδο Μπιλιέτου, 2019) ισορροπούν μορφικά ανάμεσα στο πεζό και στο έμμετρο ποίημα. Λιτά, πυκνά, υπαινικτικά, βρίσκουν απευθείας τον στόχο τους, αγγίζοντας τον απαιτητικό αναγνώστη. Η αναγνωστική δύναμη της Αποκάλυψης του Ιωάννη, ο πεπερασμένος χρόνος του σώματος, τα άκρα και τα αγγίγματα των εραστών, η Ιστορία και η μνήμη των άλλων, μερικά από τα θέματα των ποιημάτων της εν λόγω συλλογής. Ο Πλαστήρας δείχνει πως αξιοποιεί δημιουργικά βιβλικά ή ιστορικά θέματα, ανάγοντάς τα στη σφαίρα του ιδιωτικού και του προσωπικού, που τείνουν να αφορούν όμως όλους μας. Η συλλογή τυπώθηκε από το καλαίσθητο Μπιλιέτο του Βασίλη Δημητράκου, που διατηρεί στενές αισθητικού τύπου σχέσεις με τη Διαγώνιο του Ντίνου Χριστιανόπουλου (ο Πλαστήρας υπήρξε συνεργάτης της Διαγωνίου), επεκτείνοντας όμως την ποιητική έκφραση και σε φωνές πέραν της εξομολόγησης και του ρεαλισμού. Αντιγράφω από τη σελίδα 9 το ποίημα «ο Ανοικτίρμων»:

 

Νά, που φάνηκε πάλι

Στο παράθυρο

 

Είχε φύγει με τραίνο

Από τον δρόμο

Από τη σκέψη

Και τη ζωή

Ο Ανοικτίρμων

Σαν τον ήλιο κρυφόπαιζε

Με τα σύννεφα

 

Σαν τη μέρα κρυφόπαιζε

Με τη νύχτα

 

Σε κανέναν δεν έδωσε

Μεγαλύτερη σημασία

Από τον εαυτό του

 

ο Ανοικτίρμων!

 

.(book press, Δεκέμβριος, 2019)

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΟΔΕΙΑ

ΤΩΝ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΩΝ ΤΟΥ «ΜΠΙΛΙΕΤΟΥ»

(2023-2025)

 

Οι καλαίσθητες και ποιοτικές εκδόσεις «Μπιλιέτο» συνεχίζουν την τύπωση εκδοτικών κομψοτεχνημάτων και μετά τον αδόκητο χαμό τού ενός εκ των δύο αδελφών, του ζωγράφου Γιάννη Δημητράκη (1958-2022), που είχε, επί χρόνια, την καλλιτεχνική επιμέλεια του εκδοτικού οίκου. Τα βάρη, πλέον, σηκώνει ο ποιητής Βασίλης Δημητράκος (1962), που έχει ξεπεράσει τον αριθμό 120 στην τύπωση των βιβλίων της σειράς Οκτασέλιδο. Η πρόσφατη σοδειά του «Μπιλιέτου» περιλαμβάνει και τα παρακάτω Οκτασέλιδα:

 

Κ. Π. Καβάφης, ΟΚΤΩ ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (1902-1907), κείμενο-αντιγραφή Β. Δημητράκος, δ΄ έκδοση, 2025

 

Ο Κ. Π. Καβάφης, εκτός από κορυφαίος ποιητής, έχει γράψει σύντομα και περιεκτικά δοκίμια αναφορικά με την ποίηση και την τέχνη εν γένει. Έχοντας ο ποιητής σταθερή και ολοκληρωμένη άποψη και στάση ζωής (ο Δημητράκος στον πρόλογό του μιλά, μεταξύ άλλων, για την «αρετή της διάκρισης») για την ποίηση και το ποιητικό παιχνίδι, σε πολλά σημεία αυτή η αφοσίωσή του, που συμπυκνώνεται στη φράση «πιστό και του καθήκοντος παιδί της Τέχνης», παραπέμπει σε μοναχό ή ασκητή. Δοκίμια για την αποτύπωση των αισθημάτων, για τον ενθουσιασμό του ποιητή, το μεγαλείο της διαστροφής, τα ελαττώματα των μεγάλων ποιημάτων, την ποιητική ειλικρίνεια, τη λέπτυνση της ψυχής διά της μονώσεως και της εγκράτειας.

Αντιγράφω το λιλιπούτειο δοκίμιο [Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ] (σελ.9):

Δεν ξέρω αν η διαστροφή δίδει δύναμιν. Κάποτε το νομίζω. Αλλά είναι βέβαιον ότι είναι η πηγή μεγαλείου.

 

Βασίλης Δημητράκος, ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ (αυτοανθολόγηση), 2023

 

Ο Β. Δ., αυτοανθολογούμενος, συγκεντρώνει από το σύνολο του ποιητικού του έργου 15 ποιήματα, στα οποία υπάρχει η παρουσία κάποιου ζωντανού (ζώου). Στα ολιγόστιχα αυτά ποιήματα, στα περισσότερα των οποίων αποτυπώνεται ο ερωτικός καημός ή, καλύτερα, η ερωτική λαχτάρα του ποιητή, θα συναντήσουμε αρκετά σκυλιά, μία μαϊμού, φίδι, κουτάβι, σκαντζόχοιρο, ψάρια, ποντίκι, κότες, σκουλήκια και άλλα ζωντανά. Σε κάποια ποιήματα τα ζωντανά εξάπτουν την ερωτική διάθεση του ποιητή («La petite», «Τρία σκυλιά»), αλλού στέκονται η αφορμή αναστοχασμού και υπαρξιακής ενατένισης («Στο κοτέτσι», «Σιωπή»), σε άλλα επιτείνουν την απουσία αγαπημένων προσώπων («Ψυχρή προπόνηση», «Αγρυπνία»), ενώ σε κάποια ποιήματα γίνεται απλή αναφορά στο ζώο είτε με τη χρήση κάποιας παρομοίωσης είτε με μεταφορική σημασία κάποιου ανθρώπου ή κατάστασης. Εξέλαβα αυτή τη συλλογή όχι ως μια προσπάθεια εμφάνισης του ποιητή ως φιλόζωου (ή ζωόφιλου), αλλά ως την απόπειρα αποτύπωσης μιας ειρηνικής και αρμονικής συμβίωσης (συνύπαρξης) ανθρώπων και ζώων στο περιβάλλον, η αποδοχή της οποίας στρέφει τον άνθρωπο από την έπαρση και τη ματαιοδοξία στην ενσυναίσθηση και εντέλει στην ταπείνωση.

Δείγμα γραφής: «Ο ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ» (σελ. 8)

Κουλουριάζεται

και ο σκαντζόχοιρος

μέσα στ’ αγκάθια του·

τρέμει ―

 

τρέμει και αυτουνού η καρδούλα

όταν τον πλησιάζει πόδι.

 

 

Στράτος Κοσσιώρης, Η ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΛΑΧΤΑΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ, σπονδυλωτό δοκίμιο, 2025

 

Όταν ο Β. Δ. τύπωνε στον εκδοτικό του οίκο το διεισδυτικό και εύστοχο δοκίμιό του Ο «ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΣ ΚΑΗΜΟΣ» ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ (Μπιλιέτο, β΄ έκδοση, 2004) αναφορικά με το ποιητικό έργο του Ν. Χ., πέρα από τις άκρως ενδιαφέρουσες επισημάνσεις του, άθελά του, μας μαρτυρούσε μιαν ακόμη αλήθεια: Για να γράψεις εύστοχο και ενδιαφέρον δοκίμιο ή μελέτη για κάποιον λογοτέχνη, δεν είναι απαραίτητο να είσαι φιλόλογος ή πανεπιστημιακός -ίσως και να είναι καλύτερα το να μην είσαι και τα δύο. Αυτό, ο ίδιος ο Δ., το εισπράττει ακέραιο, μετά από παραπάνω από είκοσι χρόνια, για το δικό του ποιητικό έργο από το σπονδυλωτό δοκίμιο του Στράτου Κοσσιώρη, που, όπως πληροφορούμαστε από το λιτότατο βιογραφικό του στην τελευταία σελίδα του Οκτασέλιδου, «γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981· σπούδασε και εργάζεται ως νοσηλευτής».

Αρχικά ο Κοσσιώρης κάνει μια γενική προσέγγιση στα ποιήματα του Β. Δ., χαρακτηρίζοντας τον ποιητή «ποιητή της ερωτικής αγωνίας» και καταλήγοντας πως «ο Δ. δεν γράφει ποίηση δίχως προσωπικό κόστος». Στη συνέχεια εντοπίζει στις αρετές του ποιητή τη ροπή του προς την ταπείνωση («όταν ο γράφων εκτίθεται, ταπεινώνεται»), κάνει λόγο για τη δημιουργία που προκαλείται από τις αφορμές και το βίωμα του πειρασμού, και αναφέρεται στο βίωμα της αγάπης αλλά και στην κάθαρση, στην οποία οδηγείται ο Β. Δ. διά του εξομολογητικού ρεαλισμού. Βρήκα τη σύμφραση «εξομολογητικός ρεαλισμός» εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως όρο λογοτεχνικής κριτικής, που αποτυπώνει με ακρίβεια και πληρότητα την ποίηση του Δ.

Συγκρίνοντας ο Κοσσιώρης την ποίηση του Β. Δ. με εκείνη του (κατά κάποιον τρόπο) μέντορά του Ν. Χ., κρίνει πως ο πρώτος «παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατηθεί στο πλήρωμα της εκκλησίας», ενώ ο δεύτερος εκφράζει μια παραίτηση «αδιαφορώντας πλέον για τον πνευματικό αγώνα του παρελθόντος». Αυτή η παρατήρηση, βέβαια, σηκώνει αρκετή συζήτηση, αν αναλογιστούμε τον λυσσαλέο πόλεμο που είχε κηρύξει κάποτε η εκκλησία (και η συντηρητική κοινωνία της Θεσσαλονίκης) κατά του Ν. Χ., ο  οποίος, πάντως, εκκλησιαζόταν τακτικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Γενικά, όλη η προσέγγιση του Κοσσιώρη έχει (ή προσπαθεί ν’ αποκτήσει) θεολογικό-θρησκευτικό υπόβαθρο, εκφράζοντας, πάντως, πειστικά την εσωτερική αντιδικία του θρησκευτικού αισθήματος και του σαρκικού πάθους στην ποίηση του Β. Δ. Του δοκιμίου ακολουθεί μικρό ανθολόγιο ποιημάτων του Β. Δ., επτά τον αριθμό, κάποια μεταξύ των πιο αντιπροσωπευτικών του ποιητή.

 

Γ. Λ. Οικονόμου, ΚΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ, 41 ποιήματα, 2025

 

Μεταθανάτια έκδοση ποιημάτων του Γ. Λ. Οικονόμου σε Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου. Στον ίδιο εκδοτικό οίκο ο ποιητής είχε τυπώσει δύο ακόμη συλλογές: Flash back (2010) και 15 Νέα ποιήματα (2020). Ο Γ. Λ. Οικονόμου έφυγε από τη ζωή το 2024, σε ηλικία 64 μόλις χρόνων. Για τη συλλογή του Ένα με τη σκόνη (Τύρφη, 2017) είχα επισημάνει, σε παλαιότερό μου κείμενο, ότι: «ο Γ. Λ. Οικ. μελέτησε και αφομοίωσε δημιουργικά την ποίηση του Χριστιανόπουλου και του Χρίστου Λάσκαρη, έχοντας μάλιστα το θάρρος να μη μας το κρύβει»1. Στη συλλογή Κλείνω τα μάτια μου, ο Οικονόμου διαισθανόμενος, ίσως, το τέλος να πλησιάζει, διαφοροποιεί το ύφος του σε σχέση με τις υπόλοιπες συλλογές του. Δίχως να απομακρυνθεί από την εξομολόγηση και τον ρεαλισμό, κάνει ένα είδος υπαρξιακής, χαμηλόφωνης αναπόλησης της ζωής του, χρησιμοποιώντας αρκετές φράσεις και ρήματα σε παρελθοντικό χρόνο (χρόνια σε περίμενα, διάβαζα τα γράμματά σου, έλαμπε το σπίτι μας από καθαριότητα, «συγχωρεμένος / έτσι με ξεπροβόδισε / ο νεωκόρος της Λαοδηγήτριας κ.τλ.). Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως αρκετά ποιήματα γράφτηκαν για κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που έφυγε από τη ζωή -ή μήπως αυτή η αίσθηση δημιουργείται από την ίδια τη ζωή του ποιητή που χάνεται και λιγοστεύει; Σπαραχτικά, γήινα, αληθινά, κουβεντιαστά, τα τελευταία ποιήματα του Γ. Λ. Οικ. έχουν κάτι από το φιλί του θανάτου στο μέτωπο κάποιου που ετοιμάζεται προς αναχώρηση.

 

Δείγμα γραφής (σελ. 6)

 

Έκανε κρύο εκείνο το βράδυ

Ήταν οι τελευταίες σου μέρες.

Στο νοσοκομείο, ζήτησες λεμόνι.

Βγήκα στον παγωμένο Βαρδάρη

να εκπληρώσω την επιθυμία σου.

Τέτοια ώρα λεμόνι δε βρήκα,

μα τι παράξενο

όταν γύρισα όλος ο θάλαμος

μύριζε λεμόνι.

 

 

Το λογοτεχνικό και εκδοτικό έργο του Β. Δ. (ποίηση, πεζογραφία+ «Μπιλιέτο») έχει παραλληλιστεί στο παρελθόν με εκείνο του Ν. Χ. (ποίηση, πεζογραφία+ «Διαγώνιος»). Το ντούο του Μπιλιέτου (Δημητράκος-Δημητράκης) παραπέμπει ευθέως στο αντίστοιχο της «Διαγωνίου» (Χριστιανόπουλος-Τσίζεκ). Προσωπικά έχω συμπεριλάβει τον Β. Δ. στους συνεχιστές της τάσης της «Διαγωνίου» και στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, παρά τα πεντακόσια και πλέον χιλιόμετρα που χωρίζουν την Παιανία απ’ τη Θεσσαλονίκη.2  Όπως και να έχει, κάθε καλλιτεχνικό του βήμα, είτε αυτό αφορά το προσωπικό του έργο είτε τις εκδόσεις του, είναι δείγμα υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας και αισθητικής αρτιότητας.

 

______________________________________________

 

1 Δοκιμασμένες γραφές, ενδιαφέρουσες αφηγήσεις, book press, Απρίλιος 2017

2 Ανθρώπινα πάθη, θεϊκά μυστήρια, book press, Φεβρουάριος 2015

 

 

 

 

 

Β΄

 

Σχόλια και κριτικές για δύο βιβλία

του Παναγιώτη Γούτα,

που κυκλοφόρησαν από το «Μπιλιέτο»

 

֎

 

 

Δαίδαλος» του Γιάννη Δημητράκη στη Gallery Genesis - ελculture - Θέατρο,  Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Π. ΓΟΥΤΑ «ΑΠΟΚΟΥΜΠΙ στην κουβέντα με τον Περικλή Σφυρίδη» (Μπιλιέτο, 2010)

 

 

Ο τίτλος του βιβλίου αυτού του Παναγιώτη Γούτα φανερώνει αμέσως όχι μόνο το περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι μια «κουβέντα», δηλαδή συνέντευξη, αλλά και το βάρος που δίνει ο συγγραφέας στην κουβέντα αυτή, που τη θεωρεί «αποκούμπι». Γιατί άραγε; Ο Σφυρίδης είναι γνωστός και καθιερωμένος συγγραφέας και έχει δώσει αρκετές συνεντεύξεις,  αλλά κανείς από όσους του ζήτησαν συνέντευξη (λίγο πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου του Γούτα, η Χλόη Κουτσουμπέλη δημοσίευσε τη δική τους «κουβέντα» στο περιοδικό Ένεκεν[i] και ο Ηλίας Γκρης μια άλλη, το  2004, σε ξεχωριστό βιβλίο, στις εκδόσεις “Μικρός Ιανός» της Θεσσαλονίκης, με εισαγωγικό μάλιστα λόγο και τίτλο Ο Περικλής Σφυρίδης χωρίς περιστροφές)[ii] δεν χαρακτήρισε τα λόγια του «αποκούμπι». Ο Γούτας, σε μικρό πρόλογο, πριν αρχίσουν τη συζήτηση, ομολογεί τις πνευματικές οφειλές του στον Σφυρίδη. Η πρώτη σκέψη, επομένως, είναι ότι πρόκειται για μια τιμή ενός μαθητή προς τον δάσκαλο. Κι εδώ χρειάζεται να διευκρινίσουμε κάτι. Μαθητής δεν σημαίνει μιμητής. Το τόνισε και ο Π. Μουλλάς στο συνέδριο Παραμυθία Θεσσαλονίκης, θεωρώντας τον Ιωάννου μαθητή του Πεντζίκη.[iii] Ο Γούτας, όμως, αφού πρώτα μας ενημερώνει ότι γνώριζε τον Σφυρίδη ως οικογενειακό τους γιατρό από παιδί,  εξειδικεύει: «Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, τον πλησίασα να του δείξω πρωτόλεια ποιήματα και πεζά μου. Ο ίδιος ήταν αρκετά γνωστός συγγραφέας και η γνώμη του μετρούσε. Μου έκανε αυστηρές συστάσεις και υποδείξεις, ντόμπρες όμως και σταράτες. Με αντιμετώπιζε όχι με υπεροψία, αλλά ως ίσος προς ίσο. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, διορθώνοντας τα χειρόγραφα, για να του παρουσιάσω κάτι της προκοπής. Όταν πέτυχα την πρώτη μου δημοσίευση στην Παραφυάδα και στο Τραμ, που προσωπικά τότε επιμελούνταν, ένιωσα ότι είχα κατακτήσει τον κόσμο. Από τότε μας συνδέει θερμή φιλία και αλληλοεκτίμηση. Συχνά τον συμβουλεύομαι για δουλειές και επικείμενες εκδόσεις και η γνώμη του είναι πάντα πολύτιμη για μένα» (7). Ο Γ. Αράγης, από την άλλη, μιλώντας για το έργο του Σφυρίδη, αναφέρεται σ’ αυτή τη διαδικασία λογοτεχνικής «μαθητείας» και σημειώνει: «Ένα άλλο βασικό γνώρισμα του συγκεκριμένου πεζογραφικού έργου (της Ψυχής μπλε και κόκκινης του Σφυρίδη) είναι ο εμπειρισμός του. Όχι ακριβώς ότι εκφράζει προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα,  αν και αυτό φαίνεται πως συμβαίνει αρκετά. Με τη λέξη “εμπειρισμός” εννοώ κάτι διαφορετικό. Όλα τα κείμενα, από το πρώτο ως το τελευταίο, έχουν υφή εμπειροτεχνικής σύνθεσης. Λες και ο άνθρωπος που τα φιλοτέχνησε έμαθε τη μαστορική από την πρακτική μαθητεία σε κάποιον άλλο εμπειρικό της ίδιας τέχνης, ερήμην των θεωρητικών αρχών της».[iv] Σε ποιους μάστορες μαθήτευσε ο Σφυρίδης μάς το λέει ο ίδιος αναλυτικά στη συνέντευξή του. Είναι, επίσης, γεγονός ότι αυτή η «παράδοση μαθητείας», που υπήρχε παλαιότερα στα γράμματά μας, δίνοντας από αξιοπρόσεκτα  έως σπουδαία κείμενα, τείνει να γίνει σπάνια, αν όχι δυσεύρετη, πρακτική, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, αφού πολλοί νέοι λογοτέχνες με ποικίλους τρόπους προσπαθούν να κατακτήσουν τη δημοσιότητα, και, κατ’ επέκταση, ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που στερείται λογοτεχνικής παιδείας, χωρίς προηγούμενη μαθητεία και τριβή, η οποία παλαιότερα γινόταν συνήθως μέσα από τα σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά και τους υπεύθυνους συντάκτες τους. Σκέφτομαι, λοιπόν, μήπως στις προθέσεις του Γούτα υπήρχε και η χρησιμότητα να καταγραφεί η γνώμη ενός συγγραφέα, που πρώτα υπήρξε μαθητής και ύστερα μάστορας. Κι αυτό φαίνεται καθαρά στον επίλογο με τον οποίο κλείνει την «κουβέντα» τους.

Ας έρθουμε τώρα στη συνέντευξη. Ο Γούτας έθεσε στον Σφυρίδη δεκαέξι ερωτήσεις, για να πάρει ισάριθμες απαντήσεις, άλλοτε κάπως  εκτεταμένες κι άλλοτε πιο σύντομες. Μπορούμε χοντρικά να χωρίσουμε τις ερωτήσεις αυτές σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτές που αφορούν την προσωπική ζωή και λογοτεχνική πορεία του Σφυρίδη και σ’ εκείνες που ο Γούτας ζητάει τη γνώμη του – ή, ορθότερα, του ζητάει να κρίνει – διάφορα πράγματα της λογοτεχνικής κίνησης και ζωής του τόπου μας και ειδικότερα της Θεσσαλονίκης. Υπάρχει ασφαλώς κάποια ώσμωση ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες των ερωτήσεων και των απαντήσεων. Τρία, πάντως, είναι τα χαρακτηριστικά σ’ αυτές τις απαντήσεις: Ο Σφυρίδης δεν περιττολογεί, δεν περιαυτολογεί, δεν κρύβεται. Στην πρώτη, π.χ., ερώτηση του Γούτα, που του ζητάει να μιλήσει για τη συγγραφική του πορεία στον χρόνο, απαντά ότι τα περισσότερα τα έχει εξιστορήσει στο βιβλίο του Σε πρώτο πρόσωπο[v]και δεν πρόκειται να τα επαναλάβει. Αφού κάνει,  πάντως, μια μικρή, αλλά ουσιαστική, αναδρομή στις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε, όπως, άλλωστε, και όλοι οι συγγραφείς της γενιάς του, με την γερμανική Κατοχή, τον Εμφύλιο και ό,τι ακολούθησε μετά, στρέφει την κουβέντα στους λόγους για τους οποίους εμφανίστηκε στα γράμματα στην  όψιμη ηλικία των σαράντα ενός χρόνων με την ποιητική συλλογή Περιστάσεις[vi]το 1974, ενώ η γνωριμία του με τον χώρο της λογοτεχνίας χρονολογείται από το 1946, όταν «διορίστηκε» βοηθός βιβλιοθηκάριου στο Κολέγιο Ανατόλια ως αντιστάθμισμα για μια υποτροφία που του είχαν χορηγήσει. Αμέσως μετά ο Γούτας τού θέτει ευθέως το ερώτημα τι ήταν αυτό που τον ώθησε να γράψει ποιήματα, και μάλιστα ερωτικά. Και ο Σφυρίδης δεν κρύβεται, απαντώντας πως αιτία υπήρξε μια ερωτική ιστορία. Δηλώνει: «Αν τον εφηβικό έρωτα τον χαρακτηρίζουν ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία, στον έρωτα της μέσης ηλικίας κυριαρχούν η τραυματική εμπειρία και η διάψευση της προσδοκίας. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι το μοτίβο των ερωτικών μου ποιημάτων και διηγημάτων;» (16). Η αμέσως επόμενη ερώτηση είναι πιο «τσουχτερή». Τον ρώτησε αν αυτά τα ερωτικά ποιήματα και οι ιστορίες που δημοσίευσε χωρίς «μισόλογα» και «υπαινιγμούς» είχαν επακόλουθα στο οικογενειακό, φιλικό και επαγγελματικό του περιβάλλον. Ο Σφυρίδης δεν δίστασε να πει πως καθετί στη ζωή έχει και το τίμημά του και ότι αυτό το τίμημα το έχει πληρώσει, γιατί υιοθέτησε  χωρίς δισταγμό στα κείμενά του τον ρεαλιστικό, εξομολογητικό, χαμηλόφωνο λόγο, που ήταν και μία από τις αισθητικές κατευθύνσεις της Διαγωνίου και  το κήρυγμα του Χριστιανόπουλου «η λογοτεχνία μάς θέλει γυμνούς». «Δεν μπορεί», απαντά, «από τη μια να θέλεις να είσαι εξομολογητικός και από την άλλη, η εξομολόγηση να γίνεται υπαινικτικά και με μαγειρέματα. Εξάλλου, το παράδειγμα το είχαν δώσει πριν από μένα ο ίδιος ο Χριστιανόπουλος και ο Γιώργος Ιωάννου και ακολούθησαν αρκετοί άλλοι μετά, ποιητές και πεζογράφοι. Εγώ ίσως ήμουν πιο τολμηρός σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα και τα περιστατικά. Κατανοώ τους ενδοιασμούς των άλλων πεζογράφων που συνειδητά θολώνουν τα όσα θέλουν να αφηγηθούν. Ζούμε σε μια αστική κοινωνία, συντηρητική και υποκριτική – που θέλει να δείχνει πως ερωτευθήκαμε μόνο τη γυναίκα που παντρευτήκαμε. Όλοι γνωρίζουμε τι γίνεται στη ζωή μας, αλλά βάζουμε έναν φερετζέ σεμνοτυφίας για να κρύψουμε το πρόσωπό μας […]. Προσωπικά δεν μετάνιωσα γι’ αυτή μου την επιλογή. Είμαι ξεκάθαρος όχι μόνο στην πεζογραφία  μου, αλλά και στη ίδια μου τη ζωή. Κι αυτό που πριν από καναδυό δεκαετίας το περιβάλλον μου το θεωρούσε καταστροφικό, σήμερα, μου το αναγνωρίζουν ως εύσημο˙ όχι μόνο όσοι διαβάζουν ή γράφουν για τα βιβλία μου, αλλά και δικοί μου άνθρωποι. Η οικογένειά μου. Διατηρώ επίσης άριστες φιλικές σχέσεις με κάποιες ηρωίδες των διηγημάτων μου» (17-18). Μιλώντας για τον ρόλο του βιώματος στη λογοτεχνική δημιουργία, πιστεύει πως δεν μπορεί να υπάρξει αξιόλογο λογοτεχνικό έργο χωρίς ένα μίνιμουμ προσωπικής εμπειρίας και πως θεωρεί τις απόψεις όσων ισχυρίζονται ότι τους αρκεί η φαντασία για να επινοούν ιστορίες ως φληναφήματα, διότι όλα τα κλασικά έργα, ακόμα και αυτά που ακολουθούν τη γραφή συνειδησιακής ροής, πάνω σε βιώματα στηρίχτηκαν.

Η κουβέντα τους γυρίζει στη σχέση του Σφυρίδη με τον Χριστιανόπουλο. Ο Σφυρίδης αναγνωρίζει όχι μόνο τις πνευματικές οφειλές του στον Χριστιανόπουλο, αλλά και τον καταλυτικό ρόλο που είχε η γνωριμία τους στην απόφασή του να εγκαταλείψει τον συνδικαλισμό και την πολιτική (την οποία είχε μεν σιχαθεί από τις ίντριγκες και τις συναλλαγές που γνώρισε, αλλά και για την οποία είχε γραφτεί στα σαράντα και κάτι χρόνια του στη νομική του πανεπιστημίου μας, και είχε μάλιστα φτάσει στο πτυχίο). Και αυτή η τοποθέτηση ενός καθιερωμένου πλέον συγγραφέα που αναγνωρίζει οφειλές σε δάσκαλο, ο οποίος μάλιστα είναι σχεδόν συνομήλικος του, δεν είναι κάτι που συναντάμε συχνά στα γράμματά μας. Βέβαια, τονίζει πως, όταν γνώρισε τον Χριστιανόπουλο, είχε κατασταλαγμένες απόψεις για τη ζωή και τη στάση που ήθελε – ή έπρεπε – να κρατήσει στην κοινωνία. «Στην ηλικία των τριάντα πέντε χρόνων», μας λέει, «ο χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου έχει – προ πολλού μάλιστα – διαμορφωθεί. Δεν είχα, όμως, κατασταλάξει στην κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσω ως συγγραφέας […]. Με είχε εντυπωσιάσει η ηθική στάση που κρατούσε τότε ο Χριστιανόπουλος απέναντι στα “λογοτεχνικά παζαρέματα” και τις διάφορες συναλλαγές». Στη συνέχεια εξομολογείται πως οι ηθικές και οι αισθητικές «προδιαγραφές», που απαιτούσε και επέβαλε την εποχή εκείνη ο Χριστιανόπουλος στους συνεργάτες του περιοδικού του και τις οποίες, μάλιστα, ονόμαζε «αρχές της Διαγωνίου», υπήρξαν ταυτόσημες με τις προσωπικές απόψεις του για τη στάση ζωής, «απόψεις που, κατά κάποιον τρόπο», συμπληρώνει, «είχα εφαρμόσει κι εγώ στον συνδικαλισμό» (25). Τα δύο αυτά στοιχεία, δηλαδή το γεγονός ότι ο Σφυρίδης εισέρχεται στον «κύκλο της Διαγωνίου» με κατασταλαγμένες ιδέες και ότι στη Διαγώνιο επικρατούσε ένα λογοτεχνικό κλίμα μοραλισμού αισθητικής φύσεως τα επισημαίνει και ο Αλ. Ζήρας στην μελέτη του Η πεζογραφία του Περικλή Σφυρίδη. Αυτοβιογραφικός λόγος και μυθοπλασία.[vii] Όταν ο Γούτας του ζήτησε να μιλήσει γι’  αυτή την πνευματική του σχέση με τον Χριστιανόπουλο, δεν δίστασε να πει πως σε γενικές γραμμές οι αισθητικές του αντιλήψεις για την «καλή» ή «σοβαρή» λογοτεχνία συμπίπτουν με αυτές του Ντίνου, γι’ αυτό ανταλλάσσουν συχνά γνώμες για συγκεκριμένους συγγραφείς και βιβλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούν σε όλα. «Γιατί», συνεχίζει, «ο Χριστιανόπουλος είναι περισσότερο απόλυτος και κρίνει την αξία των λογοτεχνικών κειμένων ως αυθεντία, με γνώμονα τα δικά του αισθητικά κριτήρια. Εγώ», συνεχίζει, «είμαι πιο διαλλακτικός και θέλω οι επισημάνσεις και οι παρατηρήσεις μου στα κείμενα να έχουν αποδεικτικό χαρακτήρα, με συγκεκριμένα αποσπάσματα (ορισμένες φορές, πολλά) από τα ίδια τα κείμενα. Γι’ αυτό έχω γράψει κριτικές για βιβλία που ακολουθούν τελείως διαφορετικό προσανατολισμό απ’ ό,τι εγώ στα δικά μου βιβλία. Ο Ντίνος είναι πιο “επιθετικός” και ενίοτε “προκλητικός”. Γι’ αυτό, άλλωστε, έχει μαλώσει με πολύ κόσμο, ενώ ταυτόχρονα έχει και φανατικούς φίλους. Επίσης, στην εκτίμηση ενός λογοτεχνικού, ή γενικότερα, καλλιτεχνικού έργου, παίρνει σοβαρά υπόψη του τον χαρακτήρα και την ηθική υπόσταση του δημιουργού. Το “δεν μ’ αρέσει το βιβλίο αυτό γιατί ο … (συγγραφέας) είναι σκατόμουτρο” το έχω ακούσει πολλές φορές. Εμένα δεν μου πάνε τα “μαλώματα” και προσπαθώ να ξεχωρίσω το έργο από τον χαρακτήρα και τα καμώματα του συγγραφέα […]. Με τον Ντίνο ταιριάξαμε και σε κάτι άλλο. Δεν περιοριστήκαμε στο προσωπικό μας έργο και την προβολή του, όπως κάνουν οι περισσότεροι συγγραφείς, αλλά ξοδέψαμε χρόνο και χρήμα – ναι, χρήμα! Ο κόπος δεν λογαριάζεται – για την προβολή του έργου πνευματικών δημιουργών (λογοτεχνών και καλλιτεχνών) της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της λογοτεχνίας και εικαστικής ζωής της γενέθλιας πόλης μας, την οποία, παρά την όποια μιζέρια της, δεν διανοηθήκαμε ποτέ να εγκαταλείψουμε» (27-28). 

Δεν προτίθεμαι – και ούτε πρέπει – να σας παρουσιάσω αναλυτικά όλες τις πτυχές αυτής της συνέντευξης. Θα προβώ, όμως, σε κάποιες επισημάνσεις. Μιλώντας για τον ρόλο της ιατρικής στη λογοτεχνία, στέκομαι στο γεγονός ότι η ιατρική έκλεβε πολύ χρόνο από τη λογοτεχνία, γιατί, εκτός από τις ώρες άσκησης του επαγγέλματος, απαιτούσε και πολύ χρόνο για διάβασμα, ώστε να είναι ως γιατρός ενημερωμένος στις εξελίξεις της επιστήμης του. «Οι άρρωστοι», μας λέει, «μου εμπιστεύονταν τη ζωή τους. Μπροστά σ’ αυτή την ευθύνη καμιά λογοτεχνία δεν μπορεί να εγείρει αξιώσεις» (20). Της οφείλει, όμως, και χάριτας διότι η ιατρική τον έφερε κοντά στον ανθρώπινο πόνο και σ’ ένα «κύκλωμα» που έχει στηθεί για την οικονομική του εκμετάλλευση. Και αυτή τη συγκλονιστική του εμπειρία την πέρασε στα διηγήματά του. Και κάτι ακόμα: «Η ιατρική», τονίζει, «μου έδωσε την δυνατότητα να ενταχθώ στη λογοτεχνία χωρίς οικονομικές ή άλλες εξαρτήσεις που θα τη νόθευαν, ενδεχομένως, με σκοπιμότητες και θα είχαν επίπτωση στην ποιότητα του έργου μου» (19). Σε ερώτηση του Γούτα πώς κρίνει τις διάφορες κοινωνικές ομάδες που τις γνώρισε από «πρώτο χέρι» (αθλητές και παράγοντες του ποδοσφαίρου, ιατρούς και συνδικαλιστές και, στο τέλος, λογοτέχνες) δηλώνει πως τα πιο άγρια «μαχαιρώματα» τα γνώρισε στη λογοτεχνία, παρόλο που σ’ αυτήν ο παράγοντας οικονομικό όφελος, νόμιμο ή, συνήθως, κάτω από το τραπέζι, είναι ανύπαρκτος. Και επεξηγεί: «Άργησα να συνειδητοποιήσω τον λόγο και ομολογώ ότι πικράθηκα πολλές φορές και άλλοτε αγανάκτησα. Τώρα, όμως, ξέρω: οι περισσότεροι λογοτέχνες είναι μεν αισθαντικές, αλλά ταυτόχρονα πολύ εγωκεντρικές προσωπικότητες […]. Είμαστε μια πολύ μικρή ομάδα, μια “σέχτα”, που δεν ενδιαφέρει τα πλατιά κοινωνικά στρώματα, τα οποία μπορούν να ζήσουν μια χαρά χωρίς να έχουν διαβάσει στη ζωή τους ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Κι όμως πιστεύουμε – ή θέλουμε να πιστεύουμε – ότι όλος ο κόσμος κινείται γύρω από τα πρόσωπά μας και το έργο μας» (24). Για το πνευματικό κλίμα της Θεσσαλονίκης λέει πως το χαρακτηρίζει μια αντίφαση. «Από τη μια μεριά», επισημαίνει, «είναι πόλη εσωστρεφής και συντηρητική και από την άλλη, ανοιχτή προς κάθε νέα ιδέα που έρχεται από την Ευρώπη ή από αλλού (εννοώ και τη δική μας πρόσφατη παράδοση, π.χ., τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη). Τα έχω πει αυτά, δεν θα τα επαναλάβω. Το επισημαίνω, όμως, γιατί δεν συμφωνώ με την διαπίστωσή σας», απαντά στον Γούτα, «πως “η Θεσσαλονίκη σκοτώνει κάθε τι το πρωτοποριακό, το φρέσκο και το διαφορετικό εν τη γενέσει του”. Ο μοντερνισμός ξεκίνησε προπολεμικά στα γράμματά μας από τους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης. Μεταπολεμικά το ρεύμα της εξομολογητικής βιωματικής λογοτεχνίας, με γραφή σαφή και κατά το δυνατόν λιτή, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία (το οποίο ανέκοψε την κυριαρχία του υπερρεαλισμού), πάλι από τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε. Τα περιοδικά Μακεδονικές Ημέρες (1932-1939), Κοχλίας (1945-1948), Διαγώνιος (1958-1983) και Κριτική (1959-1961) υπήρξαν πρωτοποριακά περιοδικά στην εποχή τους. Από την άλλη, συμφωνώ ότι “η Θεσσαλονίκη συμπεριφέρεται συχνά σαν κουτοπόνηρη, ξενοφοβική επαρχιούπολη”» (49-50). Aκολούθως αναφέρει αρκετά παραδείγματα επαρχιακής μιζέριας τα οποία χαρακτηρίζουν την πόλη και υπογραμμίζει το γεγονός πως, ενώ όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της Θεσσαλονίκης καταλογίζουν στην αθηνοκεντρική δομή του ελληνικού κράτους την πνευματική μιζέρια της πόλης, όπως πολύ χαρακτηριστικά παρομοίασε ο Πεντζίκης την Ελλάδα με αγελάδα που βόσκει στη Μακεδονία, αλλά την αρμέγουν στην Αθήνα, εν τούτοις, επισημαίνει, η αναγνώριση του έργου των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης δεν έγινε ή γίνεται από ομοτέχνους της πόλης, αλλά από αθηναίους κριτικούς, ακόμα και του Πεντζίκη (εννοεί από τον Σεφέρη), γι’ αυτό, όταν έρθει κάποιος καθιερωμένος αθηναίος κριτικός, τρέχουν όλοι οι θεσσαλονικείς λογοτέχνες για να του υποβάλουν τα σέβη τους. Τέλος, συμπληρώνει πως όποιος λογοτέχνης ενδιαφέρεται για ευρύτερη προβολή και δημοσιότητα του έργου του ή όποιος καλλιτέχνης επιθυμεί μια επιτυχημένη σταδιοδρομία, η κάθοδος στην Αθήνα είναι μονόδρομος. Για τους εκδότες, με τους οποίους συνεργάστηκε, λέει πως μ’ αυτούς η σχέση του ήταν περισσότερο φιλική παρά επαγγελματική, ότι οι εκδόσεις «Διαγώνιος» υπήρξαν ένας ιεραποστολικός της λογοτεχνίας εκδοτικός οίκος, όπου την ποιότητα των κειμένων την έκρινε ο Χριστιανόπουλος (που παρείχε στον συγγραφέα και δωρεάν τις διορθώσεις των τυπογραφικών δοκιμίων), την ευθύνη της καλλιτεχνικής επιμέλειας είχε εν λευκώ ο Κάρολος Τσίζεκ και το τύπωμα ο καλλιτέχνης τυπογράφος της μονοτυπίας Νίκος Νικολαΐδης. Θεωρεί τις εκδόσεις «Μπιλιέτο» του Βασίλη Δημητράκου «παραφυάδα» της Διαγωνίου στην Παιανία, γι’ αυτό κι έδωσε στον Βασίλη κάποια από τα βιβλία και διηγήματά του που αγαπάει πολύ. Το ίδιο φιλική υπήρξε και η συνεργασία του με τον Νίκο Καρατζά του «Ιανού», απ’ όπου κυκλοφόρησε δύο βιβλία τα οποία αφορούν αποκλειστικά τη Θεσσαλονίκη.[viii] Τέλος, μιλώντας για την τριαντάχρονη συνεργασία του με τον Καστανιώτη, εξομολογείται πως, όταν μετά τη «Διαγώνιο», απ’ όπου είχε αποκτήσει κάποιο όνομα και διάφοροι αθηναίοι εκδότες φλέρταραν μαζί του, για να τον εντάξουν στη δύναμη του οίκου τους, αυτός προτίμησε τον Καστανιώτη που δεν συμμετείχε στο φλερτ, γιατί του είχε φερθεί ανθρώπινα όταν κυκλοφόρησε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του, την Αφίσα,το 1977, τότε που ο Καστανιώτης δεν ήταν ακόμα μεγαλοεκδότης, αλλά βιβλιοπώλης. Σε ερώτηση του Γούτα γιατί τόσα χρόνια δεν άλλαξε εκδότη για μια καλύτερη προβολή και κυκλοφορία του έργου του, λέει πως θεωρεί τον εαυτό του λογοτέχνη και όχι επαγγελματία ποδοσφαιριστή και,  παρόλο που είχε δελεαστικές προτάσεις από άλλους εκδότες, δεν διανοήθηκε ποτέ να εγκαταλείψει τον Καστανιώτη. «Αν ήταν να γίνω πλούσιος, θα γινόμουν από την ιατρική», δηλώνει, «κι όχι από τη λογοτεχνία, όπως πιστεύουν μερικοί που βγάζουν τα καινούρια βιβλία τους σε δημοπρασία» (34). Μόνο πρόσφατα, το 2010, όταν ο Καστανιώτης δήλωσε αδυναμία να του εκδώσει τη νέα συλλογή διηγημάτων, που του είχε εμπιστευθεί από το 2008, λόγω της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει εκδότες και βιβλιοπώλες, και του συνέστησε να κάνει υπομονή, ο Σφυρίδης απάντησε πως τον καταλαβαίνει, αλλά από την άλλη, πάλι, δεν θα ήθελε το βιβλίο του αυτό να κυκλοφορήσει ως μεταθανάτια έκδοση, και του ζήτησε την άδεια να πάει σε άλλο εκδότη. Έτσι η νέα συλλογή διηγημάτων του θα κυκλοφορήσει από την «Εστία» με το περιοδικό της οποίας, τη Νέα Εστία, τα τελευταία χρόνια έχει δεσμούς συνεργασίας. «Το διαζύγιό μου με τον Καστανιώτη, ύστερα από τριάντα χρόνια αρμονικής “συμβίωσης”, ήταν φιλικό και συναινετικό» (35), μας λέει.

Η κουβέντα τους περνάει στην τελευταία περίοδο της πορείας του, όπου από το 1994 ο Σφυρίδης έχει εγκατασταθεί (για μισό και πλέον χρόνο κάθε έτους) στην ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα του – και, κατά κάποιο τρόπο, και δική του – τη Σκύρο, απ’ όπου αντλεί βιώματα από τη ζωή στο νησί και τους ανθρώπους του και τα περνάει  στα διηγήματά του. «Με κουράζει», δηλώνει, «η ζωή στη μεγάλη πόλη. Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι έχουν γίνει νευρικοί. Μια χωρίς λόγο επιθετικότητα κυριαρχεί στη συμπεριφορά τους» (45). Αναφέρει επίσης ότι κουράζεται από τις πολλές λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στις οποίες είτε παίρνει μέρος είτε από υποχρέωση παρευρίσκεται. Δεν του περισσεύει χρόνος για γράψιμο και διάβασμα. Τη λύση τού την προσφέρει η Σκύρος, όπου εκεί, μετά τη συνταξιοδότησή του, το καλοκαίρι του 1994,  έγραψε ολόκληρο το μυθιστόρημά του Ψυχή μπλε και κόκκινη.[ix] Ο Ζήρας πιστεύει πως η εγκατάσταση στη Σκύρο, «η επιστροφή στον πατρογονικό τόπο», όπως αποκαλεί το νησί, οφείλεται, πέρα των άλλων, στην «απολύτως προσωπική και μάλλον οντολογική αναζήτηση ένος βαθύτερου δεσμού με κοινωνίες ανθρώπων και με περιβάλλοντα, όπου δεν έχει ακόμα εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό η σήψη της “πολιτισμένης” ζωής».[x] Κολακεύτηκε όταν ο Γούτας τον συγκρίνει με τον Παπαδιαμάντη, τόσο ως προς το έργο (αναφέρεται στα σκυριανά διηγήματά του) όσο και ως προς τη στάση που κρατάει απέναντι στα λογοτεχνικά πράγματα του καιρού μας, και λέει ότι η αγάπη του για τον Παπαδιαμάντη και η επιρροή που άσκησε ο Σκιαθίτης με τα διηγήματά του στο δικό του έργο οφείλεται στον φιλόλογο καθηγητή που είχε στο Ανατόλια, o οποίος επηρέασε βαθιά την προσωπικότητά του,  τον Νίκο Παπαχατζή, που ήταν φανατικός λάτρης του Παπαδιαμάντη.

Σε ερώτηση για τον ρόλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη πνευματική ζωή της πόλης, λέει ότι η ίδρυσή του το 1926, με πρώτη τη Φιλοσοφική Σχολή, έδωσε έναν πνευματικό «αέρα» στην πόλη και ότι για δεκαετίες ήταν πιο προοδευτικό από το αντίστοιχο της Αθήνας, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, ότι «κουμάντο» έκαναν πάντα οι εξ Αθηνών καθηγητές, μέχρι να αναδειχτούν σιγά σιγά και κάποιοι καθηγητές από τη Βόρεια Ελλάδα. Λυπάται όμως που η Φιλοσοφική Σχολή και ιδιαίτερα το τμήμα της Νεοελληνικής Φιλολογίας δεν ενδιαφέρθηκε όσο θα έπρεπε – ή και θα άξιζε – για τη λογοτεχνία και τους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης. Τέλος, επισημαίνει, ως σύμπτωμα του καιρού μας, το γεγονός πως πολλοί καθηγητές έχουν αποκτήσει μια καθαρή νεοελληνίστικη νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου, χωρισμένοι σε αντιμαχόμενες ομάδες,  κάτι που είχε ως συνέπεια να χάσει τον προοδευτικό χαρακτήρα και την αίγλη του.

Για το υπερβατικό στοιχείο που εμφανίζεται στις τελευταίες συλλογές διηγημάτων του, το «ρίγος του υπερβατικού» όπως το χαρακτήρισε η Μ. Θεοδοσοπούλου,[xi] λέει πως «όταν είναι κανείς νέος, υπάρχει μόνο ένας θάνατος: ο θάνατος των άλλων. Στα πρόθυρα, ή μέσα στην τρίτη ηλικία, ο θάνατος, ο δικός μας θάνατος, παύει να είναι μια νεφελώδης προοπτική και γίνεται χειροπιαστή προσδοκία. Αυτό φέρνει στη μνήμη μας τους προσφιλείς νεκρούς μας, οι οποίοι, μέσα από τη μνήμη και τα όνειρά μας επανέρχονται στη ζωή […]. Με το που κόντευα τα εβδομήντα μου χρόνια, άρχισα να κάνω και κάποιον απολογισμό της ζωής μου. Αυτό, σκέψη με τη σκέψη, με έφερε κοντά στη ζωή των γονιών μου και των άλλων συγγενών και φίλων που είχαν αποδημήσει και τους “αναβίωσα” μέσα στα γραπτά μου να μιλήσουν για τη δική τους ζωή  και τα βάσανα» (39).

Η κουβέντα τους κλείνει με την εκτίμηση του Σφυρίδη ότι, παρόλο που ζούμε σε μια πρωτόγνωρα ρευστή κατάσταση, στην οποία η «σοβαρή» λογοτεχνία έρχεται αντιμέτωπη με την «αγορά», η οποία προσπαθεί να μετατοπίσει την αξία ενός λογοτεχνικού βιβλίου από την «αισθητική» στην «κατανάλωση», με προαγωγούς τη διαφήμιση και την τηλεόραση που διαμορφώνουν μια μαζική νερόβραστη κουλτούρα lifestyle σε παγκόσμιο επίπεδο, η καλή λογοτεχνία και το τυπωμένο βιβλίο θα κερδίσουν το στοίχημα της αντοχής, γιατί από αυτήν καθορίζεται η λογοτεχνία ενός έθνους κι όχι από τα ευπώλητα.

Τελειώνω με το ερώτημα: Ποια η σημασία των λόγων του Σφυρίδη – και γενικότερα ο λόγος σημαντικών πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας – για το ευρύ κοινό; Πιστεύω, αμελητέα, γιατί ο λόγος των σημαντικών αυτών ανθρώπων και το έργο τους είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό που γνωρίζει μόνο τους αστέρες των τηλεοράσεων, του ελαφρού συνήθως θεάτρου και κινηματογράφου, του ελαφρολαϊκού τραγουδιού και κάποιους συγγραφείς παραλογοτεχνίας, που επιδίωξαν – και κατόρθωσαν – να γίνουν τακτικοί επισκέπτες των τηλεοπτικών παραθύρων. Για μας, όμως, τους «θεριακλήδες» της λογοτεχνίας – χρησιμοποιώ τη λέξη αυτή που παραπέμπει ευθέως στο άλλο βιβλίο του Γούτα, Ενός καφέ μύριοι έπονται[xii]    και ιδίως σ’ όσους, εκτός από αναγνώστες, είναι και νέοι δημιουργοί, ο λόγος ενός συγγραφέα, που από την πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα είχε σταθερές αρχές και αγωνίστηκε για τις αξίες που πιστεύει, είναι όχι μόνο «αποκούμπι» αλλά και οδηγός.

 

______________________________________________

 

1 ΄Ενεκεν 15 (Ιαν.-Μάρτ. 2010) 176-188.

2 Βλ. σ. 115.

3 Π. Σφυρίδης (επιμ.), Παραμυθία Θεσσαλονίκης. Η πεζογραφία στη Θεσσαλονίκη από το 1912 έως το 1995 (Πρακτικά συνεδρίου, Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, 23-25 Οκτωβρίου 1996), Θεσσαλονίκη 1997, σ. 426: «Ο Ιωάννου είναι μαθητής του Πεντζίκη. Ο μαθητής δεν σημαίνει ότι είναι παπαγάλος, αλλά η παρουσία του δασκάλου υπάρχει».

4Γ. Αράγης, «Αναφορά στην πεζογραφία του Περικλή Σφυρίδη» (κείμενο που διαβάστηκε στο τιμητικό αφιέρωμα το οποίο διοργάνωσε η Ιατρική Εταιρεία Θεσσαλονίκης, στις 9 Απριλίου 1997, στην παλαιά Αίθουσα Τελετών της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.,  για τους γιατρούς: Μανόλη Αναγνωστάκη, ποιητή, με ομιλητή τον Παν. Μουλλά ۬  Περικλή Σφυρίδη, πεζογράφο, με ομιλητή τον Γιώργο Αράγη ۬  και Πάνο Παπανάκο, ζωγράφο, με ομιλητή τον Περικλή Σφυρίδη).

5 Παιανία, «Μπιλιέτο», 1999.

6 Θεσσαλονίκη 1974 (ιδιωτική έκδοση).

7 Αλ. Ζήρας. Η πεζογραφία του Περικλή Σφυρίδη. Αυτοβιογραφικός λόγος και μυθοπλασία, Παιανία, «Μπιλιέτο», 2000, σσ.8 και 13-18.

8Εν Θεσσαλονίκη: 13 σύγχρονοι πεζογράφοι, Θεσσαλονίκη, «Ιανός» 2001. Εν Θεσσαλονίκη: Καλλιτέχνες και Εκθέσεις. Τεχνοκριτικά κείμενα 1980-2000, Θεσσαλονίκη, «Ιανός», 2002.

9 Αθήνα, Καστανιώτης, 1996.

10 Βλ. ό.π. (σημ. 7), σ. 13.

11 Μ. Θεοδοσοπούλου, «Το ρίγος του υπερβατικού», εφ. Το Βήμα της Κυριακής, 13.4. 2003.

12 Π. Γούτας., Ενός καφέ μύριοι έπονται, Θεσσαλονίκη, «Νησίδες», 2010.

 

 (Σωτηρία Σταυρακοπούλου, περ. «Παρέμβαση», τχ/ 154, Φθινόπωρο 2010)

 

 

 

Δύο πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης (Περικλής Σφυρίδης, Παναγιώτης Γούτας)

 

Ο Περικλής Σφυρίδης υπήρξε κατά κάποιο τρόπο ο «μέντορας» του Παναγιώτη Γούτα στη λογοτεχνία, αφού οι πρώτες δημοσιεύσεις λογοτεχνικών κειμένων του Γούτα έγιναν στην Παραφυάδα. Οι ερωτήσεις της οποίες καλείται να απαντήσει ο Σφυρίδης (στη συνέντευξή του της τον Γούτα) έχουν σχέση με την πνευματική Θεσσαλονίκη, τη λογοτεχνική του παρουσία και τη λογοτεχνία γενικότερα. Ο Σφυρίδης απαντά σε της της περιπτώσεις με ειλικρίνεια, είναι της σαφής η αγωνία και η αδυναμία του να εντάξει ουσιαστικά τον εαυτό του στη λογοτεχνική παράδοση της Θεσσαλονίκης, κάτι που βέβαια είναι ανεξάρτητο από την ποιότητα του έργου του.

Το καθοριστικό στοιχείο στην πορεία του Σφυρίδη υπήρξε η γνωριμία του με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και η συνεργασία του με τη Διαγώνιο κατά την τελευταία περίοδο έκδοσής της. Εδώ έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι η Διαγώνιος της περιόδου 1958-1962 με τη Διαγώνιο της δεκαετίας του 1970 δεν είναι το ίδιο περιοδικό. Η διακριτική παρουσία του εκδότη και η «πολυσυλλεκτικότητα» των πρώτων ετών δίνουν τη θέση της με τον καιρό σε ένα πιο άκαμπτο αισθητικό –σχεδόν ιδεολογικό– πλαίσιο σε ό,τι αφορά της συνεργάτες και τη δημοσιεύσιμη ύλη. Τα ποιοτικά κριτήρια για δημοσίευση έγιναν πολύ πιο αυστηρά, οι πιθανότητες της για λογοτεχνικά θαύματα μειώθηκαν.

Ο Σφυρίδης επιμένει στη βιωματική λογοτεχνία και αυτή είναι μία άποψη σεβαστή, ακόμη και αν διατυπώνεται στην πόλη της εσωστρέφειας και του «εσωτερικού μονολόγου», στην πόλη του Γιώργου Θέμελη, της Ζωής Καρέλλη και του Πεντζίκη. Μην ξεχνάμε της ότι σχεδόν ποτέ στην μακραίωνη ιστορία της λογοτεχνίας, από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και τη Βραδύτητα του Κούντερα, η καταγραφή των βιωμάτων δεν υπήρξε κύρια τάση στη λογοτεχνία. Ακόμη και ο ρεαλισμός του 19ου αιώνα συνδέθηκε με την αμφισβήτηση της αστικής ηθικής, υπήρχε δηλαδή πάνω από το βίωμα και την παρατήρηση μία «πολιτική» άποψη.

Εκτός από τα άμεσα βιώματα, η φαντασία, οι εσωτερικές διεργασίες, το υποσυνείδητο, οι αισθητικές επιλογές, οι συγγραφείς που λειτουργούν ως πρότυπα και άπειροι άλλοι παράγοντες συνδιαμορφώνουν ένα λογοτεχνικό έργο. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως βίωμα δεν είναι παρά προβολή ή ερμηνεία από την πλευρά του συγγραφέα ή ακόμη η μονοδιάστατη επιφάνεια της φαινομένου.

Η άποψη περί βιωματικής λογοτεχνίας μπορεί να μοιάζει σχεδόν φυσική και να ακούγεται σήμερα ως γενική αλήθεια. Μεταφέρει ωστόσο ένα έντονα ιδεολογικό περιεχόμενο, συχνά ακραία συντηρητικό, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με την κριτική της τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα και κινήματα του εικοστού αιώνα, που σε κάποιες περιπτώσεις συνδέθηκαν με αγώνες για κοινωνικές ανατροπές. Η απλοϊκή ανάλυση ή ακόμη η απόρριψη εκ των υστέρων των επαναστάσεων που συντελέστηκαν στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα, δεν φωτίζει τα σημαντικά αυτά φαινόμενα που άνθισαν κάτω από της πιο αντίξοες συνθήκες, αλλά τη δική της άγνοια.

Μία δυσάρεστη έκπληξη στο –ενδιαφέρον κατά τα άλλα– βιβλίο είναι η έκφραση του Σφυρίδη ότι «Στη Θεσσαλονίκη τον Πεντζίκη τον θεωρούσαν ανισόρροπο μέχρι που ήρθε ο Σεφέρης να αναδείξει την αξία του» (σ. 53). Η αξία του Πεντζίκη (τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω προσωπικά) είχε αναγνωριστεί στη Θεσσαλονίκη πολύ πριν την ενασχόληση του Σεφέρη μαζί του. Εξάλλου, η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου «Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1958. Ο Πεντζίκης, που τίμησε με το έργο του και με την ακτινοβολία του τη Θεσσαλονίκη και τα ελληνικά γράμματα, υπήρξε από πολύ νωρίς, ήδη από της αρχές της δεκαετίας του 1930, φίλος και συνεργάτης των πιο εκλεκτών πνευματικών ανθρώπων της Θεσσαλονίκης. Και δεν νομίζω ότι συνέβαλε ιδιαίτερα στην εν ζωή αναγνώριση ή στην υστεροφημία του το δοκίμιο του νομπελίστα Σεφέρη (που το δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός το 1973).

Η προσπάθεια του Γούτα να αναδείξει της απόψεις ενός σχετικά άγνωστου στο ευρύ κοινό ομοτέχνου του πεζογράφου της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν παράδειγμα για τους νεότερους λογοτέχνες και σαν αφορμή ώστε να ανασύρουν από τις βιβλιοθήκες τους και από τα ράφια των παλαιοβιβλιοπωλείων βιβλία που σχετίζονται με το λογοτεχνικό παρελθόν της της πόλης.

 

(Διονύσης Στεργιούλας, ηλεκτρ. Περιοδικό out of the walls,

6 Ιουνίου 2010)

[Το κείμενο αποτελεί σχόλιο στο βιβλίο του Παναγιώτη Γούτα Αποκούμπι στην κουβέντα με τον Περικλή Σφυρίδη, εκδ. Μπιλιέτο, Παιανία 2010, σ. 62]

 

 

 

Ο Παναγιώτης Γούτας παίρνει συνέντευξη ή καλύτερα συζητάει με τον Περικλή Σφυρίδη για τη ζωή και το έργο του τελευταίου. Από τη δύσκολη παιδική ηλικία, στα «φοιτητικά» χρόνια στη Στρατιωτική Ιατρική, από τη γνωριμία του με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τη Διαγώνιο και από εκεί στην ταυτόχρονη ενασχόλησή του με το επάγγελμα της ιατρικής και την τέχνη της λογοτεχνίας, ολοκληρώνεται το πορτρέτο του Περικλή Σφυρίδη, ενός από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους της Θεσσαλονίκης. Η συνέντευξη πολλές φορές ξεπερνάει τα στενά όρια μιας στερεότυπης κουβέντας και επεκτείνεται, με αναφορές στη λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης –μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής– αλλά και στον κύκλο της Διαγωνίου, με το έντονα βιωματικό και εξομολογητικό στοιχείο των συγγραφέων της. Όμορφα διατυπωμένες και οι ερωτήσεις του Παναγιώτη Γούτα, που ανταποκρίνονται τόσο σ’ αυτούς που γνωρίζουν τον Θεσσαλονικιό διηγηματογράφο όσο και σ’ αυτούς που έρχονται σε επαφή για πρώτη φορά με τον λογοτέχνη Περικλή Σφυρίδη.

 

(Κώστας Δρουγαλάς, στήλη βιβλία, περ. ΕΝΕΚΕΝ, τεύχ. 18, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010, σελ. 240)

 

 

Ο συγγραφέας γνωρίζει τον Περικλή Σφυρίδη από παιδί, όταν κούραρε ως γιατρός τον παππού και τη γιαγιά του. Σ’ αυτόν είχε δείξει και τα πρωτόλεια κείμενά του, επειδή ήταν συγγραφέας γνωστός και η γνώμη του μετρούσε. Καταθέτει, λοιπόν, μια συνομιλία τους στο διαμέρισμα του Περικλή Σφυρίδη. Μια κουβέντα για τη ζωή και το έργο του, για τη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη, ακόμη και για τα βραβεία. Μ’ ένα λόγο χυμώδη και παραστατικό.

 

(Εφημ. Αγγελιοφόρος, στήλη Βιβλίο πολιτισμός, Σάββατο, 19 Ιουνίου, 2010)

 

 

֎

 

 

Παναγιώτη Γούτα, ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΝ ΗΜΟΥΝΑ…, μικρά πεζά, Μπιλιέτο, 2013

                                (κριτικές)

 

 

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ

 

 

«Τα μικρά παιδιά μπερδεύουν τη λέξη “εκτίμηση”, καταλαβαίνουν θαυμάσια όμως τη λέξη “αγάπη”», γράφει στην όμορφη και τόσο εύστοχη αφιέρωση του βιβλίου, που μου χάρισε ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Παναγιώτης Γούτας για το βιβλίο του με τα μικρά πεζά υπό τον τίτλο Μικρό παιδί σαν ήμουνα…, ένα κομψό, καλαίσθητο τομίδιο από τις εκδόσεις Μπιλιέτο, που εκδόθηκε το 2013.

Κάθε φορά που ξεχνάμε το πόσο μαγική θα μπορούσε να γίνει η πραγματικότητά μας με μέσα απλά και ταπεινά, έρχονται πάντα να μας το υπενθυμίσουν τα παιδιά με την καθαρή κι ανυπόκριτη ματιά τους, με τον γνήσιο ενθουσιασμό και τη θαυμαστή τους παρόρμηση, κυρίως με την πλούσια και αχαλίνωτη, όχι μόνο φαντασία τους, αλλά κυρίως την πλούσια και αχαλίνωτη ειλικρίνειά τους. Τα παιδιά που ξέρουν να διαβάζουν τους οιωνούς και να παίρνουν τη φαντασία στα σοβαρά, το αντίθετο δηλαδή από αυτό που κάνουν οι μεγάλοι που παίρνουν στα σοβαρά τη ζωή και συχνά που μοιραία συχνά παίρνουν λανθασμένα στα σοβαρά τον ίδιο τους τον εαυτό.

Το βιβλίο του Παναγιώτη Γούτα με τα μικρά πεζά, τις λιλιπούτειες αλλά δυναμικές αφηγήσεις, πετυχαίνει να βγάλει στο φως τα παιδιά που ήμασταν κάποτε, αυτά που έμειναν είτε χαμένα είτε κρυμμένα κάπου βαθιά μέσα μας. Μας κάνει να ψάξουμε να βρούμε τα μικρά παιδιά που ήμασταν κάποτε σ’ ένα χρυσό κεφάλαιο της ζωής ανεπίστρεπτο και καθολικά χαμένο. Μας κάνει να θυμηθούμε όλα εκείνα τα παιδιά που ζούνε μακάρια μέσα στα παραμύθια τους, χωρίς την ανάγκη να φτιάξουν νέους κόσμους και παράλληλες πραγματικότητες για να κατοικήσουν.

Ένα παιδί ζει μέσα στο παραμύθι που η φαντασία του συλλαμβάνει και είναι σαν να κινείται στο τετράδιο με τις ιχνογραφίες του, γιατί είναι από μόνο του ο καλλιτέχνης ο πιο αυθόρμητος κι ο πιο αληθινός που ζωντανεύει ανάγλυφα μέσα στην παραμυθητική ζωγραφιά του ό,τι αντιπροσωπεύει τον μυθικό και συνάμα ιερό του χώρο. Δεν είναι οι ενήλικες που μυούν τα παιδιά στα παρμαύθια, αλλά είναι τα παιδιά που μυούν τους ενήλικες, σε μια θαυμάσια αντιστροφή, στο μεταφυσικό επεισόδιο που στην ανάγνωση ενός παραμυθιού τόσο συχνά συμβαίνει. Σ’ ένα απόσπασμα του βιβλίου απομόνωσα τη συγκινητική εξομολογηση του συγγραφέα που γράφει σχετικά: «Ναι, τώρα μπορώ κι εγώ να πιστέψω στην Χιονάτη και στον Πήτερ Παν, […] Σ’ όλα τα παραμύθια του ντουνιά, που τους διαβάζω κάθε πρωί. Εγώ, ο δύσπιστος, ο είρων, ο κυνικός, ο που πατά γερά, με τα δύο πόδια, στη γη, ανακαλύπτω ξανά χαμένους θησαυρούς, κρυμμένους μέσα στα πρόσωπα δεκάδων πιτσιρίκων, που εξακολουθούν να πιστεύουν, βαθιά κι ακλόνητα, στο θαύμα των επτά και είκοσι» (σ. 12).

Τα παιδιά είναι αυτά τα χαριτωμένα σφουγγαράκια με αίμα, σάρκα και οστά, που απορροφούν αχόρταγα κάθε ίχνος αγάπης που τους δίνεις κι όσο τους δίνεις άλλο τόσο θα σου ζητάνε, γιατί αυτό είναι το υλικό τους. Τα παιδιά είναι φτιαγμένα και ζυμωμένα με αγάπη και με αγάπη έχουν την ανάγκη να τρέφονται και να πλάθονται, γιατί μπορεί να έρχονται από πολλές και διαφορετικές πατρίδες από τα τέσσερα σημεία της γης, αλλά η αληθινή πατρίδα τους είναι ένας και μόνον τόπος γι’ αυτά κοινός – πατρίδα τους είναι η Αγάπη.

Όλες αυτές οι περιεκτικές σε εμπειρίες ιστορίες του συγγραφέα, που έχει αλιεύσει επιτυχώς από την επαγγελματική ιδιότητά του, αυτή του δασκάλου, με τα λιτά κι απέριττα εκφραστικά τους μέσα, ξεδιπλώνουν βαθύτερες, έμμεσες διαπιστώσεις πως τα παιδιά είναι οι πιο αυθεντικοί ποιητές της ζωής, αυτοί που συλλαμβάνουν κάθε τι αόρατο και το κάνουν απτό.

Ο συγγραφέας με εκφραστική απλότητα και χωρίς ίχνος φλυαρίας, ανακαλεί από τη μνήμη στο χαρτί χαρακτηριστικά σχολικά περιστατικά, σπονδυλωτές ιστορίες που συνέβησαν με τις μικρές μαθήτριες και τους μικρούς μαθητές του, κάποια χιουμορισιτκά, κάποια συγκινητικά και στην πλειοψηφία τους λεπτάισθητε κι ανθρώπινα, εξιστορώντας ένα ετερόκλητο πολυφωνικό μικροσύμπαν από πιτσιρίκια, με πρόσωπα φερμένα από πολλές πατρίδες, με τους χαρακτήρες που είναι σαν να μιλούν. Διαβάζοντας για τις συμπεριφορές, εκφράσεις και αντιδράσεις των μικρών πωταγωνιστών, γίνονται τόσο οικεία όλα αυτά που είναι σαν να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου και να τους ακούς και να τους βλέπεις, νιώθοντας ότι δική τους η χαρά, το γέλιο, το όνειρο, η θλίψη, ή η μοναξιά είναι η χαρά, το γέλιο, η θλίψη και η μοναξιά η δική σου.

«Τελικώς η συντέλεια του κόσμου αποφεύχθηκε. Το τέλος της Γης δεν έφτασε ποτέ. Όλες οι προφητείες των σοφών αποδείχτηκαν άσφαιρα πυρά. Το κακό αναχαιτίστηκε. Και η ζωή συνεχίζεται. Την περιφρουρούν σθεναρά οι άγγελοι αυτού του κόσμου. Όχι εκείνοι, του ουρανίου θόλου και της θρησκείας, αλλά οι άλλοι, οι επίγειοι. Τα μικρά παιδιά, που ακόμα γελούν και ελπίζουν». (σ. 28), γράφει γλαφυρά ο Παναγιώτης Γούτας.

Ο εσωτερικός θρήνος του ενήλικα για την απώλεια της παιδικής ανασφάλειας και αθωότητας, και η ανάγκη επαναφοράς της –όταν για παράδειγμα αυτή γίνεται επιτρεπτή μέσω ενός καλλιτεχνικού έργου –φαντάζει σαν μια διεργασία καταπραϋντική για τα βάσανα της ζωής και συνάμα αφάνταστα λυτρωτική κι οι σχετικοί στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη έρχονται να κουμπώσουν άριστα στη διαπίστωση αυτή: «Είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί στα παιδικά μας χρόνια / και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα στις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας / Τι λες; δεν κάνουμε μια παρτίδα ακόμα; / Ο κόσμος είναι μια περίπτωση εντελώς προσωπική. / Ο κόσμος μόνον όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει»1

Κι αυτό που θα ευχόταν κανείς είναι να μπορούσαμε, έστω για λίγο, να παραλύσουμε τη λογική, να την απαλλάξουμε από την αυταρχική της δεσποτεία και να χαλαρώσουμε, εισπνέοντας λίγη από την ποίηση του κόσμου και της ζωής, που περιβάλλει με τη φωτεινή της αύρα τα παιδιά, και ναι, είναι τυχερός ο δάσκαλος-συγγραφέας και ο συγγραφέας-δάσκαλος Παναγιώτης Γούτας, που μοιράζεται τον κόσμο του με τα παιδιά.

Τίποτα πιο αληθινό και ανυπόκριτα αντιπροσωπευτικό για να περιγράψει κανείς τα παιδιά, τα μεγάλα αυτά θαύματα που καοτικούν στα μικρά σώματα με τα ολοκάθαρα ξάστερα πρόσωπα, από τους θαυμάσιους στίχους του Νικηφόρου Βρεττάκου: «Τα πρόσωπα των παιδιών είναι πατρίδες / φερμένες εδώ απ’ τα τέσσερα σημεία της γης / για ένα διάλογο αγάπης. Κοινό το χορτάρι κι ο ήλιος / και τα χέρια που παίζουνε. Βλέπετε αυτά τα παιδιά / που τα μάτια τους είναι γεμάτα ουρανό / και αθωότητα;»2.

______________________________________________

 

1. Τάσος Λειβαδίτης, «Η τελευταία παρτίδα», Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, Αθήνα: εκδ. Κάδρος, 1990

2. Νικηφόρος Βρεττάκος, «Διεθνής Παιδούπολη Πεσταλότσι», Τα Ποιήματα (τόμος δεύτερος), Αθήνα: εκδ. Τα τρία Φύλλα, 1981, σσ. 280-281.

 

(Έλσα Κορνέτη, σσ. 111-114 από τον αφιερωματικό τόμο Ο εγγύς των πραγμάτων Παναγιώτης Γούτας, συντονισμός-επιμέλεια Γιώργος Δελιόπουλος, εκδ. Ρώμη, 2022)

 

 

ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ

 

Μυθιστορήματα, αφηγήματα και μια ποιητική συλλογή απαρτίζουν το λογοτεχνικό έργο του Παναγιώτη Γούτα. Με το καινούργιο βιβλίο του, Μικρό παιδί σαν ήμουνα, δίνει δείγμα γραφής και σε μικρά πεζά. Η έκτασή τους είναι περίπου 15 σειρές κατά μέσο όρο, το μεγαλύτερο φτάνει τις 39 και το μικρότερο τις 4 σειρές.

Δεν είναι καθόλου εύκολο είδος το μικρό πεζό, αν το περιεχόμενο στερείται βαθιάς, δυνατής ουσίας· το κείμενο δεν στέκεται με τίποτα, καταρρέει, αυτόματα ακυρώνεται. Όμως παράλληλα η κάθε λέξη πρέπει να υπολογίζεται εξονυχιστικά, ο λόγος πρέπει να είναι αριστοτεχνικά συμπυκνωμένος. Η αφαίρεση και η απόλυτη οικονομία στην έκφραση είναι προαπαιτούμενο – όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ποίηση.

Ο συγγραφέας, με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του, μας βάζει στα «άδυτα» της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου συμβαίνουν πράγματα και θαύματα, καθώς εξασκεί το λειτούργημα του δασκάλου σε δημόσιο δημοτικό σχολείο – σε περιοχή εργατών και υπαλλήλων. Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η γνήσια, ατόφια τρυφερότητα και αγάπη του δασκάλου προς τους μαθητές του και το αντίστροφο. «Εσύ πάντα στο κέντρο, και πλάι σου πρωτάκια που τιτιβίζουν ασταμάτητα. Νιώθεις κάπως σαν μικρός θεός. Ένας Χριστός που ξαναζεί τα γήινα. Ή, το λιγότερο, σαν ένας άνθρωπος, που ξέχασε προσωρινά μιαν αγάπη που δεν γύρισε ή μια ζωή που πήγε χαράμι», είναι μία από τις πολλές και διάσπαρτες στο βιβλίο περιγραφές που δείχνουν καίρια την ενθουσιώδη, αφοπλιστική και αμοιβαία αγάπη του δάσκαλου-αφηγητή με τα παιδιά της τάξης του. Είναι εξόχως ενδεικτικά και τα επίθετα ή ουσιαστικά με τα οποία περιγράφει τους μαθητές του: «γουστόζικο διαβολάκι», «άγγελος εξ ουρανού», «τρελολουκουμάκια», «ιδρωμένη μελισσούλα», «Xερουβείμ», «ακριβοί μου επισκέπτες», «αναστάσιμες καμπανούλες οι φωνές τους», «θεματοφύλακες αθωότητας», «υπέρμαχοι της αιώνιας αγνότητας».

«Θεός» ο αφηγητής για τους μαθητές του, που τρέχουν γύρω από την έδρα του «σαν τρελά ηλεκτρόνια», όμως ένας θεός πρόσχαρος και δοτικός μέσα από τις ίδιες του τις πράξεις. Σε αντίθεση με το πρότυπο του αυταρχικού δασκάλου της δικής του εποχής, που κτυπούσε με τη βίτσα αδίστακτα ως αμείλικτος εξουσιαστής, δεν θεωρεί καθόλου ταπεινωτικό κάθε πρωί να καθαρίζει την αυλή από πεταμένα μπουκάλια και χαρτιά νυκτερινών επιδρομέων, να μαζεύει τα προφυλακτικά, να διώχνει τα αδέσποτα σκυλιά που βρήκαν κατάλυμα τρυπώνοντας από τη χαλασμένη περίφραξη. Επίσης, ξεχνώντας το αυχενικό με τη ζάλη που τον παραλύει, με χαρά θα σκύψει να δέσει τα κορδόνια σε ένα πρωτάκι, με ενθουσιασμό θα σκαρφαλώσει στη σκάλα για να στολίσει την τάξη κάθε Χριστούγεννα, με όση δεξιοτεχνία του απέμεινε με κέφι θα παίξει μαζί με τα παιδιά ποδόσφαιρο. Χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, με χάρη, διεισδυτική παρατηρητικότητα, χιούμορ και αυτοσαρκασμό ο συγγραφέας μάς μεταδίδει την ευδαιμονία που αισθάνεται παίρνοντας ικμάδα, δροσιά και ζωντάνια από τους μαθητές του.

Αν η λογοτεχνία είναι ένα κτύπημα με τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας, σύμφωνα με τον Κάφκα, στο βιβλίο του Π. Γούτα πολλές παγωμένες θάλασσες ραγίζουν και σπάνε. Ο συγγραφέας με ευαισθησία και πόνο καρδιάς εξιστορεί τις περιπτώσεις παραβατικών παιδιών, που σαν ανήμερα θηρία ξεσπούν με βρισιές, φτυσίματα, ξύλο, εκβιασμούς και απρέπειες στους συμμαθητές τους. Η παραβατικότητά τους οφείλεται σε αρρωστημένο και άκρως βίαιο οικογενειακό περιβάλλον, που στιγμάτισε για πάντα τον χαρακτήρα τους. Καμία προσπάθεια από το σχολείο δεν θα μπορέσει να τους απαλλάξει «από τον αβάσταχτο σταυρό της σκοτεινής και ταραγμένης τους ψυχής». Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και μια άλλη ομάδα, είναι τα «γυφτάκια» που μένουν βυθισμένα στον δικό τους κόσμο. Σκορπάνε κέφι με τα καμώματά τους, καθώς και με την εκπληκτική δεξιοτεχνία τους στο ποδόσφαιρο – εντελώς ξεκομμένα από τα μαθήματα, πόσο μάλλον που το μισό χρόνο περιοδεύουν με τους γονείς τους σε εποχιακές δουλειές ανά την επικράτεια. Με κραδασμούς ψυχής που πιάνουν και τις πιο λεπτές αποχρώσεις, ο αφηγητής δίνει βαθυστόχαστες περιγραφές για τα πληγωμένα αισθήματα, τις αντιδράσεις και «την αδιόρατη ουλή, που δεν λέει να κλείσει» για παιδιά μεταναστών, χωρισμένων γονιών ή και ανυπάκουων παιδιών που οι αδιάφοροι γονείς τους τα τρέχουν στους ψυχίατρους.



Μικροί αναγνώστες και "μεγαλοκαρχαρίες" 


 

Άμεσα κεντρίζουν το ενδιαφέρον μας οι επισημάνσεις για τις τάσεις και προτιμήσεις των παιδιών. Σαγηνεύονται από θρίλερ, περιπέτειες του Χάρι Πότερ, τους εξωγήινους, τα κόμικς και την επιστημονική φαντασία. Η «καλή» λογοτεχνία που τους βομβαρδίζει για ειρήνη και ισότητα τους ξενερώνει, και «κλωτσάνε». Όμως κι εμείς οι μεγάλοι, συμπληρώνει ο αφηγητής, λύσαμε τα ζητήματα της ειρήνης, της ισότητας, της φιλίας, της αγάπης; Μήπως κι εμείς οι μεγάλοι δεν τα «θαλασσώνουμε» και δεν τα περιπλέκουμε χωρίς να δίνουμε λύσεις, γι’ αυτό και «τα παιδιά αντιδρούν με σοφία».

Η αιχμηρή γραφή του συγγραφέα «χτυπάει» αλύπητα το σαθρό καθεστώς της δημόσιας εκπαίδευσης με τις τόσες χαίνουσες πληγές επί δεκαετίες, που η οικονομική χρεοκοπία ενέτεινε ακόμη περισσότερο. Τα άθλια κτήρια με τις προβληματικές κατασκευές, την ελλιπή θέρμανση, την απουσία νυχτερινών φυλάκων, τις απλήρωτες καθαρίστριες και σχολικούς τροχονόμους, τις φημολογούμενες μίζες «μεγαλοκαρχαριών» σε διάφορα προγράμματα. Και αυτά τα «σφυροκοπήματα» τα εντάσσει στη γενικότερη εικόνα που παρουσιάζει η κοινωνία μας. Μια κοινωνία ρεμούλας, αναξιοκρατίας, άθλιας συναλλαγής και παρανομίας. Ενδεικτικά γράφει στη σελ.25: «Διάβαζε να γίνεις δάσκαλος, αλλιώς θα πουλάς τυρόπιτες στο κυλικείο της Ακαδημίας», μου έλεγε η θεία μου, «πού να φανταζόταν ότι το κυλικείο θα γινόταν κοφτήριο, ο κυλικειάρχης θα κυκλοφορούσε με BMW, ενώ ο δάσκαλος θα φυτοζωούσε με τρεις κι εξήντα».

Μέσα σε μια κοινωνία παρακμής, όπου οργιάζει η έλλειψη αξιών, ο αφηγητής βρίσκει απάγκιο γράφοντας ποίηση, οι στίχοι τού δίνουν διέξοδο να καταγράψει όχι μόνο τις ανησυχίες και τους φόβους του ζώντας σε ένα εχθρικό και βίαιο κόσμο, αλλά και τα ψιχία αγνότητας και ομορφιάς που με ανείπωτη χαρά περισυλλέγει. Εκ παραλλήλου πηγή ποίησης γι’ αυτόν είναι και τα «Xερουβείμ», που φτερουγίζουν στις αυλές του σχολείου, καθώς «καινούργια πρωτάκια θα σαρώνουν τον κόσμο των μεγάλων με την αγνότητά τους».

Οι σχέσεις δασκάλου και μαθητών, δασκάλων και γονιών, εκπαίδευσης και κοινωνίας, και από την άλλη τα αντίθετα δίπολα, διαφθοράς και αγνότητας, ψυχικής κούρασης κι ευδαιμονίας, καλού και κακού, άνοστης ξιπασιάς και γενναίας αξιοπρέπειας, παραίτησης και θαρραλέας ανάτασης, αναφύονται μέσα από την στέρεα ακριβόλογη, ρεαλιστική γραφή του συγγραφέα. Τα «Μικρά πεζά» μας παρέχουν μια μεγάλη δόση ώριμης και δραστικής τέχνης.

 

         (Αλεξάνδρα Μπακονίκα, bookpress, Ιούλιος 2014)

 

 

Κείμενα εξαιρετικής ευαισθησίας και γραφή στο επίπεδο του υποδειγματικού συνθέτουν αυτό το πρόσφατο εκδοτικό κομψοτέχνημα του Θεσσαλονικιού συγγραφέα Παναγιώτη Γούτα. Έχοντας αφομοιώσει όλα τα θετικά στοιχεία μιας σχετικής παράδοσης, ο Γούτας μας μεταφέρει με το χαρακτηριστικό του ύφος σε έναν κόσμο καθοριστικό για τη ζωή του κάθε ανθρώπου, αυτόν της πρώτης παιδαγωγικής μας εμπειρίας. Μια γραφή που συμπυκνώνει έναν αυθεντικό στοχασμό και μια διάθεση τρυφερότητας, υλικά που διαπνέουν τη ματιά του συγγραφέα, που αναδεικνύει την ποίηση ενός κόσμου εύθραυστου και μεταβατικού όσο και η ίδια η ζωή. Ο κόσμος των παιδιών μέσα από τα μάτια ενός εκπαιδευτικού, που ταυτόχρονα είναι και ένας σημαντικός συγγραφέας, πιστοποιεί ακόμη μια φορά ότι ο λόγος και η καλλιέργειά του είναι μια πράξη αγάπης και εμπιστοσύνης, τελικά, στον άνθρωπο.

 

(Γιώργος Γιαννόπουλος, περ. ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 33, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014)

 

 

Τις επόμενες μέρες ο ταχυδρόμος μού έφερε το καινούργιο βιβλίο – δώρο του Παναγιώτη Γούτα, Μικρό παιδί σαν ήμουνα εκδ. Μπιλιέτο, Παιανία, 2013,το πήρα λοιπόν κι εγώ μαζί μου- ήταν μόνο 39 σελίδες- και το διάβαζα στα μεσοδιαστήματα των ταινιών. Ο τίτλος, του νέου κύματος, αλλά και οι σελίδες του αναδίδουν ένα άρωμα ελευθερίας, αυτό που νιώθει ένας δάσκαλος συμφιλιωμένος με τη δουλειά του και τον εαυτό του, αγαπώντας τα παιδιά και θεωρώντας δώρο τη καθημερινότητα μαζί τους: «Τα πρωτάκια της πρωινής φύλαξης, τρέχουν σαν τρελά ηλεκτρόνια γύρω από την έδρα μου»…

Παρατηρεί γελαστά ή μελαγχολικά ένα-ένα τα παιδιά μαζεμένα γύρω του, με την αφοπλιστική τους τρυφερότητα στο δάσκαλο, και σχολιάζει με οξύτητα και οξύνοια και τα πολιτικοκοινωνικά ή παιδαγωγικά συμφραζόμενα, γνωρίζοντάς μας με χιούμορ, ανθρώπινη κατανόηση και σοφία το ελληνικό σχολείο με τις αντιφάσεις του, και τις υπερβάσεις του κάποτε. Η δομή των μικρών πεζών μπονζάι είναι νομίζω η καλύτερη επιλογή για την αφήγηση αυτών των μικροϊστοριών –ψηφίδων του σημερινού σχολείου που εξάλλου αποδίδονται με γοητευτική γλώσσα και ύφος.

 

(Αρχοντούλα Διαβάτη, ηλεκτρονικό περ. Φρέαρ, 3 / 4/ 2014)